Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Φθαρήκαμε.

Δευτέρα του αθέατου Απρίλη

'Αγάπησα τον εαυτό μου κάτι στιγμές απελπισίας. Πριν δυο βδομάδες - αποκοιμήθηκα μόνη, ντυμένη, με το φόρεμα που έσφιγγε, ν'ανασάνω περισσότερο δεν μπορούσα, με χώματα στα πόδια και χρώματα στα μάτια, με λερωμένα χέρια. Δεν είχα συντεταγμένες και δεν ήμουν κανενός. Αναγκάστηκα να συμφιλιωθώ. Καλά θυμίζει ο Κ. πως  το τελευταίο κακό στο κουτί της Πανδώρας είναι η ελπίδα. Μας λένε να ξυπνάμε ελπίζοντας, τρίχες περί πιθανοτήτων, κι απαντώ πως είμαι μια σφαίρα χάρτινη. Πεθαίνω κάποτε και δεν ανασταίνομαι ποτέ. Κι ούτε μπορώ να αναστήσω φίλους, με κανένα από τα φιλιά μου.'

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Κυριακή του Πάσχα

Τελικά είναι ευτυχές που μένω σε προάστιο της Νέας Υόρκης - έναντι του κέντρου. Πρόκειται για μία πόλη ιμπρεσσιονιστική. Του φωτός. Και της απώλειας. Ύστερα από μια δωδεκάωρη μέρα στην Tribeca και στο Soho, νιώθω μια εξάντληση που μοιάζει αυτές που ακολουθούν τις ώρες γυμνής έκθεσης στον ήλιο. Μέσα κάτι κυλάει, ίσως και να τρυπάει - σαν τη ραδιενέργεια.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Γελούν με τα φτιασίδια μου, σοφέ Αγγελάκα.

Όχι πως όλα αυτά έχουν σημασία. Τίποτα δεν έχει σημασία αλήθεια. Ούτε καν αυτή η παραδοχή. Όλα είναι τόσο ρευστά, τόσο συγκρίσημα, τόσο επιτακτικά συγκρίσημα με κάτι που προυπήρξε. Κρίμα να μην είσαι εδώ. Περνούν οι μέρες γρήγορα μα μερικές φρενάρουν. Κάθε άλλο, όλα καλά πληκτρολογώ. Η επικοινωνία του πληκτρολογίου, όλα υπέροχα, προερχόμενη από μια χώρα που μαραζώνει και μαυρίζει. Γερνά πρόωρα, κοιτά και προσπαθεί να λογαριάσει το τέλος, τις αβύσσους της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία δεν είχε αρκετά προβλήματα κι έφτιαξε επιπλέον. Υπό την επήρεια, δεν έχουμε σημασία. Κανείς μας δεν έχει σημασία, αυτή είναι η αίσθηση απόψε στις ανέλπιδες μεταμεσονύχτιες ώρες. Αύριο το πρωί, αν ξυπνήσω, θα δω την εξής σειρά: κρεβάτι, νεροχύτης, πλακάκια του μπάνιου, πόρτα που θ'ανοίξει και θα κλείσει, κι άλλη πόρτα, το ασφαλτοστρωμένο χώμα που'λεγα, μετά κι άλλες πόρτες, έπειτα λίγο φαγητό.

Πρέπει η ασχήμια να παρουσιάζεται ως έχει. Ένα γλυκό φως...

Μεθεόρτια

Απομένω με μια ζακέτα, και κάτι κόκκινες μπογιές βαθιά στα νύχια. Αποκαμωμένο σώμα, από τη γύρα και τη ζάλη της προσδοκίας.

