Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Home by the Sea

Help me someone, let me out of here
Living here so long, undisturbed
Dreaming of the time we were free
So many years ago

Συνάντηση πάντα στα δισκάδικα, 
συγκεκριμένα στο δισκάδικο της Ομήρου στη Νέα Σμύρνη. Τουλάχιστον μία ώρα περνάει χαζεύοντας τα CD. Δεν χορταίνω να ακούω για τις μπάντες που του αρέσουν. Ειδικά αγγλικό prog rock. Οι βασιλιάδες του: οι Genesis. Φυλλομετρούμε τις κατακόρυφες κασετίνες με τα CD. Αυτούς, τους έχεις ακούσει; Αν πω όχι, ο δίσκος μπαίνει αυτόματα στη στοίβα. Αυτή είναι η εκπαίδευσή μου, δεν θα με συγχωρήσω αν χάσω έστω λέξη, θα τα δεχτώ όλα τα δώρα προκειμένου να μάθω. Αν δεν βρίσκουμε έναν δίσκο, αφού έχει σκύψει άνετος, σαν μικρό παιδί, να ψάξει γονατιστός στα χαμηλότερα ράφια, ρωτάει τον ιδιοκτήτη, κι εκείνος θα ανέβει τις σκάλες και θα μας τον επιστρέψει ικανοποιημένος. Έχω επίγνωση πως το CD είναι μια "δεύτερη" διαδικασία για εκείνον που πέρασε ώρες ψάχνοντας βινύλια, όμως εφόσον ο ίδιος ψάχνει τώρα χωρίς ενοχή να μου δωρίσει CD, για μένα αυτή η ευτυχία μού φτάνει και μου περισσεύει.

Κράτησα όλα τα CD που μου χάρισε όλα αυτά τα χρόνια με ευλάβεια, τα τακτοποίησα στη δισκοθήκη μου στη Θεσσαλονίκη. Όμως άργησα πολύ - τραγικά πολύ - να ακούσω τους Genesis. Θυμάμαι τους έβαλα μια φορά να τους παίξω και τους έκλεισα. Δεν ήμουν εξοικειωμένη με αυτόν τον ήχο. Τα αυτιά μου είχαν συνηθίσει στην αοριστία της τζαζ, ποιος ξέρει.
Όπως συχνά συμβαίνει, έβαλα τελικά να ακούσω τους δίσκους όταν έψαχνα κάτι. Κι όχι μόνο τους δίσκους. Έπιασα να βλέπω όσα περισσότερα live στο youtube: ακόμη κι οι άγνωστοι σχολιαστές από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου έλεγαν με παράπονο ότι ο Phil Collins και η μπάντα γενικότερα δεν εκτιμήθηκε όσο τους άξιζε.

Images of sorrow, pictures of delight
things that go to make up a life
endless days of summer longer nights of gloom
waiting for the morning light
scenes of unimportance, photos in a frame
things that go to make up a life

Υπάρχουν τόσοι πολλοί τρόποι να ζήσεις τη ζωή. Ίσως και να τη ζήσεις τελείως ήσυχος, χωρίς να λες πολλά και χωρίς να δείχνεις. Οπωσδήποτε όμως θα έρθει κάποια στιγμή που, ακόμη και στην απουσία σου, θα φανερωθείς, μέσω μιας ακινητοποιημένης εικόνας σε ένα βίντεο, από μια "σκηνή χωρίς σημασία", ή από το σύνολο των στίχων της μπάντας που άκουγες. Και αυτή η εικόνα που θα φανερωθεί δεν θα σηκώνει πλέον καμία άρνηση, καμία μεμψοιμιρία, καμία μικροπρέπεια: γι'αυτούς που θέλουν να ακούσουν θα είναι το σύνολο όσων υπήρξαμε.

Για τον Τζώρτζο, που αύριο στη γιορτή του θα μας λείπει.

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Η δασκάλα μας, Μαίρη Λιάτσου


Υπήρχε μία μεγάλη γοητεία στον τρόπο που η δασκάλα μας κινούταν στον χώρο, αυτό που στα αγγλικά λέγεται to carry oneself. Αδιαπραγμάτευτα ευθυτενής, με μία συνεχή αίσθηση του βάρους της και της βαρύτητας που σ’έκαναν να πιστέψεις πως έπειτα από μια ζωή χορού μπορούσε κανείς να κατακτήσει ένα βάδισμα που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Μικρά κορίτσια, στα μικρά μας ροζ και λευκά κορμάκια, φτάναμε στη σχολή με τους γονείς μας ή με τη γιαγιά μας. Η δική μου, επίσης Μαίρη, απόφοιτος του ίδιου γυμνασίου κι επομένως επίσης «Ανατόλιαν», επίσης ευθυτενής και χαμογελαστή. Επίσης με τα μαλλιά πιασμένα κότσο. Μα τα μαλλιά της δασκάλας μας ήταν μυθικά, πρώτα απ’όλα γιατί δεν τα βλέπαμε. Πάντοτε πιασμένα σ’ένα σφιχτό κότσο στερεωμένο από αόρατες φουρκέτες όπως μόνο οι μπαλαρίνες ξέρουν να στερεώνουν, μαντεύαμε πόσο μακριά να’ναι. Θέλαμε ν’ανακαλύψουμε αν ήταν φυσικά ξανθά, κι αν τα άφηνε ποτέ ελεύθερα (σαν να θυμάμαι μια από τις πιο τσαούσες ανάμεσά μας να την ρωτάει μια φορά το ανήκουστο, κυρία, πόσο μακριά είναι τα μαλλιά σας;). Θυμάμαι ν’αναρωτιέμαι αν στη ζωή της τα βράδια μετά τα μαθήματα στη σχολή έλυνε αυτόν τον κότσο. Ο κότσος της δασκάλας μου μού κέντρισε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον για την ιδιωτική ζωή κάποιου. 
 
