Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Μεταφράζοντας VS Naipaul


Έπιασα να μεταφράζω ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία. Για τους εξής λόγους:
  • Όπως συχνά συμβαίνει στους ανθρώπους που ασχολούνται με τη λογοτεχνία και τη συγγραφή κειμένων, κατέφυγα στη μετάφραση για να κάνω μια πιο τεχνική δουλειά που μπορεί να αποδώσει ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Ίσως να είναι μια πιο μηχανική διαδικασία που σε ελαφρύνει, αν και απαιτεί οπωσδήποτε την ποιητική διεργασία.
  • Με ξεκουράζει να πατώ πάνω στην διακεκριμένη φωνή του συγγραφέα. Παύει για λίγο η διαρκής ανησυχία του επίδοξου συγγραφέα που δεν έχει αποκτήσει ακόμη τη δική του φωνή, παλεύει για τη δική του authorship μέσα από το χαρτί και μέσα από τη ζωή.
  • Μεταφράζοντας έρχεσαι σε επαφή με τις επαναλήψεις του συγγραφέα, με τις προτιμήσεις του σε λέξεις και σύνταξη, τον μαθαίνεις από μέσα. Βρίσκεσαι στο εσωτερικό της κατασκευής του, δεν είναι υπερβολικά μεταφορικό να πω πως βλέπεις από κοντά τους αρμούς του σπιτιού του.
  • Συγκεκριμένα ο Naipaul μου φαίνεται φοβερά ελκυστικός στην ιδιορρυθμία της γλώσσας του. Τόσο σε επίπεδο συντακτικό όσο και λεξιλογικό. Αυτοί που ασχολούνται με τις από-αποικιοκρατικές σπουδές θα ξέρουν να μιλήσουν καλύτερα για το ιδιαίτερο ιδίωμα του Ινδού συγγραφέα που μεγάλωσε στις βρετανικές αποικίες του Τρινιδάδ. Υπάρχουν λέξεις που αποσταθεροποιούν τον αναγνώστη. Τον ξενίζουν. Παραδείγματος χάριν λέει κάπου, δεν είχα ξαναζήσει σε ένα τόπο τόσο θαυμάσιο και feeding.  Ο αναγνώστης θα πρέπει να σκεφτεί πως ο τόπος θρέφει τον αφηγητή σ’αυτή την υπαινικτική τοποθέτηση και να αντιστρέψει την κοινή χρήση της λέξης που σημαίνει «αυτός που τρέφεται».
  • Τις πιο πολλές φορές νιώθω ότι αποτυγχάνω (το αίσθημα αυτό το ξέρει καλά κάθε μεταφραστής). Όμως δεν πρόκειται για ένα αίσθημα απογοήτευσης τόσο ισχυρό όσο εκείνη η απόγνωση που προκαλείται από τη μεταφορά των δικών σου σκέψεων και συναισθημάτων στον λόγο. Εκείνη η απογοήτευση, στην οποία γαλουχείται κάθε άνθρωπος που γράφει, είναι πολύ πιο βαριά.
  • Η διαδικασία της μετάφρασης σε αφυπνίζει στον κόσμο. Κουβαλάς μαζί σου στις καθημερινές κινήσεις και συναλλαγές ένα στοκ από λέξεις που περιμένουν να αποδοθούν στα ελληνικά. Αυτό σε θέτει σε μια κατάσταση εγρήγορσης. Οι λέξεις δεν σε προσπερνούν, δεν σε αφήνουν αδιάφορο. Είναι σαν να’χεις μια απόχη στην τσάντα σου και με το που δεις μια λέξη-πεταλούδα που ταιριάζει στην υπό κατασκευή συλλογή σου να τη βγάζεις και να την αιχμαλωτίζεις για να την πάρεις στο σπίτι.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Home by the Sea

Help me someone, let me out of here
Living here so long, undisturbed
Dreaming of the time we were free
So many years ago

Συνάντηση πάντα στα δισκάδικα, 
συγκεκριμένα στο δισκάδικο της Ομήρου στη Νέα Σμύρνη. Τουλάχιστον μία ώρα περνάει χαζεύοντας τα CD. Δεν χορταίνω να ακούω για τις μπάντες που του αρέσουν. Ειδικά αγγλικό prog rock. Οι βασιλιάδες του: οι Genesis. Φυλλομετρούμε τις κατακόρυφες κασετίνες με τα CD. Αυτούς, τους έχεις ακούσει; Αν πω όχι, ο δίσκος μπαίνει αυτόματα στη στοίβα. Αυτή είναι η εκπαίδευσή μου, δεν θα με συγχωρήσω αν χάσω έστω λέξη, θα τα δεχτώ όλα τα δώρα προκειμένου να μάθω. Αν δεν βρίσκουμε έναν δίσκο, αφού έχει σκύψει άνετος, σαν μικρό παιδί, να ψάξει γονατιστός στα χαμηλότερα ράφια, ρωτάει τον ιδιοκτήτη, κι εκείνος θα ανέβει τις σκάλες και θα μας τον επιστρέψει ικανοποιημένος. Έχω επίγνωση πως το CD είναι μια "δεύτερη" διαδικασία για εκείνον που πέρασε ώρες ψάχνοντας βινύλια, όμως εφόσον ο ίδιος ψάχνει τώρα χωρίς ενοχή να μου δωρίσει CD, για μένα αυτή η ευτυχία μού φτάνει και μου περισσεύει.

