Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα city. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα city. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

Άνω Πόλη
















But let me choose and oh! I should
Love all my life and longer
To stroll among our trees and stray
In Goosegog Lane, on Donkey Down,
And hear the Dewi sing all day,
And never, never leave the town.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Nathalie

SARRAUTE
I think that in every book we put a lot of experience that we have ourselves lived more or less, or imagined ourselves, that there is not a single book that doesn't contain an experience. Even with Kafka. Kafka didn't live The Trial, but there is a whole universe in which he lived, which was close to him and which he translated inThe Trial, or The Castle. It's a transposition; it's a metaphor for something that he felt very strongly, and that we all feel as well.

INTERVIEWER
But it seems sometimes there is a sort of mistrust of autobiography.

SARRAUTE
When it's a real autobiography. That is, one wants to display everything one has felt, how one has been. There is always a mise en scéne, a desire to show oneself in a certain light. We are so complex and we have so many facets, that what interests me in an autobiography is what the author wants me to see. He wants me to see him like that. That's what amuses me. And it's always false. I don't at all like Freud and I detest psychoanalysis, but one of Freud's statements I have always found very interesting, and true, is that all autobiographies are false. Obviously, because I can do an autobiography that will show a saint, a being who is absolutely idyllic, and I could do another that will show a demon, and it will all be true. Because it's all mixed together. And in addition, one can't even attain all that. When I wrote Childhood, I stopped at the age of twelve, precisely because it's still an innocent period in which things are not clear and in which I tried to recover certain moments, certain impressions and sensations. 

Nathalie Sarraute, The Art of Fiction No. 115

Interviewed by Shusha Guppy, Jason Weiss; Paris Review

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Για το Παρίσι

Αδειάζει το καφέ. Σκοτείνιασε κιόλας. Σκαλίζω πραματάκια στο τετράδιό μου.
Γράφω από το Battersea. Δεν έχει πολλά φώτα εδώ. Ό,τι δίνει ο ποταμός. Οι άνθρωποι δεν κοιτούν, δεν βλέπουν. 

Τέτοια νοσταλγία που μ'έζωσε πάλι... Αυτές οι επικίνδυνες μέρες. Ένα τοπίο ολόκληρο, η οδός Raymond Losserand. Το Entrepôt που ό,τι ώρα και να το περάσεις, υπάρχει, ζωηρό, συνοικιακό. Κι ο μπάρμαν μέσα, κι αυτός. Parigi, Parigi, το σαξόφωνο του Gato. Parigi parigi parigi parigi parigi parigi. Όταν κατάλαβα πως η γλώσσα μου μ'απέμεινε με λίγα στοιχεία, στο ελάχιστο δομικά, μα αβρά και τρεμάμενα, οι δρόμοι ακόμη υπήρχαν. Ενώ εδώ - 
Ενώ εδώ, ενώ αλλού, τι σημασία έχουν αυτά. Έτσι κι αλλιώς όλα τα επίθετα κοινότυπα δεν ακούγονται πια, αφού τα χρησιμοποιήσαν όλοι οι τουριστικοί οδηγοί κι όλες οι εταιρίες καλλυντικών και ρούχων και τα λοιπά; Το Παρίσι το ένα, το Παρίσι το άλλο, το Λονδίνο έτσι κι αλλιώς, η Θεσσαλονίκη προορισμός, και τα λοιπά. Δεν έχω το κουράγιο ούτε ένα σωστό κατάλογο να συντάξω. 
Στη Νadja του Breton το μάτι δεν πρωταγωνιστεί; Θέλω να πω, η πόλη είναι το βλέμμα. Προτιμώ the gaze παρά το τίποτα. Αυτό που περνά ο κόσμος και κανείς δεν κοιτάζει, κανείς δεν ρωτά, αυτό δεν είναι καλό. 




Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Α central oyster of perceptiveness


















Battersea, London. 
Σήμερα είμαι κάτι άλλο. Ο τίτλος, περικοπή από το δοκίμιο Street Haunting της Virginia Woolf.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

GIFs, ο μήνας τους

Με το που προκηρύχτηκαν εκλογές, αποφάσισα να βάλω να ακούσω όλο τον Zappa, μελετώντας προσεχτικά τους στίχους του και κοιτώντας τις άγνωστες λέξεις. Η ελάχιστη διαμαρτυρία. I have been in you, and you have been in me. Να ξεσηκωθούμε έστω έτσι, ενώ καθισμένοι τις καρέκλες μας, μπρος στο fb, φρενιασμένοι, ενάντια στην τεράστια διαφημιστική καμπάνια που μας πλήττει όλες αυτές τις βδομάδες, και τα κορμιά που μιλούν και μιλούν και μιλούν, παπαγαλάκια με σπασμένο το λαιμό, συνεντεύξεις τύπου, το 'κενό περιεχομένου' δεν λέει τίποτα πια, δω πρόκειται για την καταστρατήγιση της ελάχιστης διαύγειας που μας έχει μείνει.

Και τι υπέροχος, τι γλυκά υπέροχος είναι ο μήνας Σεπτέμβριος που είχα τέσσερα χρόνια να τον ζήσω στην πόλη μου. Περπατώ στην παραλία κάθε μέρα, κανένα σαρανταπεντάλεπτο, και λαχταρώ να τα εισπνεύσω όλα μεμιάς, να τα κρατήσω όλα μέσα μου, ε πόλη βαλκάνια λαχταριστή, ωραίοι Σερβοκροάτες ποδηλατούν, γλώσσες, θάλασσα, ψαράκια που ξεπηδούν. Κι αδειάζει σ'αυτό το περπάτημα ο νους από τη σάχλα, σάχλα, σάχλα των ημερών. Σάχλα σάχλα σάχλα σάχλα. Διασκεδάζουμε πια, οι οθόνες δείχνουν επιθεώρηση. Απόψε, θα μείνω μέσα να δω το ντιμπέιτ. Θα παραγγείλω από τον Νικηφόρο. Ελπίζω να κάνουν ντελίβερι.

Ξαναδιάβασα τη λέξη 'καταστρατήγιση' που'γραψα, κι ανατρίχιασα. Ως πού δηλαδή έχει εισχωρήσει ο δήθεν πολιτικός λόγος, στα βαθύτερα μας γλωσσικά κέντρα κι ένστικτα; Διάολε. Λερώνομαι. Τώρα ποιος ξέρει από πού τους ήρθε, ίσως από την πληθώρα των ακαδημαικών κουκουβάγιων στη Βουλή, έχει γίνει τρέντι η λέξη 'αφήγημα', όπως η φίλη μου Ελένη παρατήρησε. Όλοι μιλάνε για αφηγήματα, κυρίως ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Λέξη της 'μετα-μοντέρνας' φαρέτρας των ψευτοπροοδευτικών και των προοδευτικών. Ντάξει, αν μιλήσει κι ο Καμμένος για 'αφήγημα', θα πάω να οδηγήσω σινούκ.

Σχετικά, διαβάζω στη Καθημερινή (18/12/2013): Αν ενοχλεί κάτι στην κατάχρηση της λέξης «αφήγημα» δεν είναι τόσο η απουσία εθνικού αφηγηματικού ταλέντου. Είναι η κενολογία που χάσκει πίσω από τις συλλαβές της, ένα είδος σοφολογιοτατισμού προσαρμοσμένου σε συνθήκες σκληρής και αντίξοης πραγματικότητας. Διότι ο παππούλης που περιμένει στην ουρά για να πάρει το χάπι για το σάκχαρο και ώσπου να φτάσει να το πάρει το σάκχαρο έχει χτυπήσει κόκκινο, ο άνεργος που καίει μελαμίνη για να ζεσταθεί, ή ο εργαζόμενος που πάει κάθε πρωί στη δουλειά του μόνον για να πληρώνει φόρους, και όλοι οι υπόλοιποι, ακούν αφήγημα και είναι σαν να μην ακούν τίποτε. Ακούνε μια παρόλα που προστίθεται στις υπόλοιπες του πολιτικού λόγου, κι ακόμη κι αν καταλαβαίνουν τι περίπου σημαίνει, το καταλαβαίνουν στο περίπου. Ενώ αν κάποιος τους μιλούσε για «σχέδιο», τότε θα περίμεναν, για να τον κρίνουν, τη συνέχεια. Στην πραγματικότητα το «αφήγημα» είναι η μεθαδόνη του σχεδίου, ένα υποκατάστατο κατάλληλο για την ρητορική της ανυπαρξίας. 
Μ'αρέσει που το άρθρο αυτό εμφανίζεται όταν ψάχνεις την εν λόγω λέξη, κι έρχεται και προστίθεται ως απαραίτητο λήμμα. Τα'χω όλα μπερδέψει στο μυαλό μου. 

