Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Δύναμη

You see, a writer tries very hard to see his childhood material as it exists. The nature of that childhood experience is very hard to understand—it has a beginning, a distant background, very dark, and then it has an end when a writer becomes a man. The reason why this early material is so important is that he needs to understand it to make it complete. It is contained, complete. After that there is trouble. You have to depend on your intelligence, on your inner strength. Yes, the later work rises out of this inner strength.

V.S. Naipaul, συνέντευξη στο Paris Review, 1994

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Γράμμα στον Ορχάν Π.

Ορχάν Π., 

Χθες περπάτησα στους κήπους του Λουξεμβούργου μετά τη δουλειά. Επωφελήθηκα από την ηλιοφάνεια κι όσο διήρκησε θέλησα να περπατήσω. Πήρα ένα μονοπάτι και το ακολούθησα χωρίς να σκέφτομαι πού με πάει. Κουράστηκα πιο γρήγορα απ΄ό,τι περίμενα κι όταν βρήκα μια αδέσποτη καρέκλα που προφανώς κάποιος είχε τοποθετήσει με καπρίτσιο ανάμεσα στα δέντρα κάθισα μ'ανακούφιση. Από την απρόβλεπτη αυτή θέση έβλεπα μπροστά μου τα γήπεδα του τένις όπου έπαιζαν δυο μικρά παιδιά και διαγωνίως στο βάθος το γήπεδο του μπάσκετ όπου παίζαν έφηβοι και νεαροί άνδρες. Οι άνδρες μού θύμισαν τους συμμαθητές μου στο λύκειο που έπαιζαν ματς που τα έλεγαν "φιλικά" στο διάλειμμα. Ένιωσα μια νοσταλγία για το λύκειο τις μέρες που νιώθαμε την άφιξη της άνοιξης.  Κατάλαβα ότι δεν ήταν άλλο παρά τη νοσταλγία γι'αυτούς τους άνδρες. Αυτή η τυχαία τοποθέτηση στο χώρο μ'έκανε να σκεφτώ τ'άστρα, για την ακρίβεια την αγγλική λέξη "constellation" κι έπειτα την ελληνική έκφραση "γραφτό", τουτέστιν "ήταν γραφτό να γίνει". Σκέφτηκα τα ζώδια και θυμήθηκα πως είστε δίδυμος, ή όπως είναι το σωστό, είστε Δίδυμοι. 

Τι σημασία να έχει για σας, δεν ξέρω, αλλά οφείλω να σας πω πως έχω ερωτευτεί πολλούς δίδυμους. Φυσικά από ένα σημείο και μετά ενδεχομένως να μ'ελκύει το σύνολο των στοιχείων που αποδίδω στο άτομο ως δίδυμος μόνο και μόνο επειδή ανήκει σ'αυτό το ζώδιο. Είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις το άτομο πιο γρήγορα. Να πάψει πιο γρήγορα να'ναι ξένος. Άσε που δεν ξέρω κι αν πιστεύω στα ζώδια. Αλλά είναι μια όμορφη ιδέα να πεις πως ο καιρός που γεννήθηκες κι ο συσχετισμός των άστρων τη συγκεκριμένη στιγμή στον ουρανό είχαν κάποια επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου στη γη.

Γιατί σας γράφω, αγαπητέ Ορχάν; Προβάρω μια "φαινομενική απλότητα" που εξασκείτε κι εσείς στα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά σας. Μέχρι να σας μάθω (μου πήρε λίγες σελίδες), μου φαινόταν πως οι προτάσεις σας επαναλάμβαναν πράγματα πρόδηλα. Κι όμως, καθώς το κείμενο-σώμα αναπτύσσεται, φωτίζονται οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες και η ζωή γεμίζει νόημα. Με συγκινεί, αγαπητέ Ορχάν, ο τρόπος που προφέρετε τη λέξη "ευτυχία". Την βρήκα στα τούρκικα και την έγραψα στην πρώτη σελίδα της ατζέντας μου: mutluluk. 