Κι έτσι, χωρίς ποτέ να ξέρουμε κάτι παραπάνω, έμπαινε στην αίθουσα στις 6, απόγευμα Δευτέρας, για το μάθημα κλασικού χορού (τις Τετάρτες είχαμε τζαζ με τη Μανταλένα, που φορούσε μαύρο παντελόνι κι ήταν νέα και μοντέρνα όπως ταίριαζε στο μάθημα). Ξεκινούσαμε από τις ασκήσεις στην μπάρα κι ένιωθα να φουσκώνω από περηφάνια που μια κυρία που έμοιαζε με τη γιαγιά μου (η οποία μου θύμιζε πάντα, class of ’54 η Λιάτσου, class of ’56 εγώ) μας δίδασκε με συνδυασμό ακρίβειας και αυστηρής καλοσύνης πώς να τεντώσουμε τα coup de pied μας, πώς να περάσουμε από την πρώτη στη δεύτερη θέση και πώς να κρατούμε τους αγκώνες μας σταθερούς αλλά όχι σφιγμένους. Ένιωθα πραγματική ανάταση, σαν να σημειωνόταν ένας θρίαμβος, ήδη, στην παιδική μου ηλικία, όταν ερχόμασταν στο κέντρο για τις υπόλοιπες ασκήσεις, που ήταν πάντα πιο ενδιαφέρουσες. Η αγαπημένη μου ήταν (και πρέπει να το είχε υποψιαστεί η δασκάλα μου που πάντα με επαινούσε σ’αυτό το σημείο) η «μεταφορά βάρους» όπως μας την ανακοίνωνε εκείνη. Θα σας πω όπως ένα παιδί μόνο ξέρει να προσέχει τις λεπτομέρειες ενός προσώπου πως τα χείλη της δασκάλας μας εμφάνιζαν λεπτές, ντελικάτες γραμμές στο πάνω μέρος καθώς πρόφεραν αυτό το «βάρους» κι όπως το δεξί της πόδι άνοιγε από την πρώτη θέση στη δεύτερη εμφανίζοντας το άψογο coup de pied και τα μπαλετικά παπούτσια με τακούνι και την ελαστική σόλα που έδεναν στον αστράγαλο.  Μαθαίναμε πώς να περνούμε από το ένα πόδι στο άλλο, την πιο βασική λειτουργία της ανθρώπινης κίνησης, διατηρώντας την σωστή μας στάση, εκτελώντας την κίνηση με συνείδηση κι αβίαστα.


Με το τέλος των ασκήσεων η δασκάλα μας μάς καλούσε να μαζευτούμε κοντά της. Μοσχοβολούσαν τα καλσόν και η λακ και το ξύλινο τετράγωνο με το κολοφώνιο στη γωνία στο οποίο ελπίζαμε μια μέρα να αξιωθούμε να αλείφουμε τις πουέντ μας μ’αυτό το αινιγματικό βαθύχρωμο κεχριμπάρι. Όπως καθόμασταν συναγμένες γύρω της, καρφίτσωνε σε μια λευκή κουρτίνα που σκέπαζε το τζάμι τις ζωγραφιές μας (έξω είχε πια βραδιάσει και οι γονείς μας – τότε δεν ξέραμε με ποια κούραση απ’όλη την ημέρα δουλειάς- ξανανεβαίναν τα σκαλιά του εμπορικού κέντρου της Σοφούλη για να’ρθουν να μας πάρουν σπίτι). Ζήλευα μια ζωγραφισμένη φιγούρα. Το κορμάκι της ήταν γεμισμένο από στρας, ζωγραφισμένο μ’αυτές τις παχύρευστες κόλλες που δίναν δώρο με τα Polly Pocket. Τόσο φανταχτερά δεν θα επιτρεπόταν ποτέ να ντυθούμε στη σχολή. Ίσως, αν είμασταν τυχερές, θα είχαμε ωραίους ρόλους που απαιτούσαν αστραφτερά κουστούμια στην παράσταση του τέλους της χρονιάς. Ήταν το έτος 1997 και ο ρόλος που μας είχε ανατεθεί ως τάξη, μας ανακοίνωνε τώρα η δασκάλα μας, ήταν το Ρολόι στο παραμύθι της Σταχτοπούτας. Παρ’όλο που είχαμε κομβικό ρόλο, όπως μας εξηγούσε, εμείς άλλωστε θα σημάναμε μεσάνυχτα, απογοητευτήκαμε. Γιατί να είναι η Σταχτοπούτα μία από τις πιο μεγάλες κοπέλες και να μην φορέσουμε εμείς τα μακριά φορέματα; Και το Ρολόι πώς θα το χορεύαμε; Αφού είμασταν πολλές…