Ήθελα να γράψω για την ποιητικότητα της χθεσινής νύχτας... Πώς πάλι κατρακύλισα στα ανέραστα της πολιτικής; I have been in you and you have been in me. Η Γλυκερία Μπασδέκη σε μια συνέντευξη που διάβασα αναδημοσιευμένη στο indexanthi.gr ερωτηθείσα εάν αποφεύγει τα πολιτικά θέματα, απαντά: Για μένα πολιτική είναι έρωτας. Ερωτευμένος και βαθιά ευχαριστημένος άνθρωπος κάνει καλή πολιτική. Η χώρα περνάει άγρια κρίση έλλειψης ερωτισμού. Οι άνθρωποι δεν επιθυμούν πια τίποτα. Το σώμα τους έχει στεγνώσει. Φαίνεται από τη λακ των γυναικών. Μισώ τη λακ, τη θεωρώ κρίση πολιτισμού. Η Μαλβίνα έλεγε πως γυναίκα που φορά σκουλαρίκια γκουμούτσες αποκλείεται να θέλει να φιληθεί. Κανείς δεν θα μπορεί να την αγκαλιάσει…

Ξενυχτισμένη γράφω, περπατώ, κοντοστέκομαι να βγάλω φωτογραφία τον τύπο με το πουκάμισο των χίλιων μπαλωμάτων που κοιτάει μες τη θάλασσα, patchwork με μισοφέγγραρα. Δεν μου μένει καμιά φωτογραφία στο τέλος, διότι όλες οι ωραίες μου φωτογραφίες είναι αυτές που δεν τόλμησα να βγάλω. Τελικά φωτογράφησα τον κίτρινο ντόκο αντί για την πλάτη του τύπου που ήθελα. Ας έχει. 



Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Φάρμακο - Greenwich Village - pensare di mi

Η τροφός, θέε μου. Τι είπε η τροφός, στην ακροθαλασσιά, στην κυρά της την Φαίδρα, με τα μάτια που καίνε και την καρδιά που τρέμει. Κι εμείς, εδώ, Λούκι κι εγώ, στην άκαρδη πόλη. Κάποιοι μήνες που απέμειναν - πώς να τους μιλήσω; 

Φαντάσματα, φαντασμαγορίες, όταν δουν τα μάτια δεν μπορούν να ξε-δούν. Κι έτσι, μαρμαρώσαμε. Μέχρι που θα συρθούμε, αρχές του καλοκαιριού, στη θάλασσα κι εμείς, βασανισμένοι από τα οράματα της ζωής μας χωριστά. 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

notes on lifestyle

A winter that has largely spared the Northeast thus far is about to arrive with gusto: a storm the National Weather Service called "potentially historic" could dump 2 feet or more of snow between New York and Boston, γράφει το NPR. 