Πριν πέντε χρόνια είχα ζητήσει στους γονείς μου να πάμε στην Ιστανμπούλ για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα ερωτευτεί έναν τουρκοιταλό που γνώριζα από το πανεπιστήμιο κι ήλπιζα πως θα τον έβρισκα έστω για μια μέρα στην πόλη του. Το όνομα αυτού - αλίμονο - Ναδίρ. Του έγραψα στο facebook με το που εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο μετά από προτροπή της μαμάς μου (ίσως αυτό να σας φανεί περίεργο, ίσως πάλι και όχι). Μου απάντησε αμέσως και μάλιστα μ'ενθουσιασμό! Βρεθήκαμε την επομένη (στον χάρτη του βιβλίου σας Το Μουσείο της Αθωότητας προσπάθησα να βρω την ταβέρνα -διότι ταβέρνα ήταν- που μου'πε να βρεθούμε αλλά μάταια, τα τοπωνύμια τα ξέχασα). Να μην τα πολυλογώ, συναντηθήκαμε την επομένη και την παρεπόμενη και την παρεπόμενη ακόμη. Ένα βράδυ με πήρε μαζί του σε μια συνάντηση με φίλους. Εκεί, αγαπητέ Ορχάν, γνώρισα την κόρη σας που ξέρω πως πολύ αγαπάτε. Τότε βέβαια δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν η κόρη σας ούτε πως τ'όνομά της σήμαινε όνειρο.

Όπως με τους Διδύμους έτσι και με τους Τούρκους ξέρω πως ερωτεύομαι ένα σύνολο στοιχείων που υπάρχει ήδη στο μυαλό μου. Μια αδιόρατη νοσταλγία. Κάτι που δεν ξέρω αλλά στ'οποίο ελκύομαι. Μία αίσθηση βάθους, ίσως παρελθόντος. 

Στο δωμάτιο του τούρκου φίλου μου δεν πίστευα ποτέ να βρεθώ. Και όμως, αγαπητέ Ορχάν. Ούτε στο πιο τρελό μου όνειρο, κάτι που φυσικά του το εξομολογήθηκα την τελευταία νύχτα στην Ιστανμπούλ. Στους τοίχους του δωμάτίου του, δεν θα το πιστέψετε, είχε γράψει με μαύρο πινέλο αποσπάσματα από τους Αδερφούς Καραμαζώφ. Όπως δεν θυμάμαι τα τοπωνύμια των περιοχών όπου με πήγε, έτσι δεν συγκράτησα μέσα στην ταραχή μου και τα συγκεκριμένα χωρία, κι όσο κι αν ξαναδιάβασα το βιβλίο από τότε, δεν βρίσκω αυτά που είχε διαλέξει. Η νύκτα της Ιστανμπούλ, παρ΄ό,τι κρύος χειμώνας, ήταν απαλή.


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Θέατρο Odéon (Choses vues)

Ένα χρόνο και κάτι μήνες μετά επέστρεψα σ'αυτό το θέατρο. Πέρσι ένας Δον Ζουάν που δεν με συγκίνησε. Ο πρωταγωνιστής ήταν ελαφρύς, καθόλου φιλοσοφημένος σ'αυτό που διέπρατε.
Απόψε οι Τρεις Αδερφές του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία κι απόδοση του Αυστραλού Simon Stone. 
Αν ήταν εδώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου* θα περιέγραφε την εξαίσια σάλα όπου το κοινό "se restaure" πριν την παράσταση, το "φουαγιέ". Τα μαρμάρινα στρόγγυλα τραπεζάκια με το ένα πόδι (οι μοναχικοί να μην προδίδονται, και οι συνοδευόμενοι ίσα ίσα να πληρούν τον χώρο), τον χρυσό χιτώνα ενός αγάλματος που μισοφαίνεται στον από πάνω όροφο, οι τεράστιοι καθρέφτες στις δυο άκρες που σε συναντούν όπως ανεβαίνεις τις σκάλες και νιώθεις λίγη από την αίγλη των ηθοποιών ή από την ανησυχία τους όταν δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σ'ένα καινούριο καμαρίνι όπου αιωρείται σκόνη από τις σκιές ματιών ή μέσα σ'έναν χιλιοπαιγμένο ρόλο. Το μάρμαρο των κιόνων κίτρινου χρώματος, φλουριού. Τα τελειώματα των κάδρων, τα πορτραία του Ρακίνα, το μωσαϊκό. Απέναντι από το μπαρ ένα πολυτελές τζάκι καταλήγει σε δυο σφίγγες (να ξεκινήσω τον κατάλογο με τα οριενταλιστικά σημεία σ'αυτή την πόλη, τίτλος "Λουξόρ"). 
Αυτά άμα ήμουν ο Ζ.Π. Χάρη στα κείμενά του, ξυπνώ λίγο, αναθαρρώ και σηκώνω το βλέμμα να παρατηρήσω τα επιμέρους. Είμαι, όμως, τελικά άνθρωπος με βαριά ψυχολογία. Μία δύναμη λες αντίρροπη στο ένστικτο της ζωής με τραβά προς τα κάτω, προς την tristeza, τη μελαγχολία, που λέει και το βραζιλιάνικο τραγούδι του Tom Jobim. Όχι πως ο Ζ.Π. δεν θα είχε δοκιμάσει πάμπολλες φορές την tristeza, την "gouffre" (για να θυμηθούμε τον Δον Ζουάν) που ανοίγει κάτω από τα πόδια μας... Κάθε άλλο.
Κυρίες και κύριοι, η αίθουσα έχει ανοίξει.