Πού να σε βρω

Γυρνούσα όταν με φώναξαν με κάποιο όνομα που δεν έμοιαζε πολύ με το δικό μου. Κοίταξα και τους είδα να χαιρετούν αλαφιασμένα. Κάθονταν πάνω σε ψηλά βράχια, ένας μου'τεινε το χέρι να με τραβήξει πάνω. Ανέβηκα. Μου'δωσαν να καπνίσω. Περί ανέμων και υδάτων, μιλούσαν για τους πειραματισμούς τους. Φοβόμουν πως το αγόρι που καθόταν δίπλα μου στην επόμενη του κίνηση θα δώσει μιά και θα πέσει στο κενό. Και θα ματώσει το ασφαλτωμένο χώμα.

Μία γεύση στεγνή, χαρτιού και καπνού.


Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

I wonder who's gonna be your sweet man when I'm gone

One of these days there'll be no more sorrow when I pass away. Θυμάσαι, μάνα; Το άκουσα να παίζει έξω από ένα παράθυρο στο Σόχο, κει κοντά που ο μπαμπάς βάλθηκε να αναμετρηθεί με τον νεορκιέζο ταξιτζή κι ηττήθηκε. Αν δεν είμασταν σε μια βιασύνη που πάντα διαθέτουμε και ποτέ δεν καθήσαμε να καλοσκεφτούμε, θα στεκόμουν έξω από το παράθυρο ν'ακούω τον Ray μέχρι την επόμενη ζωή μου, ή την ολοκλήρωση της ψευδαίσθησής αυτής. Να τον ακούω μέχρι να αποσυνθεθώ, μέχρι να με καταστρέψει εντελώς. Κι αυτή η καταστροφή λόγω δύο διδαχών: πρώτα, όπως λέω και για τη Winehouse, όσο και να προσπαθώ, όσα βράδια εμπύρετα στο φως μιας λάμπας γραφείου κι αν έχω μετρήσει, παραμένω ΑΜΟΥΣΗ. Δεύτερο έρχεται πως δεν είμαστε όλοι του ταλέντου. Η φτιασιά μας δεν είναι ίδια, όσα κομμουνιστικά κι αν λέτε κύριε Dada Master. Κάποιοι μα το θεό μπορούν. Κάποιοι άλλοι όχι. Καλό πάσχα και καλή ανάσταση. Η Παναγιά μαζί μας.

Πρόχειρο

Υπόψιν της ανύποπτης. Κικίστικα παιχνίδια, στραμμένα προς τα μέσα.

Με ρώτησαν δω πέρα, μάνα, να γράψω για την αισθητική μου. Να μελετήσω δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την ομορφιά ή την ανημποριά του κόσμου. Του περιβάλλοντα, που λένε και οι αρχιτέκτονες. Σκορπιοχώρι όπως πάντα το μυαλό, τα μέλη κι ό,τι άλλο μ'αποτελεί, στα Αγγλικά μια φορά αρνούμαι (δεν μπορώ) να γράψω. Θα κάνω ένα πλάνο των ιδεών μου στα Ρωμαίικα.

Να ξεφεύγω, να περπατώ ανάποδα, να λιάζομαι, όλα αυτά μ'αρέσουν, όπως κι η λέξη κι ίσως πιο πολύ το σχήμα 'αυχένας', η ανοιχτοσύνη, η άνοιξη και τα λοιπά. Άντε να πεις 'λιάζομαι' στα Αγγλικά ρε γαμώτο γαμώτο γαμώτο.

Επίσης, σήμερα ανακάλυψα πως δεν υπάρχουν τούρκικες τουαλέτες στην Αμερική. Α λα τούρκα, που έλεγε κι η γιαγιά, όποτε πλησιάζαμε τον Χρυσανθίδη της Κομοτηνής. Κώτσο, θυμάσαι; Ανακαλλείς; Ή -θυμίσου- την άλλη φορά της παράκρουσης και των τραγουδιών μέσα στ'όχημα. Θέε μου. 'Στον άλλον κόσμο που θα πας', η αποκορύφωση του μαύρου χιούμορ. Και πώς αλλιώς να την βγάλει κανείς;

Ολισθαίνω.


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012