Χθες, με το μωβ μου μακρύ παλτό, χουχούλιαζα, και περπατούσα μες στο τσουχτερό κρύο και τους έρημους δρόμους ψάχνοντας τον σταθμό στη Lexington, απ'όπου θα έπαιρνα το τρένο Ν για την Αστόρια. Έως που έστριψα κάπου εκεί στη συμβολή της 3ης Λεωφόρου με την πεντηκοστή όγδοη οδό, τα μεγαλοπρεπή Bloomingdale's να ορθώνονται λίγο παρακάτω λαμπυριστά και μοχθηρά. Homeless blues έγραφε μία ταμπέλα στη μέση του πεζοδρομίου μπροστά μου. Δίχως να σταματήσω να περπατώ, πρόλαβα να δω ένα βανάκι που σαν αυτοσχέδια καντίνα μοίραζε σε ανθρώπους αυτά τα τυποποιημένα κουτάκια που'χουν μέσα noodles σε μορφή σούπας. Σήκωσα το κεφάλι μου, άνοιξα το βλέμμα μου κι είδα καμιά τριανταριά ανθρώπους να κρατούν το κεσεδάκι αυτό με τα δυο τους χέρια, και στην πλάτη να κουβαλούν υπερχειλισμένα σαμάρια. Είδα δυο γυναίκες, σκυφτές, με γάντια, να συζητούν, όρθιες, καθώς ρουφούσαν τη σούπα από το πλαστικό. Άνθρωποι που κουβαλούν το βιός τους, κι έχουν τη δύναμη να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Πού θα κοιμόνταν χθες το βράδυ; Και πού θα βρουν καταφύγιο αύριο όταν θα αρχίσει η χιονοθύελλα που τόσο τόσο γλαφυρά περιγράφουν οι εφημερίδες; Πώς να αγαπήσει κανείς αυτό το μεγαθήριο που λέμε μητρόπολη, αυτή την πολιτεία που κατασπαράζει τα παιδιά της, πώς να πει κανείς τέτοιο ψέμα;

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Σώτη Τριανταφύλλου

Τα Σάββατα στο πανεπιστήμιο έχουν κάτι το ειδυλλιακό ακριβώς επειδή απέχουν από κάθε τι το ειδυλλιακό, από κάθε νησί, από κάθε προσπάθεια κι ερμηνεία κι απόδοση νοήματος. Η γλώσσα κι η μυθοπλασία με έσωσαν και πάλι χθες: επαναλάμβανα στην καλή μου φίλη Κ. (πόσο τυχερή είμαι που τη γνώρισα) πως, δεν πειράζει, το πρωί της Παρασκευής, έγινε και ξύπνησα στο Μπρούκλυν. Κι έτσι, δεν πειράζει, ό,τι συνέβη συνέβη. Ξύπνησα στο Μπρούκλυν, λίγα μέτρα από τη Myrtle & Broadway. Περπάτησα προς τον σταθμό του μετρό και πριν ανέβω τις σκάλες για το τρένο Μ και το νησί Μανχάταν ζήτησα από το εντυπωσιακά, καχύποπτα τακτοποιημένο και καθαρό deli της γειτονιάς ένα μπέιγκελ cinammon raisin, ζεσταμένο, με cream cheese. Ό,τι συνέβη συνέβη, χρειάζομαι μόνο έναν ζεστό καφέ από το Grand Central για να δυναμώσω και να βάλω τον εαυτό μου σε τάξη. Στο βαγόνι είμαστε μισοί μισοί: κάποιοι αποφασισμένοι κι έτοιμοι να πιάσουν τη μέρα από τα κέρατα και να αντέξουν την πλανεύτρα μεγαλούπολη, κι άλλοι που χασμουριόμαστε, δεν λέμε να ξυπνήσουμε. Ντρεπόμουν που'δειχνα ατημέλητη, και που οι ανησυχίες μου ήταν τόσο μικρές, τις σύγκρινα πάνω στα πρόσωπα του κόσμου. Έτρεχε το τρένο κι έβλεπα το Μπρούκλυν από ψηλά να φεύγει να φεύγει και να χάνεται κι εμείς να χωνόμαστε βαθιά στη γη. Σε ένα κτίριο, πριν χαθεί το φως, κάποιο σλόγκαν φωνάζει πάνω από τις κατεστραμμένες ελπίδες "Love Me", κόκκινο, κάνει το Μπρούκλιν ένα σημάδι μέσα στο λογισμό σου πως κι εσύ υπάρχεις όπως μύριοι άλλοι σ'αυτήν την πόλη. Και κρατιέσαι από τα εκστατικά λόγια του Walt Whitman που γιορτάζει και δοξάζει κι αποτίει φόρο τιμής στη μητρόπολη στα μέσα του 19ου αιώνα. Σκέφτεσαι και προσπαθείς να κρατηθείς από το πρώτο κεφάλαιο του Moby Dick όπου ο κόσμος συρρέει στο Battery Park για να ρουφήξει τη θαλάσσια αύρα. Και λες και πάλι, δεν πειράζει, ό,τι και να συμβεί θα'χω πάντα το γράψιμο. Και την ανάμνηση μιας πολύ βαθιάς αγάπης. 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