*Ο Χρήστος φυσικά μου χάρισε τα Παρισινά Γράμματα του Ζ.Π. Τέτοιο ελαφρύ χέρι συγγραφέα δεν έχω ξαναδεί! Θα περιγράφει τον θάνατο κι όμως θα κρατιέται όρθιος, αλέγκρος για χάρη του έργου. Κοντοστέκεται στον δρόμο, αφουγκράζεται, κι ύστερα ελαφρά πάνω στα πράματα γράφει. "Η ψυχή μας είναι με τα φύλλα που πέφτουν, με το άφθονον, βραδύ και υπορριγηλόν φυλλορρόημα των Παρισινών δένδρων". 

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

L'élargissement proposé comme méthode

Αυτή είναι ωραία ώρα στο γραφείο.
Το φως πέφτει στα παράθυρα της πτέρυγας ακριβώς απέναντι.
Η ώρα που αναζητούν λίγη ποίηση (λίγη ύλη επί της πραγματικότητας).
Το σώμα τους πονάει. Ξεκινούν ένα καινούριο μέιλ.
Ψάχνουν το πιο ντελικάτο τρόπο για να διατυπώσουν μια φράση.
Το πρόσωπό τους καίει λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ των εξωτερικών και των εσωτερικών χώρων.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Νεράντζια και πέτρες

  Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli. 

Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Πήρα απ'το χέρι σου νερό...

Τι έχω πάθει με τον Άκη Πάνου! Τα λόγια του καθηγητή μου από το Κονγκό για να περιγράψει τους Αδερφούς Καραμαζώφ μου'ρχονται στο νου: je n'ai jamais lu quelque chose de si ample, de si déchirant. O Aλιόσα που σκύβει κι υποκλίνεται και φιλάει τη γη και της ρίχνει τα δάκρυά του με έκσταση και συντριβή. 

Κι έπειτα, αυτή η βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων και των καημών που μόνο σε μεστά, βαθιά και βαριά μυθιστορήματα βρίσκει κανείς. George Eliot και Joyce. Μα είναι δυνατόν; 

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


Τελευταίες μέρες εδώ. 