Κράτησα όλα τα CD που μου χάρισε όλα αυτά τα χρόνια με ευλάβεια, τα τακτοποίησα στη δισκοθήκη μου στη Θεσσαλονίκη. Όμως άργησα πολύ - τραγικά πολύ - να ακούσω τους Genesis. Θυμάμαι τους έβαλα μια φορά να τους παίξω και τους έκλεισα. Δεν ήμουν εξοικειωμένη με αυτόν τον ήχο. Τα αυτιά μου είχαν συνηθίσει στην αοριστία της τζαζ, ποιος ξέρει.
Όπως συχνά συμβαίνει, έβαλα τελικά να ακούσω τους δίσκους όταν έψαχνα κάτι. Κι όχι μόνο τους δίσκους. Έπιασα να βλέπω όσα περισσότερα live στο youtube: ακόμη κι οι άγνωστοι σχολιαστές από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου έλεγαν με παράπονο ότι ο Phil Collins και η μπάντα γενικότερα δεν εκτιμήθηκε όσο τους άξιζε.

Images of sorrow, pictures of delight
things that go to make up a life
endless days of summer longer nights of gloom
waiting for the morning light
scenes of unimportance, photos in a frame
things that go to make up a life

Υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι να ζήσεις τη ζωή. Ίσως και να τη ζήσεις τελείως ήσυχος, χωρίς να λες πολλά και χωρίς να δείχνεις. Οπωσδήποτε όμως θα έρθει κάποια στιγμή που, ακόμη και στην απουσία σου, θα φανερωθείς, μέσω μιας ακινητοποιημένης εικόνας σε ένα βίντεο, από μια "σκηνή χωρίς σημασία", ή από το σύνολο των στίχων της μπάντας που άκουγες. Και αυτή η εικόνα που θα φανερωθεί δεν θα σηκώνει πλέον καμία άρνηση, καμία μεμψοιμιρία, καμία μικροπρέπεια: γι'αυτούς που θέλουν να ακούσουν θα είναι το σύνολο όσων υπήρξαμε.

Για τον Τζώρτζο, που αύριο στη γιορτή του θα μας λείπει.

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Στιχομυθία που συνέβη σε ελληνική πόλη

Ο Α. είναι καταξιωμένος μουσικός της πόλης και καθηγητής. Οι Β. και Γ. , φίλοι, γύρω στα 25.

Α - Με τι ασχολείστε;
Β - Εγώ είμαι στη Φιλοσοφική. Κάνω ένα μεταπτυχιακό. Λογοτεχνία.
Α - Εσείς; Με τι ασχολείστε; 
Γ - Παίρνω πτυχίο πολιτικού μηχανικού. 
Α - Α. Ουσιαστικότερο, ουσιαστικότερο. 
Β - Πραγματικά. Πραγματικά.
 

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Xρονικά της Θεσσαλονίκης

Από αυτούς που ονειρεύονται να γίνουν συγγραφείς, πόσοι και πόσοι να έχουν γυρίσει σπίτι τους τη νύχτα ανακουφισμένοι μόνο με τη σκέψη πως, ό,τι κι αν γίνει, ό,τι και να τους συμβεί, αυτό δύναται να εκβάσει σε γραπτό κείμενο; Πόσοι να έχουν κατηφορίσει τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, απογοητεύμενοι, κουρασμένοι, μα παρηγορημένοι στην ιδέα ότι θα γράψουν;

Έτσι κι απόψε, που μες στη θολούρα μιας νύχτας παλιών φίλων, μαραζωμένη η περιοχή της Ροτόντα, πόσο φθαρμένες μου φάνηκαν οι πολιτικές φιλοδοξίες, και κούφιες, και κυρίως κούφια από περιεχόμενο η κουβέντα στην παρέα, ονειρεύτηκα μια σειρά από δοκίμια που θα μου εξηγούν τον κόσμο κι εμένα σ'αυτόν.