Θα πω τέλος για το «Open Day» μίας χρονιάς από εκείνες. Άνοιγαμε την πόρτα της αίθουσας και τα παράθυρα, μεταφέραμε τους πάγκους μπροστά από τους καθρέφτες, κι οι οικογένειες επιτρέπονταν εξαιρετικά να παρακολουθήσουν ένα μάθημα. Μαζί με τη δασκάλα μας, εκτελούσαμε την κανονική ροή του μαθήματος αλλά αυτή τη φορά, αν κάναμε λάθος, η δασκάλα μας δεν μας διόρθωνε.  Μας καμάρωναν οι γονείς που γι’αυτούς δεν υπήρχε η ακρίβεια της κίνησης. Όταν πέρασε η σειρά της τάξης μου, έκατσα στον πάγκο για να παρακολουθήσω τις μεγαλύτερες κοπέλες (οι πρώτες νεαρές γυναίκες που γνωρίζαμε στη ζωή μας, σχεδόν απρόσιτες στην εφηβεία τους, το πιο σοβαρό μυστήριο). Δεν άφηνα από τα μάτια μου τη δασκάλα μου, η οποία είχε έρθει να καθίσει ανάμεσα στους γονείς. Ήθελα να την εντυπωσιάζω, διψούσα να της δείχνω πως ακούω όσα μας διδάσκει, και πρόσεχα να κάθομαι με την πλάτη μου ίσια. Δεν ήλπιζα βέβαια να με προσέξει μέσα στα τόσα παιδιά, στις μεγάλες χορεύτριες, στους γονείς. Κι όμως, η δασκάλα μου με διέκρινε. Το θυμάμαι σαν τώρα: Εύγε, Μαίρη μου. Στέκεσαι σωστά. Την ευθυτενή στάση, την κορμοστασιά που διαλέγεις δυνατή και περήφανη, βέβαιη στο κέντρο της, την οφείλω στη δασκάλα μου κι αυτό πώς μπορώ να το ξεχάσω σ’όλη μου τη ζωή.



Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Γράφω τελικά μόνο στα τρένα του γυρισμού...

Άλλοι κοιμούνται, άλλες διαβάζουν, άλλοι κουβεντιάζουν.
Στιγμές ευδαιμονίας παρά την κούραση και τα μάγουλα που καίνε. 
Του πήρα ένα τυρί της περιοχής και μια μεγάλη "αρτιζανά" μπύρα.
Αυτή τη στιγμή διαβάζουν οι τρεις τους: Duras, Anaïs Nin, Hernaux. Γυναίκες που γράφουν. Γυναίκες που διαβάζουν. Ενώ είναι χαζή κι ανούσια αυτή η έκφραση, μου'ρχεται όλο στο νου πότε με το ένα φύλο πότε με το άλλο: Η ιστορία της ζωής μας είναι οι γυναίκες. Η ιστορίας της ζωής μας είναι οι άνδρες. Il faut beaucoup aimer les hommes. Να τους λατρεύεις. Να πέφτεις στα γόνατα σαν να προσεύχεσαι γι'αυτούς. Να μην τους χλευάζεις ποτέ. Να μην απομονώνεις την αδυναμία τους. Να τους θαυμάζεις που είναι δυνατοί μα να μην ξεχνάς πως έχουν στιγμές που αρρωσταίνουν. Και μάλιστα αρρωσταίνουν συχνά. Δεν εξηγούν την αρρώστια, τα γεγονότα της ζωής στον εαυτό τους, και συχνά θυμώνουν που πιάστηκαν απροετοίμαστοι - λες και θα γινόταν κι αλλιώς. Μα να τους αγαπάς άπειρα και σε κάθε τους σώμα να κοινωνείς κάθε φορά την ιδανική ζωή, την αποκλειστικότητα, την ενότητα, όσο μπορείς. Η απελπισία... Επειδή δεν την εξηγούν, δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Έχουν ανάγκη. Από πολλή αγάπη. Από λατρεία. Σιγά σιγά νυκτώνει. Τα τρένα φτάνουν στο Παρίσι. Σταυρώνουν οι σιδηροδρομικοί με τις γραμμές του μετρό. Να μοιράζεις τη ζωή σου δεν είναι εύκολο. Να λάμπεις από την κρυμμένη σου εσώτερη ζωή, έχει κι αυτό το τίμημά του. Να γράφεις και να αγαλλιάς με σήματα που οι άλλοι εκ πρώτης όψεως δεν καταλαβαίνουν, δυσκολεύει πού και πού τα καθημερινά. 
Δεν είναι μόνο τα μυθιστορήματα της Jane Austen... Δεν άντεξα να διαβάσω πάνω από δύο αλλά γιατί δεν ακούγεται εξίσου η τεράστια George Eliot; Τι αγάπη της είχε η E.D.! Όταν γράφουν οι γυναίκες -- 
Παύλες. Φιλίες που ονειρεύονται μεταξύ τους κι ας είναι ακατόρθωτες. Είδα το πρόσωπο της Σοφίας σε μια γυναίκα στον σταθμό της Lille όπως ξεφλούδιζα το πρώτο μανταρίνι της χρονιάς. 