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Λέξεις που δεν υπάρχουν


Καλησπέρα σας. Θα γράψω αυτό το κείμενο σαν ραδιοφωνικό εκφώνημα. Καλησπέρα σας, κι ο βόμβος της πόλης, η τύρβη, οι λέξεις. Καλησπέρα σας από το κέντρο της Αθήνας, οδός Φιλελλήνων γωνία με Ναυάρχου Νικοδήμου. Να ζήσουν οι μέρες σαν κι αυτές! Αναπνέω ξανά. Στο μπαλκόνι αυτό. Όλοι δηλώνουν σε κατάθλιψη, και είναι, κι εγώ φωνάζω πως αναπνέω. Δεν θέλω να γυρίσω στο Λονδίνο! Να πάει να καεί. Απαίσια πόλη. Απαίσια. Γράφω και ζητώ την καταστροφή - περπατώ εκεί και ζητώ την καταστροφή! Αν είναι να μου ταιριάζουν τα μικρά, ας έχει. Δεν θέλω πολλά πράματα φαντάζομαι. Δεν το ξέρω διότι λαμβάνω όλη την οικονομική στήριξη από τους γονείς μου. Όμως φαντάζομαι πως δεν θέλω πολλά πράματα. Σήμερα στηλώθηκα. Επισκέφτηκα το ΕΛΙΑ και διάβασα χειρόγραφες επιστολές της Βακαλό. Μετά έκανα μάθημα Ισπανικών με τον Χ. στο “Θερβάντες” όπου δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα στροβιλιζόμουν σε μια δίνη λέξεων, που δεν χρειάζονται υπεράσπιση, από τον Λόρκα και τον Θερνούδα. Και μετά μεσημεριανό στη γωνία Νίκης με Ναυάρχου Νικοδήμου, σκηνικά από τον Καβάφη. Μετά βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Στο Θρόνο της Αμαλίας, την πέτρα απ’όπου αγναντεύεις το Θησείο, δυο κοπέλες φιλιόντουσαν. Και μετά ο τσολιάς της Προεδρικής Φρουράς, το μουστάκι του και το τσαρούχι του, και μετά η στεγνή Ισπανική κρήνη, αλλού τα νερά κελαρύζουν, στα αυλάκια πιο πολύ, όπου έχουν πέσει νεράντζια στους μικρούς αυτούς καταρράκτες. Τι σημασία έχει αν γράφω καλά. Απόψε αισθάνομαι. Γύρισα πριν από λίγο αφού αγόρασα μερικά φρούτα. Άκουσα έναν άνδρα, ψηλό και μελαχρινό, να λέει πόσο ζουμερά είναι αυτά τα μανταρίνια που του δώσανε. Καθώς έβαζα δυο “γκόλντεν” στη σακούλα, του είπα, με συγχωρείτε, ποια είναι αυτά τα μανταρίνια που είπατε; Μου φάνηκε πως ξαφνιάστηκε, μετά μου τα έδειξε. Μεγάλα, πλακουτσωτά, με μαύρες κηλίδες, δεν σου γεμίζουν το μάτι με τίποτα. Εγώ είμαι μανταρινάς, μου κάνει, αυτά είναι πολύ ζουμερά. Έβαλα τέσσερα πέντε στη σακούλα, διάφορα μεγέθη, τα πασπάτευα πρώτα, όλα ήταν με σκληρή φλούδα όπως τα φανταζόμουν. Ο τύπος είπε στη μανάβισσα, από την κοπέλα θέλω ποσοστό, κι εκείνη κάτι είπε πως τότε είναι που θα την βάλει μέσα η εφορία μια και καλή. Η κυρία μπροστά μου ζητούσε ένα ώριμο μάνγκο για αύριο το πρωί, μα δεν είχαν, αποκρίθηκε η μανάβισσα, το΄δωσαν και το τελευταίο καλό. Πλήρωσα κι εγώ, κι ο άνδρας μου’πε, καλοβράδυ. Καλοβράδυ. Καλή διασκέδαση. Διασκέδαση; ρώτησα κι έφυγα πρώτη φορά με ερώτηση. Τέλος πάντων, τώρα ανέβηκα στο δωμάτιο με όρεξη πολλή να γράψω, να αναπνεύσω, να μείνω για πάντα εδώ, στην άνοιξη αυτή της γλισίνας και της νεραντζιάς. Να γράψω ένα χρονογράφημα για την πόλη που όλοι λένε, και το βλέπω κι εγώ, πως μαραζώνει. Και θα ήταν λανθασμένο, επιβλαβές μάλλον, να πεις ρομαντικά πράματα για αυτήν την πτώση. Μα έλα που μέσα σ’αυτό το χάος υπάρχει τόση ποίηση. Σ’αυτό το ακανόνιστο πράμα, τώρα θα γεννηθεί μπόλικη ποίηση, τώρα γεννιέται και γίνεται. Όχι κατά παραγγελία όπως μάς θέλουν διάφοροι σταλινικοί κι ανέραστοι υπουργοί, μα γιατί το πράμα πάλλεται. Έρχομαι από μια μητρόπολη στείρα. Που δυστυχώς έχει δώσει τα ακανόνιστα της προς όφελος μιας ζωής πιο κατανομημένης, που φαινομενικά κυλάει. Μα εμένα δεν μου φαίνεται πως