Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις στον Μatisse


Luxe, calme et volupté (1904). Υφή σαν ψηφιδωτού. Κάθε πινελιά (η χειρονομιακή της δύναμη, the brushstroke) έχει περίπου το ίδιο μήκος - είτε 'γεμίζει' μεγαλύτερες είτε μικρότερες επιφάνειες (είτε, δηλαδή τον ουρανό είτε το μπράτσο μιας γυναίκας). Τα μαλλιά της γυναικείας φιγούρας στο έμπροσθεν μέρος πέφτουν σαν τρεχούμενο νερό· ένα ρυάκι από χρώματα (μου θυμίζει την ιδέα -πού την άκουσα; ποια είναι;- έρωτας σαν ποταμός).  

[The Matisse Exhibition at the MET Museum of New York, December 4th 2012 to March 17th 2013]

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Οδός Ονείρων

Είπε η Κωνσταντίνα, δυο φορές πετάει κανείς στη ζωή του λουλούδια. Δυο φορές τα δέχεται. Μια όταν χορεύει με τα χέρια ανοιχτά, στα ντουζένια του, στις εξάψεις του, και μια όταν τέσσερις τον φέρνουν ξαπλωμένο, τον φέρνουν τον πηγαίνουν, και τέλος τον σκεπάζουν. Μια πετάς τα κόκκινα γαρύφαλλα στον αειθαλή νέο και μια λίγα λίγα τα λευκά τριαντάφυλλα στο ξύλινο φέρετρο. 

Σκιές

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που διαθέτουμε είναι το πρόσωπό μας. Σκιές και ρωγμές, όλα φυλαγμένα. Υγρές γραμμές...

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

January

Well, I've been down so goddamn long that it looks like up to me. 

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

note

Δεν είμαι γω που γράφω! Είναι ο θείος μου ο Φωκίων που νομίζει πως όσο πιο περίπλοκα και δαιδαλωδώς γράφει τόσο το καλύτερο. 
Μόνο μια συμβουλή του ακολουθώ: τα πιο ανείπωτα φύλαγέ  τα για τα γράμματα που θα δώσεις. Στα γράμματα που έδωσα...
Ενθύμια. Διαβάζοντας βιογραφίες σπουδαίων ανδρών, μελετώ τον θανατωμένο βίο, λαχταρώντας (εξωφρενικό! πρωτάκουστο!) την υστεροφημία. Καμία δειλή ατένιση της εξαίσιας ελευθερίας, όπως νωρίτερα. Καμία απόπειρα σύνθεσης - πώς να μαζευτώ να μπω σε λέξεις τώρα που σκορπίσαμε. 
Να σιωπάσει κανείς όσα θέλησε να πει - θα ξεχαστούν κι όλα θα είναι εντάξει. 

Πειραματικό

Παρορμητικά κι άσκεφτα η φίλη της Χρύσας 'χτύπησε' ένα τατουάζ σε κάθε ώμο και στην αριστερή ωμοπλάτη. Εσύ τι έχεις, τι ζωγραφιές φέρεις και γυρνάς; Μερικά λουλουδάκια του αγρού, μαζεμένα πριν το τέλος της πρώτης νιότης, που τώρα, κατά τη δεύτερη ενηλικίωση, κοντεύουν να μαραθούν - διψασμένα, γυρτά, γερνούν και μένα. Μάντεψε πού!

Η φίλη της Χρύσας τα ήξερε όλα κι ας μην έχει διαβάσει τίποτε. Επειδή, δηλαδή, δεν έχει διαβάσει τίποτε. Κι έστεκα να την κοιτώ, γυρνώντας από δω κι από κει στη βαθιά πολυθρόνα. Τα πόδια πλεγμένα από δω, πλεγμένα από κει. Μ'εκείνον που ήσουν, ρωτάνε. 

Όλες οι συζητήσεις ξεκινούν με τον Αρονόφσκι, περνούν στο σεξ, έπειτα σ'εξομολογήσεις αθεΐας, μετά στην ηλεκτρόνικα, και κορυφώνονται με την εξίσωση όλων. Στη συμφωνία πως όλα είναι τίποτα και τίποτα είναι τα πάντα. Πως απολυτότητα δεν υπάρχει, μα πως αυτή διαγράφει και σκιάζει ό,τι λέμε πως υπάρχει κι ό,τι λέμε πως αντιλαμβανόμαστε. Ανήμπορη σκέψη.

Είμαστε διάχυτες αισθήσεις, όπως είπε ο ποιητής.

Ένας άκρατος αισθησιασμός. Η πολιτική είναι αίσθηση - αισθήσεις. Η λέξη είναι αίσθηση. Η χειρονομιακή γραφή είναι αίσθηση. Η πόλη είναι αίσθηση. Η πόλη τώρα στις τρεις το ξημέρωμα είναι αίσθηση - σύγκρυο - έσκουξα και δεν μ'άκουσε κανείς. Παραδίνομαι. Παύω.



Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις της Εγνατίας

Ανορθόγραφα εισητήρια του Thessaloniki Tours στην Εγνατία. Διέσχισα τη λεωφόρο μετρώντας πινακίδες ξενοδοχείων. Κόκκινα HOTEL ως εκεί που φτάνει το μάτι περιμένουν επισκέπτες.

Η πόλη ως αντίδοτο. 

Περνώ την Ίωνος Δραγούμη, περνώ τη Βενιζέλου. Σιγά σιγά φωτίζει. Ο βανδαλισμένος Βενιζέλος ακίνητος, αμίλητος, άγαλμα. Με κρατάει ο μαύρος καφές που ήπια με τη Δανάη στον Ερμή. Το 'περιπλανιέμαι', λέει, περιέχει το ΄πλανιέμαι΄. Κι η φωτογραφία είναι προιόν μιας μηχανής, μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας που μπαίνει ανάμεσα στα φυσικά πρόσωπα, ώστε να φτιάξει μια ιστορία για ν'ακουστεί στη Δύση - προερχόμενη από τη Δύση. Με αντικείμενο το ανατολικότροπο κάτι που προσπαθεί να τιθασεύσει.

Αφίσες του Σιδηρόπουλου χρόνια τώρα στη γωνία Αριστοτέλους με Εγνατία. Ξεθωριάζει το χρώμα τους, ο κύριος όμως που της πουλά, αν τον θυμάμαι καλά, επιδεικνύει αθάνατο ζήλο. 

Προσπερνώ μια παρέα -  μια κοπέλα εξ αυτών, ξένη, ζητά κάποιον εβδομηκοστό δρόμο. Μια Ελληνίδα δίπλα της της θυμίζει στα αγγλικά πως εδώ δεν είμαστε Νέα Υόρκη, οι οδοί δεν έχουν νούμερα. 

Συνεχίζω την πορεία. Κάπου γράφει ΑΓΟΡΑΖΩ ΧΡΥΣΑΦΙΚΑ κι από πάνω κάποιος έσβησε το όνομα του κυρίου που αγοράζει κι έγραψε ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ. Λίγο έπειτα, η βιτρίνα της ΡΟΜΙΝΑ διαφημίζει τρελά, μαύρα στριγκάκια με διαμαντάκια. 

Από νέους, λίγοι κυκλοφορούν. Όλοι διαβάζουν, ή καμώνονται πως διαβάζουν, για την εξεταστική. Στο Μακντόναλτς μέτρησα με φούρια τρεις τέσσερις παρέες συνταξιούχων. Μετά την Πρασακάκη, σκοτάδι ξανά. Το σπίτι της Φαίδρας πιθανότητα γνώριμης συντροφιάς. Κι ο Άγιος Αθανάσιος που καίγεται και ξανακαίγεται. 

Το περίπτερο στην Παλαιολόγου μοιάζει περισσότερο με εμπορικό κέντρο τύπου και ψιλικών έτσι όπως έχει απλωθεί στο πεζοδρόμιο. Περπατώ κάτω από την τέντα του.

Ανεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλιά του 13ου Γυμνασίου. Κοιτώ μέσα από τα τζάμια της εξώπορτας: ελληνικά σημαιάκια κρεμασμένα διαγωνίως από τη μια άκρη στην άλλη, ένας ανάγλυφος γεωπολιτικός χάρτης, και βιβλία τακτικά τοποθετημένα σ'ένα τετράγωνο ράφι. Δίπλα από την πόρτα γράφει ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. 

Ο ΜΙΚΕΛ, μια νέα αλυσίδα καφέ (που διατείνεται πως έχει τον καλύτερο καφέ στην πόλη) είναι φίσκα. Στη πορτοκαλιά στάση της Ιασωνίδου, παριστάμενοι, στεκούμενοι και καλοστεκούμενοι καπνίζουν. 

Έφτασα στη Ναυαρίνου. Ένας βιολιστής του δρόμου παίζει την Ενάτη του Μπετόβεν. Ωδή στη Χαρά. Οποία ειρωνεία. 


Κουβέντες με φίλους. Αν ήμουν εγώ στην Αμερική, μου λένε... 


Προφασίζομαι την πατριδογνωσία κι έτσι γυρνώ μονάχη. Θλιμμένη ευτυχία, και τα λοιπά και τα λοιπά.










Τρεις μέρες πριν ήμουν στην Κυψέλη. Ο θείος μου μας ανέβασε με πάθος και βιασύνη στο διαμέρισμά του, ξεκλείδωσε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι νεύοντάς μας να τον ακολουθήσουμε. Με χέρι που έδειχνε κάτι συγκεκριμένο κι ακόμη αόριστο, με πήρε ως την άκρη της βεράντας. Γι'αυτό μ'αρέσει αυτό το διαμέρισμα και δεν το αλλάζω με τίποτα σαράντα χρόνια τώρα, είπε, κι από πίσω του αποκαλύφθηκε η θέα της Ακρόπολης. Φωτεινή, μακρινή, σαν αιωρούμενη.