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

(Κι άλλα ακόμη) επεισόδια

i. Το ταξίδι μου εξελίχθηκε μέσα σ'αυτή τη μακέτα σκηνικού φτιαγμένη από τον Τσαρούχη. Ένα χαρτόνι, κομμένο στρόγγυλα, περασμένο από μια τρυπούλα σ'ένα πολύ λεπτό σκοινάκι για να μπορεί ν'ανεβοκατεβαίνει χειροκίνητα, είναι το φεγγάρι μπροστά από μπλε φόντο, πίσω από τον Λυκαβηττό. Αυτό το φεγγάρι κι αυτόν τον βράχο τους είδα προχθές από το ταξί καθώς γυρνούσα δυο το ξημέρωμα από την ταβέρνα στα Εξάρχεια όπου μιλούσαμε με τον Χρήστο και την Αλεξάνδρα ως αργά. Αυτή η μπλε Αθήνα, αυτή η μεταμεσονύκτικα "κατάσταση", λέξη που είπαμε με τον Χρήστο πολλές φορές όπως κατεβαίναμε την Θεμιστοκλέους. Κοντά στην πιάτσα των ταξί, κάτω από τη Ροζαλία, σ'ένα μικρό γήπεδο με μια μπασκέτα, μικρά παιδιά, έφηβα αγόρια, παίζαν. Μιλούσαν λίγο απ'όλα, γαλλικά αγγλικά ελληνικά. "Εδώ, εδώ ρε, πάσα". Διασκέδαζαν το σκοτάδι, της μπλε πόλης, των ποιητών που αργά αργά γυρνούσαν στα σπίτια τους. Για μία ακόμη φορά να ξέρω πως αυτό που με νοιάζει είναι να γράφω: να μου συμβαίνουν πράματα και να γράφω. Μία νέα, εξαίσια ελευθερία αρθρώνεται σπονδυλωτά μπροστά μου, λες και δεν υπάρχει πια λόγος να τρελαίνομαι ή ν'απελπίζομαι, παρά μόνο λόγος να υπομείνω. "Γράφ'το, αυτό γράφ'το" έλεγαν εναλλάξ η Αλεξάνδρα κι ο Χρήστος για τα πιο απλά - λες και το μόνο που'χεις να κάνεις είναι να, σαν σώμα, δεχτείς, απλωμένος, αν γίνεται, αφημένος σε κάποια όχθη ή, αν όχι, κέντρο απόκεντρο. Να λογαριάζω; Να μετρώ; Πώς θα το μπορούσα; Δυστυχώς δεν είμαι κάποιος που μπορεί να μετρήσει. Το καταλαβαίνω και πάλι αυτό. Είμαι ίσως πιο πολύ κάποιος που λογίζει, εννοεί ως τέχνη τη συναναστροφή, ακόμη κι αν αυτή την εύχεται, ενδεχομένως, πού και πού, να τη δει να γκρεμίζεται.




Kenji Mizoguchi traveling through Europe, 1953



ii. Η αγάπη που είχε για την πόλη δεν θα μπορούσε να'ναι επιφανειακή, ακόμη κι αν τη διαλαλούσε αυτή την αγάπη όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν φαινομενικά ελαφρά τη καρδία. Η πόλη είχε καταλάβει την πιο βασική της κι ανομολόγητη αδυναμία, τον φόβο της μοναξιάς της και την άγρια χαρά για την ανυπότακτη ελευθερία της. 

Απέφευγε τις γυναίκες γιατί φοβόταν την αυτολύπηση που θ'αντίκρυζε στα πρόσωπα και στα σώματά τους. Κι όμως, είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από μια γυναίκα (στιβαρή, και σβέλτη, κι ανθρώπινη) φίλη. Έβγαινε με τους άνδρες φίλους της, και περνούσε η ώρα πραγματικά χωρίς να το καταλάβει, μα δεν αρκούσε. Τη φιλία των γυναικών τελικά την έψαχνε πιο πολύ καιρό, και πιο μάταια, από την αγάπη των ανδρών. Μα ναι, τώρα τις γυναίκες τις απέφευγε για τα καλά - δυστυχώς δεν άντεχε και τη δική τους μελαγχολία. Αν έπαιρνε λιγότερο κατάκαρδα (κατάσαρκα) τα πράματα, ίσως... 