κυλάει, το αντίθετο μάλλον, μου φαίνεται πως μαγκώνει σε κάθε αναποδιά. Κι αναποδιές συμβαίνουν. Δεν φτάνει το λεωφορείο στα πέντε λεπτά που θέλαμε και μας χαλά η μέρα, δεν κοιτάμε πια κανέναν. Ίσως να ακούγομαι σαν να γράφω από το 1821. Αλλά να πούμε και κάτι: και στο 2016 που φτάσαμε, βλέπω πως κάνουμε τρία πράματα λιγότερο απ’ό,τι παλιότερα: σπάνια διαβάζουμε ενότητες κειμένου, παρά μόνο θραύσματα, ένα· σπάνια γράφουμε, παρά μόνο κατευθείαν στο δημόσιο μάτι, στη βιαστική ανάρτηση, δύο· και τρία, σπάνια μας βλέπω να κάνουμε αυτό που λέμε ωραία στα αγγλικά “come together”. Ο καθένας μόνος του κυρτός. Περνούν οι μέρες μας έτσι. Δεν νομίζω πως είμαι εγώ η οπισθοδρομική… Βέβαια, πόσο να αντισταθεί κανείς σε παγκόσμιες ταχύτητες που μοιάζουν πια τετελεσμένες. Γιατί γράφω, θέε μου; Να ζήσω σ’άλλους καιρούς πριν το ίντερνετ δεν μπορώ. Να ζήσω σ’άλλη χώρα, αν το θέλω, μπορώ. Και αν δεν είχα στερηθεί οικειοθελώς την Ελλάδα για τέσσερα-πέντε χρόνια τώρα, αυτά που λέω δεν θα τα’λεγα το πιθανότερο. Θα πρέπει να διαλέξω. Έχω η ίδια ευθύνη πια. Κανείς άλλος. Βλέπω τι λένε όλοι: εδώ δεν υπάρχει μέλλον. Φύγε όσο έχεις καιρό. Ή, στην χειρότερη, κάνε τη ζωή σου έτσι ώστε να μπορείς να έρχεσαι. Να έρχεσαι. Αέρας αρωματισμένος, με ζεμυαλίζει απόψε. Κατάλαβα και τη μαμά μου από το τηλέφωνο, με το που άρχισα να της λέω για τα λουλούδια και την άνοιξη που την νιώθεις, θα κούνησε το κεφάλι και είπε κάτι, πως, σαν την άνοιξη της Αθήνας δεν έχει, με μια νοσταλγία που δεν θα την περίμενες από μια γυναίκα που έχει δει κι αποδεί τα τελευταία πέντε έξι και βάλε χρόνια μες στην ελληνική πήχτρα. Μα έτσι ζούμε. Δεν ξέρω. Διάλεξα να πάω στην Αμερική γιατί με έπνιγε το σχολείο, δεν ήθελα με τίποτα το ελληνικό πανεπιστήμιο, και διαισθανόμουν μια εξαίσια μεγαλότητα, πώς να πω, άπλα, εκεί έξω. Και την βρήκα! Μα τω θεώ. Μα βρήκα μαζί και την πρώτη χώρα. Και μετά στο Παρίσι… Στο Παρίσι ερωτεύτηκα τη λογοτεχνία, επιβεβαιώθηκα πως έχω τα πάθη μου μέσα στη γλώσσα. Βρήκα ανθρώπους που ένιωθαν αυτόν τον παλμό στο σώμα τους! Ίσως στο Παρίσι να πρέπει να καταλήξω. Αθήνα Παρίσι για μένα είναι το ίδιο, αλήθεια. Σε πόσους θα ακούγεται παρανοικό αυτό, επικίνδυνο στην αφέλειά του. Εξιδανικεύω - λέξη που χρησιμοποίησε ο Χ. σήμερα. Ο Χ. κι ο Καβάφης. Να διαβάσω τον ποιητή, φυλάει τις απαντήσεις, όχι με έναν τρόπο κρυμμένου θησαυρού ή εργαλιακής γνώσης, θέε μου, όπως θα το ήθελε ο υπουργός, μα με μια κάψα ζωής και της δοκιμασμένης τέχνης. Τέλος πάντων, γράφω έτσι, πολύ απλά, σημειώσεις μιας νύχτας που θέλω να μείνει. Μέσα βαθιά στη γλώσσα, ελληνικά κι ισπανικά ακόμη, στα δρομάκια, στις σκιές, τα πλακόστρωτα, το γέλιο αυτό στον δρόμο, η Φιλελλήνων κι έπειτα η Συγγρού. Αν είναι να μας φάει το μαράζι, η προσφορά μου δεν θα μπορούσε να’ναι αυτός ο ενθουσιασμός; Αναρωτιέμαι με το χέρι στην καρδιά. Το ζήτημα του βιοπορισμού μπαίνει εδώ, τι θα κάνω για να ζήσω γαμώ το κεφάλι μου; Κάτι θα βρω. Το Γαλλικό Ινστιτούτο, το ένα τ’άλλο, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αν δεν τα γαμήσει ο Φίλης. Δίνουμε την χώρα σε άλλους. Δεν πρέπει. Χίλιες λέξεις μονορούφι έγραψα. Ο ανθοπώλης από κάτω ξεφορτώνει το αγροτικό του και βάζει τις γλάστρες μέσα στο μαγαζάκι του. Μάλλον θα κλείσει για απόψε σύντομα. Κέντρο απόκεντρο. Όχι πολλά, μια ήσυχη, γι’απόψε, ευτυχία.




