Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Η δασκάλα μας, Μαίρη Λιάτσου


Υπήρχε μία μεγάλη γοητεία στον τρόπο που η δασκάλα μας κινούταν στον χώρο, αυτό που στα αγγλικά λέγεται to carry oneself. Αδιαπραγμάτευτα ευθυτενής, με μία συνεχή αίσθηση του βάρους της και της βαρύτητας που σ’έκαναν να πιστέψεις πως έπειτα από μια ζωή χορού μπορούσε κανείς να κατακτήσει ένα βάδισμα που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Μικρά κορίτσια, στα μικρά μας ροζ και λευκά κορμάκια, φτάναμε στη σχολή με τους γονείς μας ή με τη γιαγιά μας. Η δική μου, επίσης Μαίρη, απόφοιτος του ίδιου γυμνασίου κι επομένως επίσης «Ανατόλιαν», επίσης ευθυτενής και χαμογελαστή. Επίσης με τα μαλλιά πιασμένα κότσο. Μα τα μαλλιά της δασκάλας μας ήταν μυθικά, πρώτα απ’όλα γιατί δεν τα βλέπαμε. Πάντοτε πιασμένα σ’ένα σφιχτό κότσο στερεωμένο από αόρατες φουρκέτες όπως μόνο οι μπαλαρίνες ξέρουν να στερεώνουν, μαντεύαμε πόσο μακριά να’ναι. Θέλαμε ν’ανακαλύψουμε αν ήταν φυσικά ξανθά, κι αν τα άφηνε ποτέ ελεύθερα (σαν να θυμάμαι μια από τις πιο τσαούσες ανάμεσά μας να την ρωτάει μια φορά το ανήκουστο, κυρία, πόσο μακριά είναι τα μαλλιά σας;). Θυμάμαι ν’αναρωτιέμαι αν στη ζωή της τα βράδια μετά τα μαθήματα στη σχολή έλυνε αυτόν τον κότσο. Ο κότσος της δασκάλας μου μού κέντρισε για πρώτη φορά το ενδιαφέρον για την ιδιωτική ζωή κάποιου. 
 
Κι έτσι, χωρίς ποτέ να ξέρουμε κάτι παραπάνω, έμπαινε στην αίθουσα στις 6, απόγευμα Δευτέρας, για το μάθημα κλασικού χορού (τις Τετάρτες είχαμε τζαζ με τη Μανταλένα, που φορούσε μαύρο παντελόνι κι ήταν νέα και μοντέρνα όπως ταίριαζε στο μάθημα). Ξεκινούσαμε από τις ασκήσεις στην μπάρα κι ένιωθα να φουσκώνω από περηφάνια που μια κυρία που έμοιαζε με τη γιαγιά μου (η οποία μου θύμιζε πάντα, class of ’54 η Λιάτσου, class of ’56 εγώ) μας δίδασκε με συνδυασμό ακρίβειας και αυστηρής καλοσύνης πώς να τεντώσουμε τα coup de pied μας, πώς να περάσουμε από την πρώτη στη δεύτερη θέση και πώς να κρατούμε τους αγκώνες μας σταθερούς αλλά όχι σφιγμένους. Ένιωθα πραγματική ανάταση, σαν να σημειωνόταν ένας θρίαμβος, ήδη, στην παιδική μου ηλικία, όταν ερχόμασταν στο κέντρο για τις υπόλοιπες ασκήσεις, που ήταν πάντα πιο ενδιαφέρουσες. Η αγαπημένη μου ήταν (και πρέπει να το είχε υποψιαστεί η δασκάλα μου που πάντα με επαινούσε σ’αυτό το σημείο) η «μεταφορά βάρους» όπως μας την ανακοίνωνε εκείνη. Θα σας πω όπως ένα παιδί μόνο ξέρει να προσέχει τις λεπτομέρειες ενός προσώπου πως τα χείλη της δασκάλας μας εμφάνιζαν λεπτές, ντελικάτες γραμμές στο πάνω μέρος καθώς πρόφεραν αυτό το «βάρους» κι όπως το δεξί της πόδι άνοιγε από την πρώτη θέση στη δεύτερη εμφανίζοντας το άψογο coup de pied και τα μπαλετικά παπούτσια με τακούνι και την ελαστική σόλα που έδεναν στον αστράγαλο.  Μαθαίναμε πώς να περνούμε από το ένα πόδι στο άλλο, την πιο βασική λειτουργία της ανθρώπινης κίνησης, διατηρώντας την σωστή μας στάση, εκτελώντας την κίνηση με συνείδηση κι αβίαστα.


