Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

π ο ι ή τ ρ ι ε ς  &  μ έ ρ ε ς // Λεωφόρος Εξοχών

  Υπάρχει μια ποιήτρια που λέει « ηλικία » διαφορετικά από τους άλλους: η Βακαλό. Κι υπάρχει μια άλλη Ελληνίδα ποιήτρια η οποία λέει την ηλικία, το ημερολόγιο και τις μέρες διαφορετικά απ’όλους τους άλλους: είναι η Μαρία-Λουκία Χατζηλαζάρου, αλλιώς Μάτση. Όπως προτρέπει η Yourcenar (Αrchives du Nord), με τη φαντασία μου βρίσκω τα ιστορικά στοιχεία και φτιάχνω τη βιογραφία της Μάτσης στο Παρίσι. Έχω την εντύπωση πως έμενε για ένα διάστημα στην οδό Vaugirard, όπως κι ο Κορτάσαρ (έτσι κι αλλιώς αυτός ο δρόμος είναι ο πιο μακρύς της πόλης και διασχίζει το δυτικό κομμάτι της Αριστερής όχθης πέρα ως πέρα). Κι η Yourcenar… που αφιέρωσε το Nouvelles Orientales στον Εμπειρίκο. Άραγε να γνωρίζονταν μεταξύ τους οι γυναίκες; 



  Η Μαργαρίτα Καραπάνου είπε σε μια συνέντευξή της στον κυριολεκτικά μονάδικο και πολύτιμο Στάθη Τσαγκαρουσιάνο ότι έβγαινε να γράψει στα καφέ στο Παρίσι διότι η μοναξιά στην οποία καταδύεσαι όταν γράφεις πρέπει να αντισταθμίζεται από λίγη κοινωνία γύρω γύρω. Αλλιώς τα βάθη γίνονται επικίνδυνα… 

 Η Μάτση γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στο νεοκλασσικό της λεωφόρου Εξοχών, σημερινή Βασιλίσσης Όλγας. Όλες αυτές οι γυναίκες έζησαν στο Παρίσι. Δεν έμαθα καμία από αυτές τις ποιήτριες στο σχολείο. Δεν ήξερα πως υπήρχαν ως μοντέλα, ως πρότυπα, ως τρόποι - τρόποι έκφρασης. Θερμαϊκός. Μια γυναίκα που γράφει, τι ζωή διάγει; Πώς μοιάζει; Τι σύνταξη διαλέγει, ποιο ένστινκτο φανερώνεται και ποιο όχι. Βρίσκει το στόμα της στραβό όταν κοιτάει στον καθρέφτη; 

 Crude sunlight on her lemon streets, γράφει ο Τζόυς για το μαχμουρλίδικο Παρίσι όταν ξυπνάει, και το φαντάζεται γυναίκα. Tu m’abysses, γράφει η Μάτση, ευχή μιας γλώσσας. Να υπάρξει μια επικράτεια. Εκεί μέσα θα κατοικήσουμε. Ό,τι μας αρνήθηκε θα το βρούμε στη γλώσσα. Τρικυμία και γαλήνη. Η γλώσσα ευτυχώς μεταφέρεται. Έζησαν μακριά από την πρώτη χώρα μα έφεραν (από το « φέρω », όχι μόνο από το « φέρνω ») το ιδίωμα. Θα σήκωσε το κεφάλι μια στιγμή και θα πρόφερε τη λέξη χαμηλόφωνα, να την ακούσει, να δει αν όντως λέγεται, ή αν έχει μεταλλαχθεί στον καιρό της απουσίας της, βόρειο φως έφτανε στα χέρια της. Όταν θα γύρισε στη Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες, κάποια Χριστούγεννα, μια φίλη θα της είπε, όχι κακοπροαίρετα, αυτό είναι « αγγλισμός » ή « γαλλισμός », ή η προφορά σου σαν να χορεύει, να χοροπηδά, ελαφριές παρατηρήσεις, ραπίσματα. Και πάλι ο Τζόυς: ο μεγάλος Δουβλινέζος. Σιωπή, εξορία κι εξυπνάδα. Έγραφε για το Δουβλίνο από μακριά. Συνέθεσε ολόκληρη Οδύσσεια και την έθεσε και την άφησε να εκτυλίσσεται μέσα στα τείχη της πόλης του. Έγραφε από μακριά κι επιπλέον σε μια γλώσσα που δεν του άνηκε απόλυτα. Με το τρέμουλο και την καλή αλαζονεία του περιθωριακού, του ξένου. Με τι κατάνυξη που « πρόβαρε » τις λέξεις στην Ξανθούλα ο Διονύσιος Σολωμός, όπως είχε σημειώσει η Δήμητρα Γαλάνη σε μια πρόσφατη συναυλία της…


 Ένα παιχνίδι  - ένα παιχνίδι ατέλειωτης απόλαυσης είναι η Λογοτεχνία. Η χώρα είναι η γλώσσα. Πέφτει μαλακό κι ευεργετικό το φως στην άκρη του τετραδίου και το νερό δροσερό, το προσφέρουν στα μεσογειακά στενόλαιμα ποτηράκια. 