Φωτογραφία αποσπάσματος από επιστολή της Ε. Βακαλό στον Θράσο και την Ελπίδα Καστανάκη. Η ποίητρια γράφει (δυσανάγνωστα), Τι να γίνη όμως. Θα φέξη πάλι. πηγή: ΕΛΙΑ

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Chill Winds Still Blow

The cold winds are still blowing
And carrying the morning frost.
The first little flowers
Have just appeared through the spring thaw holes, 
As though from some miraculous, waxy kingdom, 
The first bee has flown out
Of its fragrant honeyed cell, 
Flying among the early flowers
To explore the red spring a bit.
Will my dear guest be here soon?
Will the meadows soon turn green?
Will the sticky little leaves
Soon blossom from the fleecy birch?
Will the fragrant chokecherry bloom?

- Alexander Pushkin
translated by Stephen Boykewich

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Αnne Carson, και το δώρο από την Αθήνα


Short Talk On the Youth at Night 

The youth at night would have himself driven around the scream. It lay in the middle of the city gazing back at him with its heat and rosepools of flesh. Terrific lava shone on his soul. He would ride and stare.

[από τη συλλογή Short Talks]

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Blue Note και λίστες αλά High Fidelity

Ποιους ανακάλυψα αυτούς τους μήνες. Τα γράφω στα ελληνικά για το χάζι. Kόκοσκα, Ταρσίλα, Μπάντεν Πάουελ, Πετρουτσιάνι, Ρον Κάρτερ, Γιουρσενάρ. Να τους θυμάμαι με κάτι από τη νιότη μου στις συντροφιές à venir που είθε να μου κρατήσουν. 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

τελευταίες αναφορές κι αναμνήσεις

Ο Lee Hazlewood κι η σελήνη. 
Ο Μαύρος Ορφέας κι η Ευριδίκη του, η ταινία του Marcel Camus, κομφετί ολόγυρα.
Aυτή η γειτονιά του Παρισιού, όλες μου οι ανέλπιστες παρέες. Τα κοκκινωπά της φώτα, το βράδυ, που σμίγουν με τον ουρανό, και τα πρωινά στεκόμαστε στο περβάζι προτομή μιας περασμένης φιγούρας. Πώς να ξεχάσει ποτέ κανείς τις πόλεις που του κράτησαν συντροφιά;


Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, στις δικές σου εξωτικές ερήμους,
σαν τον φίλο μου τον Μάθιου που χθες μου περιέγραφε πώς διέσχισε πέντε πολιτείες σε δεκατέσσερις ώρες με μία στάση για ανάπαυση σε ένα ερημωμένο diner. Αυτό θα πει μυθολογία ενός τοπίου. Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, φέρε μας ό,τι απέμεινε από μια εποχή στην κόλαση, un sejour aux etats-unis. Να ζήσουμε ψηλά βουνά, να ευτυχήσουμε. Τραγούδα, Lee, μην μας πάρει και μας σηκώσει.