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

File d'attente

 Είδε κάτι που εκείνη την στιγμή τής έμοιαξε σαν τη μεγαλύτερη αδικία. Περίμενε στην ουρά για μια έκθεση. Ήταν αργία. Η ουρά ήταν μεγάλη. Προφανώς πολύς κόσμος διάλεξε να δει την έκθεση ανήμερα, ειδικά αφού τα περισσότερα μουσεία ήταν κλειστά. Μπροστά της περίμενε ένα ζευγάρι. Ένας ψηλός, κοντοκουρεμένος τύπος, ντυμένος ωραία, με κουστούμι, ίσως με καταγωγή από τις Αντίλλες. Δίπλα του μια νεαρή κοπέλα με μακριά καστανόξανθα περιποιημένα μαλλιά, βαμμένη προσεχτικά με eyeliner και ματ κόκκινο κραγιόν. Όσο εκείνος πληκτρολογούσε στο κινητό του, η κοπέλα είχε το χέρι της ψηλά στο πίσω μέρος του μηρού του και τον χάιδευε ή τον κρατούσε σφιχτά. Εκείνος όταν έβαλε το κινητό στην τσέπη άρχιζε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του στην πλάτη της πάνω από το παλτό. Είχε μεγάλη παλάμη.
 Εκείνη περίμενε υπομονετικά - δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να παρατηρήσει το ζευγάρι. Ένιωσε όμως (κατάλαβε) πως είχε μια ανάλογη εμπειρία με την κοπέλα επίσης την προηγουμένη, και αισθάνθηκε μια θλιμμένη κι ακατανίκητη ταύτιση μαζί της. Η κοπέλα κρατούσε μια κίτρινη τσάντα. Πήγαινε με τα μαύρα της ρούχα και τις φλογίτσες-ανταύγειες των μαλλιών της. Μόνο που (κι εδώ εκείνη που καθόταν από πίσω και παρατηρούσε ένιωσε να της κόβεται το στομάχι στα δύο) είχε ξεχάσει να βγάλει από το λουρί της τσάντας το πλαστικό από το καρτελάκι. Δεν ήταν τελείως φανερό μα λίγο αν πρόσεχες το'βλεπες. Χθες, όταν θα είχε πάει να ψωνίσει ενόψει του ραντεβού της με τον ψηλό άνδρα, θα είδε την κίτρινη, χτυπητή μα όσο πρέπει τσάντα στα πλαστικά κουτιά λίγο πριν το ταμείο, και θα σκέφτηκε να την αγοράσει. Ήθελε καιρό μια τέτοια τσάντα, όχι πολύ μεγάλη, κατάλληλη για μια βραδινή έξοδο, όπου σε νοιάζει να πάρεις το προτοφόλι σου, το μέικ-απ ίσως, μαντηλάκια ντεμακιγιάζ σε περίπτωση που δεν κοιμηθείς στο σπίτι σου και τίποτε άλλο. Και να'τοι μαζί τώρα, μέρα αργίας. 
 Η κοπέλα που περίμενε από πίσω - πονούσε η μέση της. Κάτι που'μεινε από την εμπειρία της προηγουμένης. Θα μπορούσε να'χει αλλάξει θέση, να'χει κουνηθεί την στιγμή εκείνη,  μα δεν ήθελε να χαθεί η ενέργεια της στιγμής, να μην αλλάξει ο τρόπος... Και τώρα αυτός είχε πάει στις Βερσαλλίες, να κάνει ποδήλατο στην εξοχή και να αδράξει την ελεύθερη μέρα του. Έβαζε φωτογραφίες στο facebook. Όλες φιλτραρισμένες. Κίτρινες, σέπια. Εκείνη μισούσε τα φίλτρα, την έπιανε το στομάχι της. Τι περιττή επεξεργασία! Φίλτρα στο φθινοπωρινό τοπίο! Ένιωθε να τον αντιπαθεί μ'όλο της το σώμα εξαιτίας των πειραγμένων φωτογραφιών που συσσωρεύονταν λεπτό με το λεπτό στο newsfeed της. Λες κι ήταν ξένοι. Λες και το προηγούμενο βράδυ δεν την είχε υποδεχτεί στο σπίτι του μ'ένα βαθύ φιλί, και μια ανάγκη... Λες κι η νύχτα δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. Μα ένιωθε πως ζαλιζόταν, - εκεί στην ουρά που όλο και προχωρούσε πιο κοντά στην είσοδο- πως ανακατευόταν το στομάχι της. Και το κομμάτι από πλαστικό στην κίτρινη τσάντα της κοπέλας... Τον αντιπαθούσε που της είχε πει πως είχε όρεξη να πάει να κάνει ποδήλατο στο δάσος κι όταν εκείνη τον ρώτησε αν θα πάει με φίλους, ελπίζοντας να την πάρει μαζί του, ή μάλλον να το προτείνει, την ρώτησε αν έχει δικό της ποδήλατο. Το ήξερε πως δεν έχει δικό της ποδήλατο. Και τώρα έκανε στάσεις κάθε λίγο στη βόλτα του για να αναρτήσει φιλτραρισμένες φωτογραφίες από τα πεσμένα φύλλα κι από ένα καφέ με μαυρισμένους (αν φαινόταν καλά) από τον καιρό καθρέφτες. 
 Η κοπέλα μπροστά της πιάνει πάλι το πόδι του φίλου της. Το χαιδεύει. Τον κρατάει. Όπου να'ναι θα μπουν κι αυτοί. Μετά είναι η σειρά της.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Νεράντζια και πέτρες

  Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli. 

Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Πήρα απ'το χέρι σου νερό...

Τι έχω πάθει με τον Άκη Πάνου! Τα λόγια του καθηγητή μου από το Κονγκό για να περιγράψει τους Αδερφούς Καραμαζώφ μου'ρχονται στο νου: je n'ai jamais lu quelque chose de si ample, de si déchirant. O Aλιόσα που σκύβει κι υποκλίνεται και φιλάει τη γη και της ρίχνει τα δάκρυά του με έκσταση και συντριβή. 