τελευταίες αναφορές κι αναμνήσεις

Ο Lee Hazlewood κι η σελήνη. 
Ο Μαύρος Ορφέας κι η Ευριδίκη του, η ταινία του Marcel Camus, κομφετί ολόγυρα.
Aυτή η γειτονιά του Παρισιού, όλες μου οι ανέλπιστες παρέες. Τα κοκκινωπά της φώτα, το βράδυ, που σμίγουν με τον ουρανό, και τα πρωινά στεκόμαστε στο περβάζι προτομή μιας περασμένης φιγούρας. Πώς να ξεχάσει ποτέ κανείς τις πόλεις που του κράτησαν συντροφιά;


Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, στις δικές σου εξωτικές ερήμους,
σαν τον φίλο μου τον Μάθιου που χθες μου περιέγραφε πώς διέσχισε πέντε πολιτείες σε δεκατέσσερις ώρες με μία στάση για ανάπαυση σε ένα ερημωμένο diner. Αυτό θα πει μυθολογία ενός τοπίου. Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, φέρε μας ό,τι απέμεινε από μια εποχή στην κόλαση, un sejour aux etats-unis. Να ζήσουμε ψηλά βουνά, να ευτυχήσουμε. Τραγούδα, Lee, μην μας πάρει και μας σηκώσει.

The hurt I hurt is nothing like the hurts I've hurt before
The things I feel do not feel like things I've felt before
And the loneliness and the emptiness and the hopelessless are fine
Because some times my cloudy brain remembers for one moment you were mine

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Αφιερώσεις

Παρασκευή βράδυ στο κέντρο της πόλης - μετά από μια βρετανική ανιαρή ταινία στη Bleecker Street - μόνη - όπως μ'αρέσει - να παίζω με τους περαστικούς - υπογείως, το μετρό βρώμικο, καμιά φορά δαιδαλώδες. Βέλη να κατευθύνουν uptown - κυλιόμενες μετά από κυλιόμενες - μόνο στο μετρό μπορείς να'σαι ακίνητος και πάλι να κινείσαι. Κατά τα άλλα η αδράνεια η αργία η στάση σ'αυτήν την πόλη σημαίνει θάνατος - θα σε καταβροχθίσει το πλήθος. 

Κι όμως - το πλήθος σού κρατά ανέλπιστη παρέα κάτι τέτοια βράδια. 





Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις στον Μatisse


Luxe, calme et volupté (1904). Υφή σαν ψηφιδωτού. Κάθε πινελιά (η χειρονομιακή της δύναμη, the brushstroke) έχει περίπου το ίδιο μήκος - είτε 'γεμίζει' μεγαλύτερες είτε μικρότερες επιφάνειες (είτε, δηλαδή τον ουρανό είτε το μπράτσο μιας γυναίκας). Τα μαλλιά της γυναικείας φιγούρας στο έμπροσθεν μέρος πέφτουν σαν τρεχούμενο νερό· ένα ρυάκι από χρώματα (μου θυμίζει την ιδέα -πού την άκουσα; ποια είναι;- έρωτας σαν ποταμός).  

[The Matisse Exhibition at the MET Museum of New York, December 4th 2012 to March 17th 2013]

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

To be continued

Τι συμβαίνει: φοράει ένα στενό καλσόν, μαύρο, που γλιστράει. Γνωρίζει μια νέα τύπισσα με τρία σκουλαρίκια στο αριστερό αυτί, η οποία, not a big deal, της δίνει το νούμερό της, στείλε μου κανά μήνυμα. Συναντιούνται το πρωί του πρώτου Σαββάτου και κατεβαίνουν στο Μανχάτταν.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Local readings

Επιτέλους διαβάζω τον Φύλακα στη Σίκαλη.