Όχι όμως πως το γράψιμο θα σε προστατεύσει. Το αντίθετο. Το γράψιμο θέλει χαλκέντερους χαρακτήρες. Διότι το όνειρο της γραφής από την πραγματοποίηση ακόμη και μίας μόνο φράσης απέχει χιλιόμετρα - και σ'αυτήν την απόσταση γαλουχείται ανελέητα κι ακατάπαυστα ο άνθρωπος που ελπίζει στην παρηγοριά της γραφής. Αυτό είναι το κόστος της μεγάλης παρηγοριάς της.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Αν κάτι δεν έχει αλλάξει στην προσωπική μου σκηνοθεσία της Θεσσαλονίκης, είναι η διάψευση κάποια βράδια, σε παρέες που μιλάνε χωρίς να λένε τίποτα.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Άνω Πόλη
















But let me choose and oh! I should
Love all my life and longer
To stroll among our trees and stray
In Goosegog Lane, on Donkey Down,
And hear the Dewi sing all day,
And never, never leave the town.

And never, never leave the town. [Χαρτιά των Εορτών]



Γράμματα και γραφές παντού πάνω στον ιστό της πόλης. Όπως το λέει ο Joyce, signatures of all things I'm here to read. Κι η ζωή μας ένα κείμενο που γράφεται και ξαναγράφεται, τόσο χαρτί πρώτη φορά μου φαίνεται χαρούμενο κι υποσχόμενο - όχι πια μάταιο, παραπαίον... Μια φωτεινή Κυριακή βόλτα στην πόλη.
Πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι θα αφήσω πίσω μου εκατό τετράδια και τετραδιάκια. Ημερολόγια, σημειωμένες ατζέντες, τρυπημένοι ημεροδείκτες, χιουμοριστικά αφιερωμένες χαρτοπετσέτες, ανοιγμένοι φάκελοι, σπιράλ με ραδιοφωνικές εκφωνήσεις και λίστες μουσικής. Έτσι κάνουν οι άνθρωποι; Θέλουν να γράψουν πάνω στο χαρτί όπως ταγκάρουν παντού την πόλη κι αφισοκολλούν αφίσες για σεμινάρια πάνω σε αφίσες για τσίρκο. Κολάζ του Braque και ντεκολάζ του Wolf Vostell. Οι πρόγονοί μου έτσι έκαναν; Γιατί δεν έχω βρει τεκμήρια; Λες να χάθηκαν τα δικά τους χαρτιά; Το ποίημα του Εμπερίκου, Χαρτιά των Εορτών. Τα δικά μου τι αξία θα έχουν για τα εγγόνια μου - αν ποτέ αποκτήσω παιδιά κι εγγόνια...

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Η δασκάλα μας, Μαίρη Λιάτσου


Υπήρχε μία μεγάλη γοητεία στον τρόπο που η δασκάλα μας κινούταν στον χώρο, αυτό που στα αγγλικά λέγεται to carry oneself. Αδιαπραγμάτευτα ευθυτενής, με μία συνεχή αίσθηση του βάρους της και της βαρύτητας που σ’έκαναν να πιστέψεις πως έπειτα από μια ζωή χορού μπορούσε κανείς να κατακτήσει ένα βάδισμα που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Μικρά κορίτσια, στα μικρά μας ροζ και λευκά κορμάκια, φτάναμε στη σχολή με τους γονείς μας ή με τη γιαγιά μας. Η δική μου, επίσης Μαίρη, απόφοιτος του ίδιου γυμνασίου κι επομένως επίσης «Ανατόλιαν», επίσης ευθυτενής και χαμογελαστή. Επίσης με τα μαλλιά πιασμένα κότσο. Μα τα μαλλιά της δασκάλας μας ήταν μυθικά, πρώτα απ’όλα γιατί δεν τα βλέπαμε. Πάντοτε πιασμένα σ’ένα σφιχτό κότσο στερεωμένο από αόρατες φουρκέτες όπως μόνο οι μπαλαρίνες ξέρουν να στερεώνουν, μαντεύαμε πόσο μακριά να’ναι. Θέλαμε ν’ανακαλύψουμε αν ήταν φυσικά ξανθά, κι αν τα άφηνε ποτέ ελεύθερα (σαν να θυμάμαι μια από τις πιο τσαούσες ανάμεσά μας να την ρωτάει μια φορά το ανήκουστο, κυρία, πόσο μακριά είναι τα μαλλιά σας;). Θυμάμαι ν’αναρωτιέμαι αν στη ζωή της τα βράδια μετά τα μαθήματα στη σχολή έλυνε αυτόν τον κότσο. Ο κότσος της δασκάλας μου μού κέντρισε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον για την ιδιωτική ζωή κάποιου. 
 