Κι έπειτα, αυτή η βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων και των καημών που μόνο σε μεστά, βαθιά και βαριά μυθιστορήματα βρίσκει κανείς. George Eliot και Joyce. Μα είναι δυνατόν; 

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


Τελευταίες μέρες εδώ. 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Πολυάσχολη ζωή

Οι πρώτες λέξεις οι πιο δύσκολες. Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια τραγωδία; Κάθομαι μπρος στην οθόνη σαν καημένο κουτάβι. Θυμάμαι τον Dubuffet. Μετά το Ολοκαύτωμα ήταν αδύνατο να αποτυπώσεις με πιστότητα μια ανθρώπινη φιγούρα. Σκέφτομαι την Βακαλό, σκέφτομαι τους φίλους μου. Τώρα εδώ, άνθρωποι ξεθεωμένοι, ξεχυμένοι στην Εθνική Οδό, περπατούν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να ξέρουν στο λιγότερο πού θα τους βγάλει τόσος μα τόσος κόπος, τόση κούραση. Καθόμαστε και τους χαζεύουμε. Θα προσπεράσουμε το καραβάνι με το αυτοκίνητο. Καθόμαστε και χαζεύουμε. Δεν είναι λύση να καταρρακωθούν οι συγγραφείς μας και να μην ξαναγράψουν, όχι. Αλλά αυτό το ξερίζωμα... Η καρδιά τους... Η άσφαλτος.
Πόσο θυμωμένη είμαι. Χάσκουμε μπρος στην εικόνα. Στο Τσέλσι ανακοινώθηκαν έξι νέα διαμερίσματα πολυτελείας. Τι υλικό θα κατεργαστεί ο συγγραφέας, τι θα πει; Ένα impasto, μια χοντρή μπογιά απλωμένη όπως όπως, με μανία και χωρίς πολλή ασχολία. 





















La Vie affairée - Jean Dubuffet 1953



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Σαββατόβραδο, νοτιοδυτικό Λονδίνο

Απείχανε μερικά σπίτια. Είχε η καθεμιά τις ιστορίες της. Για την Ι. είχε, από τον Δεκέμβριο, αναζωπυρώσει η αλληλογραφία της με τον πρώην φίλον της, έναν, όπως έλεγε, απίστευτα όμορφο αθλητή του βόλευ που είχε μέχρι και stalkers, νεαρές κοπέλες που μαθαίναν το κινητό του με άγνωστο τρόπο και του στέλνανε μηνύματα και τον παίρναν τηλέφωνο. Ο τύπος αυτός, ο αθλητής, δεν ήθελε πολλά πολλά skype και ζητούσε από την Ι. να ανταλλάσουν μέιλ. Μια μέρα που η Ι. του πρότεινε να μιλήσουν μέσω skype, με κάμερα και τα λοιπά, ο αθλητής της το αρνήθηκε λέγοντας πως μόνο αν βρει να βάλει ένα αποκριάτικο κουστούμι που θα τον κάνει αγνώριστο θα μπορέσει να μιλήσει μαζί της κατά αυτόν τον τρόπο.
Η Ε., από την άλλη, είχε απόψε γυρίσει σπίτι νωρίς γιατί - όσο κι αν το ανέβαλλε- είχε να γράψει ένα μέιλ πολύ δύσκολο, πολύ σκληρό. Το σκεφτόταν με βαριά καρδιά όλη τη βδομάδα. Έπρεπε να το γράψει, δεν υπήρχε αμφιβολία. Θα ξεκινούσε κάπως έτσι: Δεν σου γράφω τόσο καιρό διότι δεν θέλω να το γράψω αυτό που πρέπει να γράψω. Αυτό που μοιάζει, εξωτερικά, για παράνοια, καμιά φορά έχει τις ευγενής του ρίζες στην προσπάθεια να συμφιλιώσεις τα ασυμφιλίωτα, σε έναν μοναχικό (πώς αλλιώς;) αγώνα. Και η αγωνία τα βράδια. 
Ψάχναν κι οι δυο για περισπασμό. Κάτι κατάφερναν, Παρασκευές στα μπαρ, Σάββατα στα σπίτια.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Α central oyster of perceptiveness


















Battersea, London. 
Σήμερα είμαι κάτι άλλο. Ο τίτλος, περικοπή από το δοκίμιο Street Haunting της Virginia Woolf.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Χίλιες και μία




Αχ φλόγες που θα μας τυλίξουν. 
Τις βλέπω, τις βλέπω ήδη. 
Κακός Δον Ζουάν - παραβίασε το μέτρο χίλιες φορές. Κι αν δεν άνοιγε η γη να τον καταπιεί, μ'αυτή την κατάφωρη σκηνική ειρωνία, αχ αν δεν άνοιγε, μα τω θεώ, θα το παραβίαζε χίλιες και μία.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Σώτη Τριανταφύλλου