The hurt I hurt is nothing like the hurts I've hurt before
The things I feel do not feel like things I've felt before
And the loneliness and the emptiness and the hopelessless are fine
Because some times my cloudy brain remembers for one moment you were mine

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Mάτση Χατζηλαζάρου

Από το Παρίσι, για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που τόσο αγάπησε.

Απόψε πονάω σ' όλες μου τις απογνώσεις.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη, Γιώργος Σεφέρης

Αγαπητέ Στράτη, 

[...]

Συχνά θυμούμαι το πάθος που σε είχε πιάσει να γυρίσεις. Δεν ήθελες ν'ακούσεις κανέναν. Έλεγες πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, πως σου λείπει το χώμα. Όμως το χώμα υπάρχει εκεί που μπορούμε να δουλέψουμε, νομίζω. Εδώ είμαι ξένος κι όμως ελπίζω κάτι να κάνω· πώς να γίνει αυτό στην Ελλάδα όπου καταστρέφουν τα πάντα σαν τις ακρίδες; Εσύ, νομίζω, μου το έγραφες...



Ημερομηνία συγγραφής: γύρω στα 1928
Ημερομηνία πρώτης έκδοσης: 1974

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012

Και κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει

Κι έπειτα η δύση δεν μπορεί να χωρέσει σε μια υποψία, όπως το δειλινό δεν αρμόζει σε φωτογραφία, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς.







Οι μεγαλύτεροι Έλληνες είναι ο Γιώργος Σεφέρης κι ο Οδυσσέας Ελύτης.

Προτού καλά καλά καμωθεί

Μερικά γραμμάτια που ξέμειναν, βρήκα κάτι φίλους στο ταχυδρομείο να με περιμένουν κάτω από την σκεπή που έσταζε μια ανοιξιάτικη μπόρα. Τους μίλησα για την υποψία, για τον στίχο που γεννιόταν, πόσο με ζόριζε. Υποψία ανατολής, που ματώνει τον ουρανό. Δυστυχώς όμως ο βαθιά μπλε ουρανός του ξημερώματος, άπλωσα την σκέψη μου, δεν επιδέχεται χρωματικών προσθέσεων, κι έτσι ο κακοσκαρφισμένος στίχος μου μένει να αιωρείται.

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Bukowski oh my

Sex is kicking death in the ass while singing.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

love is the every only god

Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Κάπου υπάρχει η αγάπη μου

Και ντάξει, τώρα μου ήρθε αυτό επειδή το 'τραγουδούσα' χθες σε κάποια φάση. Ωραία φάση ήταν. Ντάξ, περί ορέξεως, εμένα μ'αρέσει όπως το λέει η Αρβανιτάκη αλλά και η Μούσχουρη Μούσχουρη είναι. ΧΑΤΖΙΔΆΚΙΣ. Τέλος.

Τραγούδι - ταυτότητα, έτσι; Σαν τη φράση πιστά και φευγαλέα. Ή σαν το σεφερικό (μετάφραση Keeley) by the taste of brime. Ή σαν εκείνο του Έλιοτ από το Love Song: Do I dare to eat a peach? (Όχι. Γαμώτο.)

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Why do i

you being in love
will tell who softly asks in love, 

am i separated from your body smile brain hands merely
to become the jumping puppets of a dream? oh i mean:
entirely having in my careful how
careful arms created this at length
inexcusable, this inexplicable pleasure-you go from several
persons: believe me that strangers arrive
when i have kissed you into a memory
slowly, oh seriously
-that since and if you disappear

solemnly
myselves
ask "life, the question how do i drink dream smile

and how do i prefer this face to another and
why do i weep eat sleep-what does the whole intend"
they wonder. oh and they cry "to be, being, that i am alive
this absurd fraction in its lowest terms
with everything cancelled
but shadows
-what does it all come down to? love? Love
if you like and i like,for the reason that i
hate people and lean out of this window is love,love
and the reason that i laugh and breathe is oh love and the reason
that i do not fall into this street is love."

e.e cummings

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Θεατρίνοι, Μ.Α.

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τούς βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα. φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ'εμάς
(πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;)
πάνω απ'το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου η ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας· ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Υπέροχος Σεφέρης. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι το συγκεκριμένο ποίημα το ολοκλήρωσε στη Μέση Ανατολή, τον Αύγουστο. Του 1943.