Κι έτσι, χωρίς ποτέ να ξέρουμε κάτι παραπάνω, έμπαινε στην αίθουσα στις 6, απόγευμα Δευτέρας, για το μάθημα κλασικού χορού (τις Τετάρτες είχαμε τζαζ με τη Μανταλένα, που φορούσε μαύρο παντελόνι κι ήταν νέα και μοντέρνα όπως ταίριαζε στο μάθημα). Ξεκινούσαμε από τις ασκήσεις στην μπάρα κι ένιωθα να φουσκώνω από περηφάνια που μια κυρία που έμοιαζε με τη γιαγιά μου (η οποία μου θύμιζε πάντα, class of ’54 η Λιάτσου, class of ’56 εγώ) μας δίδασκε με συνδυασμό ακρίβειας και αυστηρής καλοσύνης πώς να τεντώσουμε τα coup de pied μας, πώς να περάσουμε από την πρώτη στη δεύτερη θέση και πώς να κρατούμε τους αγκώνες μας σταθερούς αλλά όχι σφιγμένους. Ένιωθα πραγματική ανάταση, σαν να σημειωνόταν ένας θρίαμβος, ήδη, στην παιδική μου ηλικία, όταν ερχόμασταν στο κέντρο για τις υπόλοιπες ασκήσεις, που ήταν πάντα πιο ενδιαφέρουσες. Η αγαπημένη μου ήταν (και πρέπει να το είχε υποψιαστεί η δασκάλα μου που πάντα με επαινούσε σ’αυτό το σημείο) η «μεταφορά βάρους» όπως μας την ανακοίνωνε εκείνη. Θα σας πω όπως ένα παιδί μόνο ξέρει να προσέχει τις λεπτομέρειες ενός προσώπου πως τα χείλη της δασκάλας μας εμφάνιζαν λεπτές, ντελικάτες γραμμές στο πάνω μέρος καθώς πρόφεραν αυτό το «βάρους» κι όπως το δεξί της πόδι άνοιγε από την πρώτη θέση στη δεύτερη εμφανίζοντας το άψογο coup de pied και τα μπαλετικά παπούτσια με τακούνι και την ελαστική σόλα που έδεναν στον αστράγαλο.  Μαθαίναμε πώς να περνούμε από το ένα πόδι στο άλλο, την πιο βασική λειτουργία της ανθρώπινης κίνησης, διατηρώντας την σωστή μας στάση, εκτελώντας την κίνηση με συνείδηση κι αβίαστα.


Με το τέλος των ασκήσεων η δασκάλα μας μάς καλούσε να μαζευτούμε κοντά της. Μοσχοβολούσαν τα καλσόν και η λακ και το ξύλινο τετράγωνο με το κολοφώνιο στη γωνία στο οποίο ελπίζαμε μια μέρα να αξιωθούμε να αλείφουμε τις πουέντ μας μ’αυτό το αινιγματικό βαθύχρωμο κεχριμπάρι. Όπως καθόμασταν συναγμένες γύρω της, καρφίτσωνε σε μια λευκή κουρτίνα που σκέπαζε το τζάμι τις ζωγραφιές μας (έξω είχε πια βραδιάσει και οι γονείς μας – τότε δεν ξέραμε με ποια κούραση απ’όλη την ημέρα δουλειάς- ξανανεβαίναν τα σκαλιά του εμπορικού κέντρου της Σοφούλη για να’ρθουν να μας πάρουν σπίτι). Ζήλευα μια ζωγραφισμένη φιγούρα. Το κορμάκι της ήταν γεμισμένο από στρας, ζωγραφισμένο μ’αυτές τις παχύρευστες κόλλες που δίναν δώρο με τα Polly Pocket. Τόσο φανταχτερά δεν θα επιτρεπόταν ποτέ να ντυθούμε στη σχολή. Ίσως, αν είμασταν τυχερές, θα είχαμε ωραίους ρόλους που απαιτούσαν αστραφτερά κουστούμια στην παράσταση του τέλους της χρονιάς. Ήταν το έτος 1997 και ο ρόλος που μας είχε ανατεθεί ως τάξη, μας ανακοίνωνε τώρα η δασκάλα μας, ήταν το Ρολόι στο παραμύθι της Σταχτοπούτας. Παρ’όλο που είχαμε κομβικό ρόλο, όπως μας εξηγούσε, εμείς άλλωστε θα σημάναμε μεσάνυχτα, απογοητευτήκαμε. Γιατί να είναι η Σταχτοπούτα μία από τις πιο μεγάλες κοπέλες και να μην φορέσουμε εμείς τα μακριά φορέματα; Και το Ρολόι πώς θα το χορεύαμε; Αφού είμασταν πολλές…