Τα Σάββατα στο πανεπιστήμιο έχουν κάτι το ειδυλλιακό ακριβώς επειδή απέχουν από κάθε τι το ειδυλλιακό, από κάθε νησί, από κάθε προσπάθεια κι ερμηνεία κι απόδοση νοήματος. Η γλώσσα κι η μυθοπλασία με έσωσαν και πάλι χθες: επαναλάμβανα στην καλή μου φίλη Κ. (πόσο τυχερή είμαι που τη γνώρισα) πως, δεν πειράζει, το πρωί της Παρασκευής, έγινε και ξύπνησα στο Μπρούκλυν. Κι έτσι, δεν πειράζει, ό,τι συνέβη συνέβη. Ξύπνησα στο Μπρούκλυν, λίγα μέτρα από τη Myrtle & Broadway. Περπάτησα προς τον σταθμό του μετρό και πριν ανέβω τις σκάλες για το τρένο Μ και το νησί Μανχάταν ζήτησα από το εντυπωσιακά, καχύποπτα τακτοποιημένο και καθαρό deli της γειτονιάς ένα μπέιγκελ cinammon raisin, ζεσταμένο, με cream cheese. Ό,τι συνέβη συνέβη, χρειάζομαι μόνο έναν ζεστό καφέ από το Grand Central για να δυναμώσω και να βάλω τον εαυτό μου σε τάξη. Στο βαγόνι είμαστε μισοί μισοί: κάποιοι αποφασισμένοι κι έτοιμοι να πιάσουν τη μέρα από τα κέρατα και να αντέξουν την πλανεύτρα μεγαλούπολη, κι άλλοι που χασμουριόμαστε, δεν λέμε να ξυπνήσουμε. Ντρεπόμουν που'δειχνα ατημέλητη, και που οι ανησυχίες μου ήταν τόσο μικρές, τις σύγκρινα πάνω στα πρόσωπα του κόσμου. Έτρεχε το τρένο κι έβλεπα το Μπρούκλυν από ψηλά να φεύγει να φεύγει και να χάνεται κι εμείς να χωνόμαστε βαθιά στη γη. Σε ένα κτίριο, πριν χαθεί το φως, κάποιο σλόγκαν φωνάζει πάνω από τις κατεστραμμένες ελπίδες "Love Me", κόκκινο, κάνει το Μπρούκλιν ένα σημάδι μέσα στο λογισμό σου πως κι εσύ υπάρχεις όπως μύριοι άλλοι σ'αυτήν την πόλη. Και κρατιέσαι από τα εκστατικά λόγια του Walt Whitman που γιορτάζει και δοξάζει κι αποτίει φόρο τιμής στη μητρόπολη στα μέσα του 19ου αιώνα. Σκέφτεσαι και προσπαθείς να κρατηθείς από το πρώτο κεφάλαιο του Moby Dick όπου ο κόσμος συρρέει στο Battery Park για να ρουφήξει τη θαλάσσια αύρα. Και λες και πάλι, δεν πειράζει, ό,τι και να συμβεί θα'χω πάντα το γράψιμο. Και την ανάμνηση μιας πολύ βαθιάς αγάπης. 

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Saudade

Η πρώτη λέξη που'μαθα. Η πρώτη λέξη που μου'πε, στο πλακόστρωτο προς το σπίτι. Γελούσα μέσα μου, μας τα'παν κι άλλοι, έλεγα, τα ξέρω και στην ελληνική, έλεγα. Δεν πρωτοτυπούν τόσο πολύ οι πορτογαλέζοι, my darling. Τραυματισμένη σας ήρθα, να ξέρετε. Και δώσ'του να γελώ. Γελούσα καθ'όλη τη διάρκεια. Παρίσι βορράς, Παρίσι νότος. Μα δώσ'του να φυσάει ο άνεμος, κι εγώ να γιορτάζω αχόρταγα, να κοιτώ τις λατίνες και να μαθαίνω να χορεύω κι εγώ έτσι θελκτικά, να παραπατώ μεθυσμένη, απ'το κύμα απ'το κρασί κι από τ'όνειρο, βγαίνοντας από τις μαούνες του Σηκουάνα. Να συλλαβίζω τον ρυθμό της samba μήπως και καταφέρω ποιητικό μέτρο. Τά-τα-τα τα-τα-τα. Και δώσ'του να χτυπάει το agogo, αυτές οι δυο καμπάνες των Γιορούμπα (φυσικά στη σύξευξη της Βραζιλίας με την Αφρική είναι που κατάφερα να βρω κι εγώ τον δρόμο μου).  


Τα θυμήθηκα αυτά, δεν θα τα θυμόμουν, γιατί έχει απόψε αφιέρωμα στις λατίνες ντίβες στο τρίτο πρόγραμμα. Μετά τις χανούμισσες, να κάτι που θα'θελα να'μουν.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Entartete Kunst