Νοέμβριος MMXVI






Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Ο κ τ ώ β ρ ι ο ς MMXVI


File d'attente

 Είδε κάτι που εκείνη την στιγμή τής έμοιαξε σαν τη μεγαλύτερη αδικία. Περίμενε στην ουρά για μια έκθεση. Ήταν αργία. Η ουρά ήταν μεγάλη. Προφανώς πολύς κόσμος διάλεξε να δει την έκθεση ανήμερα, ειδικά αφού τα περισσότερα μουσεία ήταν κλειστά. Μπροστά της περίμενε ένα ζευγάρι. Ένας ψηλός, κοντοκουρεμένος τύπος, ντυμένος ωραία, με κουστούμι, ίσως με καταγωγή από τις Αντίλλες. Δίπλα του μια νεαρή κοπέλα με μακριά καστανόξανθα περιποιημένα μαλλιά, βαμμένη προσεχτικά με eyeliner και ματ κόκκινο κραγιόν. Όσο εκείνος πληκτρολογούσε στο κινητό του, η κοπέλα είχε το χέρι της ψηλά στο πίσω μέρος του μηρού του και τον χάιδευε ή τον κρατούσε σφιχτά. Εκείνος όταν έβαλε το κινητό στην τσέπη άρχιζε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του στην πλάτη της πάνω από το παλτό. Είχε μεγάλη παλάμη.
 Εκείνη περίμενε υπομονετικά - δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να παρατηρήσει το ζευγάρι. Ένιωσε όμως (κατάλαβε) πως είχε μια ανάλογη εμπειρία με την κοπέλα επίσης την προηγουμένη, και αισθάνθηκε μια θλιμμένη κι ακατανίκητη ταύτιση μαζί της. Η κοπέλα κρατούσε μια κίτρινη τσάντα. Πήγαινε με τα μαύρα της ρούχα και τις φλογίτσες-ανταύγειες των μαλλιών της. Μόνο που (κι εδώ εκείνη που καθόταν από πίσω και παρατηρούσε ένιωσε να της κόβεται το στομάχι στα δύο) είχε ξεχάσει να βγάλει από το λουρί της τσάντας το πλαστικό από το καρτελάκι. Δεν ήταν τελείως φανερό μα λίγο αν πρόσεχες το'βλεπες. Χθες, όταν θα είχε πάει να ψωνίσει ενόψει του ραντεβού της με τον ψηλό άνδρα, θα είδε την κίτρινη, χτυπητή μα όσο πρέπει τσάντα στα πλαστικά κουτιά λίγο πριν το ταμείο, και θα σκέφτηκε να την αγοράσει. Ήθελε καιρό μια τέτοια τσάντα, όχι πολύ μεγάλη, κατάλληλη για μια βραδινή έξοδο, όπου σε νοιάζει να πάρεις το προτοφόλι σου, το μέικ-απ ίσως, μαντηλάκια ντεμακιγιάζ σε περίπτωση που δεν κοιμηθείς στο σπίτι σου και τίποτε άλλο. Και να'τοι μαζί τώρα, μέρα αργίας. 
 Η κοπέλα που περίμενε από πίσω - πονούσε η μέση της. Κάτι που'μεινε από την εμπειρία της προηγουμένης. Θα μπορούσε να'χει αλλάξει θέση, να'χει κουνηθεί την στιγμή εκείνη,  μα δεν ήθελε να χαθεί η ενέργεια της στιγμής, να μην αλλάξει ο τρόπος... Και τώρα αυτός είχε πάει στις Βερσαλλίες, να κάνει ποδήλατο στην εξοχή και να αδράξει την ελεύθερη μέρα του. Έβαζε φωτογραφίες στο facebook. Όλες φιλτραρισμένες. Κίτρινες, σέπια. Εκείνη μισούσε τα φίλτρα, την έπιανε το στομάχι της. Τι περιττή επεξεργασία! Φίλτρα στο φθινοπωρινό τοπίο! Ένιωθε να τον αντιπαθεί μ'όλο της το σώμα εξαιτίας των πειραγμένων φωτογραφιών που συσσωρεύονταν λεπτό με το λεπτό στο newsfeed της. Λες κι ήταν ξένοι. Λες και το προηγούμενο βράδυ δεν την είχε υποδεχτεί στο σπίτι του μ'ένα βαθύ φιλί, και μια ανάγκη... Λες κι η νύχτα δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. Μα ένιωθε πως ζαλιζόταν, - εκεί στην ουρά που όλο και προχωρούσε πιο κοντά στην είσοδο- πως ανακατευόταν το στομάχι της. Και το κομμάτι από πλαστικό στην κίτρινη τσάντα της κοπέλας... Τον αντιπαθούσε που της είχε πει πως είχε όρεξη να πάει να κάνει ποδήλατο στο δάσος κι όταν εκείνη τον ρώτησε αν θα πάει με φίλους, ελπίζοντας να την πάρει μαζί του, ή μάλλον να το προτείνει, την ρώτησε αν έχει δικό της ποδήλατο. Το ήξερε πως δεν έχει δικό της ποδήλατο. Και τώρα έκανε στάσεις κάθε λίγο στη βόλτα του για να αναρτήσει φιλτραρισμένες φωτογραφίες από τα πεσμένα φύλλα κι από ένα καφέ με μαυρισμένους (αν φαινόταν καλά) από τον καιρό καθρέφτες. 
 Η κοπέλα μπροστά της πιάνει πάλι το πόδι του φίλου της. Το χαιδεύει. Τον κρατάει. Όπου να'ναι θα μπουν κι αυτοί. Μετά είναι η σειρά της.