Θα πω τέλος για το «Open Day» μίας χρονιάς από εκείνες. Άνοιγαμε την πόρτα της αίθουσας και τα παράθυρα, μεταφέραμε τους πάγκους μπροστά από τους καθρέφτες, κι οι οικογένειες επιτρέπονταν εξαιρετικά να παρακολουθήσουν ένα μάθημα. Μαζί με τη δασκάλα μας, εκτελούσαμε την κανονική ροή του μαθήματος αλλά αυτή τη φορά, αν κάναμε λάθος, η δασκάλα μας δεν μας διόρθωνε.  Μας καμάρωναν οι γονείς που γι’αυτούς δεν υπήρχε η ακρίβεια της κίνησης. Όταν πέρασε η σειρά της τάξης μου, έκατσα στον πάγκο για να παρακολουθήσω τις μεγαλύτερες κοπέλες (οι πρώτες νεαρές γυναίκες που γνωρίζαμε στη ζωή μας, σχεδόν απρόσιτες στην εφηβεία τους, το πιο σοβαρό μυστήριο). Δεν άφηνα από τα μάτια μου τη δασκάλα μου, η οποία είχε έρθει να καθίσει ανάμεσα στους γονείς. Ήθελα να την εντυπωσιάζω, διψούσα να της δείχνω πως ακούω όσα μας διδάσκει, και πρόσεχα να κάθομαι με την πλάτη μου ίσια. Δεν ήλπιζα βέβαια να με προσέξει μέσα στα τόσα παιδιά, στις μεγάλες χορεύτριες, στους γονείς. Κι όμως, η δασκάλα μου με διέκρινε. Το θυμάμαι σαν τώρα: Εύγε, Μαίρη μου. Στέκεσαι σωστά. Την ευθυτενή στάση, την κορμοστασιά που διαλέγεις δυνατή και περήφανη, βέβαιη στο κέντρο της, την οφείλω στη δασκάλα μου κι αυτό πώς μπορώ να το ξεχάσω σ’όλη μου τη ζωή.



Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Δύναμη

You see, a writer tries very hard to see his childhood material as it exists. The nature of that childhood experience is very hard to understand—it has a beginning, a distant background, very dark, and then it has an end when a writer becomes a man. The reason why this early material is so important is that he needs to understand it to make it complete. It is contained, complete. After that there is trouble. You have to depend on your intelligence, on your inner strength. Yes, the later work rises out of this inner strength.

V.S. Naipaul, συνέντευξη στο Paris Review, 1994

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η ανακάλυψη αυτού του καλοκαιριού ήταν η Χαλκιδική

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018, Θεσσαλονίκη

Επιστρέψαμε, λοιπόν, χθες μέσα από τον Χολομώντα. Κάναμε στάση στο Ιερό Κοινόβιο της Ορμύλιας για να βρούμε το μνήμα του Πεντζίκη και να του αφήσω ένα ματσάκι θαλάσσιες λεβάντες, ελάχιστη τιμή στο πνεύμα του που με κατοικεί φέτος τον Αύγουστο, από τότε που διάβασα την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής. Εξετάζει κρίνους, εξετάζει κοράλια, "ενάλια αντικείμενα". 

Στο κοινόβιο μας καλωσόρισε μια ευγενική μοναχή που μιλούσε μ'ελαφριά προφορά. Μ'ένα χαρωπό voilà έδωσε στην αδερφή μου μια φούστα για να καλύψει το σορτσάκι της. Αντιληφθήκαμε έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Η είσοδος στη μονή κι ο περίγυρος ήταν εξαιρετικά φροντισμένοι. Το εκκλησάκι που προϋπαντεί τον επισκέπτη όπως ανεβαίνει τα πλακόστρωτα σκαλοπάτια μέσα από φορτωμένα ελαιόδεντρα είναι ζωγραφισμένο μ'ένα βαθύ μπλε και ζωηρά αγιογραφημένο. Από τις αγιογράφισσές μας εδώ, μας πληροφόρησε μια μοναχή που άναβε τα καντηλάκια. Μας κάλεσε να περάσουμε να "κεραστούμε" στην αυλή. Πριν πάτε στο shop για το εμπόρευμα, είπε μ'αυτογνωσία και μειδίαμα όταν ρωτήσαμε βιαστικοί πού μπορούμε να προμηθευτούμε βιβλία για το μέρος. 

Στην αυλή εξελίσσόταν η ώρα του επισκεπτηρίου κι οι αδερφές έμοιαζαν απασχολημένες: μία έπαιζε με μία μπαλίτσα μ'ένα κορίτσι που μπορεί να'ταν ανήψι της ή εγγόνι, μια άλλη πετούσε τρεις μπάλες στον αέρα κάνοντας κόλπα, άλλη έφερνε κανάτες για να τις γεμίσουμε με κρύο νερό από τη βρυσούλα με το ψηφιδωτό που απεικόνιζε δυο μπλε πουλιά με τα ράμφη τους στραμμένα το ένα προς το άλλο. 