Εντυπώσεις μιας πολιτείας. Εντυπώσεις απλώς μιας πόλης, πιο πολύ για την καθιερωμένη άσκηση γραφής, για ένα πρωινό σαν και τούτο, λιακάδας. Ο βορράς της Ευρώπης, αυτή η zone, τοπίο με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά και πρώτο πρώτο τον υψηλό, πιο ψηλό από μας, ορίζοντα και τις άγριες κορυφογραμμές, έτσι όπως τις μιμήθηκαν τα μυτερά καμπαναριά των καθεδρικών ναών. Στη Βιέννη ανακάλυψα τον Kokoschka που πιο πολύ ακόμη κι από το έργο του, το θεώρατο και τερατώδες επί χρωμάτων και πταισμάτων, συγκινεί με το πρόσωπό του. Γεωμετρικό, με μεγάλα μάτια, και ρουθούνια που προκαλούσαν τους ζηλόφθονες σχολιαστές τους, τον αποκαλούσαν τέρας με δυο τρύπες στη θέση της μύτης. Ερωτευμένος με τη γυναίκα του Μάλερ, καταδικασμένος κι αυτός για την "εκφυλισμένη τέχνη" του, εξορισμένος σε μια εξορία που περιφρονούσε με όλη του τη ρώμη. Να'τος στα φωτογραφικά του πορτραία, μειδιών, μες στους καμβάδες τους, με θέα τον Τάμεση, η αγέρωχη σκέψη που δεν έχει τίποτα να φοβάται. 



Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Baston (before)

Μια μετακίνηση στο χάρτη, δίχως βούλες δεύσμευσης 'εδώ ξεκινήσατε', 'εκεί τελειώσατε', 'εύγε, ταξιδέψατε'. Με τα essays του Φόρστερ αγκαλιά. America is rather like life.

Blair dear, we had our anniversary deer. Τρία ελάφια να τριγυρνούν στο campus και μονάχα εσύ κι εγώ τα είδαμε. Καθώς αλλάζουν οι επέτειοι. Και οι υπαίτιοι.

Μπάστον, ντίαρ, μπάστον.

Ακολουθεί το ρόδι που μου έδωσε η Κάρολαιν σήμερα στα γαλλικά. Σαν Αμερικάνα, 'totally made my day'.


Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Je m'en fous ή Βρήκε ο Γύφτος τη Γενιά του

Απόψε, φίλε μου, πρέπει να γράψω ό,τι ξέρω κι ό,τι δεν ξέρω για την επανάσταση στην Υεμένη. Πρέπει όμως να ενσωματώσω τόση θεωρία που πραγματικά θα τα σκατώσω. Αχ, μακάρι να μην τα σκατώσω. Είναι η πρώτη εργασία που δίνουμε στον Χαμίντ και θα ήταν πραγματικά πολύ ωραία να να μην τα σκάτωνα.

Την Παρασκευή θα κατέβω στην πόλη, και θα συναντηθώ με λοιπούς ξενιτεμένους. Όλοι μαζί, σε κύκλους, σφιχταγκαλιασμένοι, θα χορέψουμε συρτάκι, θα φάμε τζατζίκι και θα τραγουδήσουμε ένα θλιμμένο τραγούδι νόστου για τη χαμένη πατρίδα.

Κοιτώ δρομολόγια για Βοστώνη. Είκοσι δολάρια, πέντε ώρες, δεν το'χω σε τίποτα.

Είδαμε μια γαλλική ταινιούλα πριν λίγο: η όμορφη καθηγήτρια των γαλλικών με το κόκκινο κραγιόν, ο μικροκαμωμένος Σαμ κι εγώ. Γέλασα επιτέλους. Ευρωπαίοι, παιδί μου... Ευρωπαίοι. Σαν εμένα.

Αν βγω από την Ευρωζώνη, πάλι Ευρωπαία είμαι.

Στο γυρισμό για το νέο μου σπίτι (αναρτημένη υπάρχει φώτο), συνάντησα μια τύπισσα -ούσα μάλλον μεταξύ φύλων- να καπνίζει κάτι περίεργο, η οποία κρατούσε μια ομπρέλα που έγραφε ZURICH. 'Aw, Germany?' αναφώνησα το αμόρφωτο. 'No, Switzerland!'. 'Aw, it says ZURICH, I didn't notice!' τα μπάλωσα. 'Have you been?' συνέχισα. 'I lived there for six months!'. Αγάλιασε η καρδιά μου.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Penalty

Διαβάζω τώρα αυτό το άρθρο και πραγματικά νιώθω πως τρελαίνομαι. Πώς γίνεται, μα πώς, να υπάρχει νόμος που να στηρίζει και να ζητάει την καταδίκη σε θάνατο ενός ανθρώπου; Πώς; Ποιος έχει το δικαίωμα να πάρει μια ένεση, να την μπήξει στο ξένο δέρμα και να σκοτώσει; Με κανένα αντεπιχείρημα δεν μπορώ να το καταλάβω. Μα με κανένα όμως.

Πριν δυό ώρες λοιπόν, εκτέλεσαν τον Troy Davis, ένα ακόμα σύμβολο πια του κινήματος κατά της θανατικής ποινής.

Αχ, Αμέρικα...


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Όλη η αλήθεια του κόσμου εδώ μαζεμένη. Καμία άλλη στον πλανήτη. Στο σύμπαν. Σε ό,τι υπάρχει. Αχ.

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2011

Κάπου στον κόσμο IV

Αύριο θα πάω στην πόλη επιτέλους. Πάντα urban. Και ένα τραγουδάκι, για να θυμάμαι πως πρέπει να γυρίσω την χώρα. Η Τίφανι έκανε το γύρο των Ηνωμένων Πολιτειών με το ποδήλατό της. Έχει ένα πανέμορφο τατουάζ στο χέρι, σαν μανίκι λουλουδιαστό τής είναι.