Μια μοναχή που φαινόταν να'ναι μόνη της μας πλησίασε και μας κέρασε λουκούμια από ένα τάπερ. Κεραστήκατε; Έκατσε μαζί μας. Ένιωσα πως μας ζύγιζε, ειδικά εμένα, το βλέμμα της σκληρό σαν έρημος. Σ'έπιασε ο ήλιος, έλα πιο δω, μου είπε και πήγα προς το σκιερό κομμάτι στο παγκάκι. Μας είπε πως είναι στο κοινόβιο, φέτος, 45 χρόνια. Ήρθε από τα Μετέωρα μαζί με μια δεκαριά άλλες "κοπέλες". Κοιτούσε το βιβλίο στα πόδια μου. Της είπαμε πως ήρθαμε για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Τον θυμάμαι τον κυρ Νίκο. Ερχόταν. Έτσι, στρουμπουλός, είπε. Με πήρε ύστερα μέσα στο μπαλκονάκι της τραπεζαρίας να μου δείξει πού ακριβώς βρίσκεται το μνήμα. Μου έδειξε πέρα μια συστάδα κυπαρισσίων. Είναι κάτω από μια ελιά, θα το βρεις. Εκεί είχε ζητήσει. Δεν ήθελε να γίνει εκταφή, μου είπε. Ήλπιζα να μου πει κάτι παραπάνω από τις αναμνήσεις της για τον κυρ Νίκο. Μα ίσως να μην τον είχε πολυκαταλάβει. Ίσως να της φαινόταν πολύ άνδρας και να χαλούσε τo γυναικείο ερημητήριο... Φυσικά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και να μην επιδοθώ στις γνωστές μου σκέψεις όταν έρχομαι σ'επαφή με μοναχές... Μια ζωή χωρίς έρωτα. Μια απερίσκεπτη (;) πνευματικότητα που άραγε γνωρίζει τον πόνο της καρδιάς;  Του σώματος; Τη γεύση. Στα ντουζένια μου όπως ήμουν, τις ένιωσα δυο φορές αυτές τις γυναίκες: τη μια πως είναι πολύ κοντά στ'ανθρώπινα, πως θα τρέξω σ'αυτές και θα με παρηγορήσουν έτσι όπως τρελά ελπίζω, και την άλλη πως μου είναι αδιάφορες και μακρινές εφόσον αυτή την κάψα που με διαλύει την αρνήθηκαν ή την περιγελούν... Φυσικά οι πνευματικές μορφές οι πραγματικές, όπως ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, την κάψα που πάει να με διαλύσει, αυτήν την τεράστια τρέλα της αγρύπνιας και της αλλόφρονης ελπίδας, την ξέρουν καλά, χίλιες φορές καλύτερα από μένα, και μέσα στα κελιά τους μ'αυτήν αναμετριούνται, χωρίς ψέματα, μόνο με τα καλοδεχούμενα καταπραϋντικά. Έχω φτάσει σε τέτοιο ύψος τρέλας και προσμονής που χθες μιλούσα στο κρεβάτι και γελούσα με τον εαυτό μου που ήθελε να μπορεί να προσευχηθεί να δώσει ο θεός (!) και να φτάσει το αγόρι μου και να μην με ξεχάσει. 

Στο μνήμα του Πεντζίκη είχαν φτιάξει έναν πολύ όμορφο σταυρό από κοχύλια και βότσαλα. Ήταν πράγματι κάτω από μια γενναιόδωρη στον ίσκιο της ελιά.

Ανθρωποι που δεν γράφουν πώς αντέχουν την αδημονία, την αβεβαιότητα,  να περπατούν στην κόψη του ξυραφιού. Ή μήπως οι άνθρωποι που γράφουν, επειδή ξέρουν πως θ'αντέξουν, την υπομένουν τέτοια τρέλα και ίσως και να την μεγεθύνουν; 

Συγκινητική απεικόνιιση της συντροφικότητας. Ο ντανταισμός σμίγει με το βυζάντιο. Το bauhaus με τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ιδεογράμματα που φέρνουν σε βυζαντινά μα είναι προσωπικές δημιουργίες. Υπάρχει πνεύμα πιο ελεύθερο από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη; Μπαρμπαδάκια που μοιάζουν με σταυρούς στο εξώφυλλο βιβλίων. Φιγούρες που μοιάζουν με χριστιανικές εικόνες φωτοστεφανωμένες μα δεν είναι. H δύναμη που δίνει ο συγγραφέας αυτός σε μία κοπέλα που μόλις έχει κλείσει τα 25 της χρόνια και που παραθερίζει στη Σιθωνία με όνειρα συγγραφής.

Ομολογώ ότι με σαγηνεύει πάρα πολύ ο βυθός των ωκεανών, όπου τριγυρνάν τα βουβά ψάρια σαν τις λαχτάρες μας. (Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής, Ν.Γ. Πεντζίκης, σελ. 67).

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

To αίνιγμα της επιστροφής

Xρυσή ώρα στη Θεσσαλονίκη την περασμένη βδομάδα 













Η ιστορία μου θα εκτυλισσόταν στην κλασική εποχή, στη Μεσόγειο. Ο αφηγητής θα έγραφε απλά, χωρίς καμιά προσπάθεια για ύφος εποχής ή ιστορική εξήγηση της εποχής του. Θα έφτανε - για έναν λόγο που μου μένει να βρω - σ'αυτό το κλασικό λιμάνι με τους τοίχους και τις πύλες σαν φτιαγμένες από κομμένο χαρτόνι. Θα προσπερνούσε αυτές τις δυο βουβές φιγούρες στην προκυμαία. Θα περνούσε από την ησυχία και την ερημιά, αυτό το κενό, μέσα σε μια πύλη ή πόρτα. Θα έμπαινε μέσα εκεί και θα τον κατάπινε η ζωή κι ο θόρυβος μιας πόλης γεμάτη από κόσμο (φανταζόμουν κάτι σαν τη σκηνή μιας λαϊκής αγοράς στην Ινδία).

Το Αίνιγμα της Άφιξης, Β.Σ. Ναιπόλ (μετάφραση, δόλια, δική μου)

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Τετάρτη 16 Μαΐου 2018

To βράδυ

​Ονειρεύτηκα την περιοχή της μελαγχολίας: ήταν το οικοδομικό τετράγωνο Καστριτσίου - Αγίας Σοφίας - Εγνατίας.
Κι ήταν ένας άδειος χώρος. Πίσω από τα διαχωριστικά, έργα του μετρό σκάβαν το έδαφος. 
Στο φαρμακείο του Πεντζίκη τα μπουκαλάκια, τα βάζα κι ο φαρμακευτικός ζυγός βρίσκονταν κλεισμένα στη ξύλινη προθήκη. Αυτό το φαρμακείο είναι ένα μικρό μουσείο. Μικρό μουσείο.
Στη βιτρίνα του Μπονατσέρο μία λυπημένη γυναίκα πέρασε κι ηχώ ραδιοφωνικών εκπομπών.
Να μπορούσα να δω την κάτοψη της πόλης... Μα να'ναι αυτό το όνειρο; 
Ευχή ανύψωσης. Ένας χάρτης πραγμάτων που δεν μπορείς να ξεχάσεις.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Today my bird flew away


Gone to find her big blue jay

Starlight before she took flight

I sung a lullaby of birdland every night


I sang a lullaby every night
Sang for my Ava every night

Ava was the morning, now she's gone

She's reborn like Sarah Vaughan
In the sanctuary she has found
Birds surround her sweet sound

And Ava flies in paradise

And Ava flies in paradise...

With dread I woke in my bed

To shooting pains up in my head
Lovebird, my beautiful bird
Spoke until one day she couldn't be heard
She spoke until one day she couldn't be heard
She just stopped singing


October Song - Amy Winehouse (Frank)

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Phantom Thread

  “Phantom Thread” is Anderson’s eighth feature, and the first to be set almost exclusively in Britain. The era is the mid-nineteen-fifties, which means that the gowns created by Reynolds for his wealthy (and sometimes royal) clients are of a rarefied and formal allure that feels as distant as the court of Versailles. Not the least of the movie’s joys is the roster of unflappable seamstresses, with years of experience, on whom he relies; in the course of one especially taxing night, they have to repair a wedding dress that has been tainted and torn, to be ready by 9 a.m. As for Day-Lewis, he strikes the eye as ineffably dapper, with a hint of the sacerdotal; in the opening minutes, he pulls on a magenta sock, buffs the toe cap of a shoe, and, wielding a pair of hairbrushes, sweeps back his lightly silvered locks with solemn care, as if robing himself in a vestry. Yet this is not a film that dwells on style. It is a film possessed by a fear that style alone, or the quest for it, can cramp the soul.

από το άρθρο του New Yorker "The Claustrophobic elegance of Phantom Thread" του Αnthony Lane - η υπογράμμιση δική μου... 

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

To βιβλίο της άμμου



Como la arena se iba el tiempo. Secular en la sombra fluyó el amor (...). J L Borges 

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Γράμμα στον Ορχάν Π.

Ορχάν Π., 

Χθες περπάτησα στους κήπους του Λουξεμβούργου μετά τη δουλειά. Επωφελήθηκα από την ηλιοφάνεια κι όσο διήρκησε θέλησα να περπατήσω. Πήρα ένα μονοπάτι και το ακολούθησα χωρίς να σκέφτομαι πού με πάει. Κουράστηκα πιο γρήγορα απ΄ό,τι περίμενα κι όταν βρήκα μια αδέσποτη καρέκλα που προφανώς κάποιος είχε τοποθετήσει με καπρίτσιο ανάμεσα στα δέντρα κάθισα μ'ανακούφιση. Από την απρόβλεπτη αυτή θέση έβλεπα μπροστά μου τα γήπεδα του τένις όπου έπαιζαν δυο μικρά παιδιά και διαγωνίως στο βάθος το γήπεδο του μπάσκετ όπου παίζαν έφηβοι και νεαροί άνδρες. Οι άνδρες μού θύμισαν τους συμμαθητές μου στο λύκειο που έπαιζαν ματς που τα έλεγαν "φιλικά" στο διάλειμμα. Ένιωσα μια νοσταλγία για το λύκειο τις μέρες που νιώθαμε την άφιξη της άνοιξης.  Κατάλαβα ότι δεν ήταν άλλο παρά τη νοσταλγία γι'αυτούς τους άνδρες. Αυτή η τυχαία τοποθέτηση στο χώρο μ'έκανε να σκεφτώ τ'άστρα, για την ακρίβεια την αγγλική λέξη "constellation" κι έπειτα την ελληνική έκφραση "γραφτό", τουτέστιν "ήταν γραφτό να γίνει". Σκέφτηκα τα ζώδια και θυμήθηκα πως είστε δίδυμος, ή όπως είναι το σωστό, είστε Δίδυμοι. 

Τι σημασία να έχει για σας, δεν ξέρω, αλλά οφείλω να σας πω πως έχω ερωτευτεί πολλούς δίδυμους. Φυσικά από ένα σημείο και μετά ενδεχομένως να μ'ελκύει το σύνολο των στοιχείων που αποδίδω στο άτομο ως δίδυμος μόνο και μόνο επειδή ανήκει σ'αυτό το ζώδιο. Είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις το άτομο πιο γρήγορα. Να πάψει πιο γρήγορα να'ναι ξένος. Άσε που δεν ξέρω κι αν πιστεύω στα ζώδια. Αλλά είναι μια όμορφη ιδέα να πεις πως ο καιρός που γεννήθηκες κι ο συσχετισμός των άστρων τη συγκεκριμένη στιγμή στον ουρανό είχαν κάποια επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου στη γη.

Γιατί σας γράφω, αγαπητέ Ορχάν; Προβάρω μια "φαινομενική απλότητα" που εξασκείτε κι εσείς στα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά σας. Μέχρι να σας μάθω (μου πήρε λίγες σελίδες), μου φαινόταν πως οι προτάσεις σας επαναλάμβαναν πράγματα πρόδηλα. Κι όμως, καθώς το κείμενο-σώμα αναπτύσσεται, φωτίζονται οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες και η ζωή γεμίζει νόημα. Με συγκινεί, αγαπητέ Ορχάν, ο τρόπος που προφέρετε τη λέξη "ευτυχία". Την βρήκα στα τούρκικα και την έγραψα στην πρώτη σελίδα της ατζέντας μου: mutluluk. 

Πριν πέντε χρόνια είχα ζητήσει στους γονείς μου να πάμε στην Ιστανμπούλ για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα ερωτευτεί έναν τουρκοιταλό που γνώριζα από το πανεπιστήμιο κι ήλπιζα πως θα τον έβρισκα έστω για μια μέρα στην πόλη του. Το όνομα αυτού - αλίμονο - Ναδίρ. Του έγραψα στο facebook με το που εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο μετά από προτροπή της μαμάς μου (ίσως αυτό να σας φανεί περίεργο, ίσως πάλι και όχι). Μου απάντησε αμέσως και μάλιστα μ'ενθουσιασμό! Βρεθήκαμε την επομένη (στον χάρτη του βιβλίου σας Το Μουσείο της Αθωότητας προσπάθησα να βρω την ταβέρνα -διότι ταβέρνα ήταν- που μου'πε να βρεθούμε αλλά μάταια, τα τοπωνύμια τα ξέχασα). Να μην τα πολυλογώ, συναντηθήκαμε την επομένη και την παρεπόμενη και την παρεπόμενη ακόμη. Ένα βράδυ με πήρε μαζί του σε μια συνάντηση με φίλους. Εκεί, αγαπητέ Ορχάν, γνώρισα την κόρη σας που ξέρω πως πολύ αγαπάτε. Τότε βέβαια δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν η κόρη σας ούτε πως τ'όνομά της σήμαινε όνειρο.

Όπως με τους Διδύμους έτσι και με τους Τούρκους ξέρω πως ερωτεύομαι ένα σύνολο στοιχείων που υπάρχει ήδη στο μυαλό μου. Μια αδιόρατη νοσταλγία. Κάτι που δεν ξέρω αλλά στ'οποίο ελκύομαι. Μία αίσθηση βάθους, ίσως παρελθόντος. 

Στο δωμάτιο του τούρκου φίλου μου δεν πίστευα ποτέ να βρεθώ. Και όμως, αγαπητέ Ορχάν. Ούτε στο πιο τρελό μου όνειρο, κάτι που φυσικά του το εξομολογήθηκα την τελευταία νύχτα στην Ιστανμπούλ. Στους τοίχους του δωμάτίου του, δεν θα το πιστέψετε, είχε γράψει με μαύρο πινέλο αποσπάσματα από τους Αδερφούς Καραμαζώφ. Όπως δεν θυμάμαι τα τοπωνύμια των περιοχών όπου με πήγε, έτσι δεν συγκράτησα μέσα στην ταραχή μου και τα συγκεκριμένα χωρία, κι όσο κι αν ξαναδιάβασα το βιβλίο από τότε, δεν βρίσκω αυτά που είχε διαλέξει. Η νύκτα της Ιστανμπούλ, παρ΄ό,τι κρύος χειμώνας, ήταν απαλή.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Urban life was





made for cinematic representations