Με το τέλος των ασκήσεων η δασκάλα μας μάς καλούσε να μαζευτούμε κοντά της. Μοσχοβολούσαν τα καλσόν και η λακ και το ξύλινο τετράγωνο με το κολοφώνιο στη γωνία στο οποίο ελπίζαμε μια μέρα να αξιωθούμε να αλείφουμε τις πουέντ μας μ’αυτό το αινιγματικό βαθύχρωμο κεχριμπάρι. Όπως καθόμασταν συναγμένες γύρω της, καρφίτσωνε σε μια λευκή κουρτίνα που σκέπαζε το τζάμι τις ζωγραφιές μας (έξω είχε πια βραδιάσει και οι γονείς μας – τότε δεν ξέραμε με ποια κούραση απ’όλη την ημέρα δουλειάς- ξανανεβαίναν τα σκαλιά του εμπορικού κέντρου της Σοφούλη για να’ρθουν να μας πάρουν σπίτι). Ζήλευα μια ζωγραφισμένη φιγούρα. Το κορμάκι της ήταν γεμισμένο από στρας, ζωγραφισμένο μ’αυτές τις παχύρευστες κόλλες που δίναν δώρο με τα Polly Pocket. Τόσο φανταχτερά δεν θα επιτρεπόταν ποτέ να ντυθούμε στη σχολή. Ίσως, αν είμασταν τυχερές, θα είχαμε ωραίους ρόλους που απαιτούσαν αστραφτερά κουστούμια στην παράσταση του τέλους της χρονιάς. Ήταν το έτος 1997 και ο ρόλος που μας είχε ανατεθεί ως τάξη, μας ανακοίνωνε τώρα η δασκάλα μας, ήταν το Ρολόι στο παραμύθι της Σταχτοπούτας. Παρ’όλο που είχαμε κομβικό ρόλο, όπως μας εξηγούσε, εμείς άλλωστε θα σημάναμε μεσάνυχτα, απογοητευτήκαμε. Γιατί να είναι η Σταχτοπούτα μία από τις πιο μεγάλες κοπέλες και να μην φορέσουμε εμείς τα μακριά φορέματα; Και το Ρολόι πώς θα το χορεύαμε; Αφού είμασταν πολλές…


Θα πω τέλος για το «Open Day» μίας χρονιάς από εκείνες. Άνοιγαμε την πόρτα της αίθουσας και τα παράθυρα, μεταφέραμε τους πάγκους μπροστά από τους καθρέφτες, κι οι οικογένειες επιτρέπονταν εξαιρετικά να παρακολουθήσουν ένα μάθημα. Μαζί με τη δασκάλα μας, εκτελούσαμε την κανονική ροή του μαθήματος αλλά αυτή τη φορά, αν κάναμε λάθος, η δασκάλα μας δεν μας διόρθωνε.  Μας καμάρωναν οι γονείς που γι’αυτούς δεν υπήρχε η ακρίβεια της κίνησης. Όταν πέρασε η σειρά της τάξης μου, έκατσα στον πάγκο για να παρακολουθήσω τις μεγαλύτερες κοπέλες (οι πρώτες νεαρές γυναίκες που γνωρίζαμε στη ζωή μας, σχεδόν απρόσιτες στην εφηβεία τους, το πιο σοβαρό μυστήριο). Δεν άφηνα από τα μάτια μου τη δασκάλα μου, η οποία είχε έρθει να καθίσει ανάμεσα στους γονείς. Ήθελα να την εντυπωσιάζω, διψούσα να της δείχνω πως ακούω όσα μας διδάσκει, και πρόσεχα να κάθομαι με την πλάτη μου ίσια. Δεν ήλπιζα βέβαια να με προσέξει μέσα στα τόσα παιδιά, στις μεγάλες χορεύτριες, στους γονείς. Κι όμως, η δασκάλα μου με διέκρινε. Το θυμάμαι σαν τώρα: Εύγε, Μαίρη μου. Στέκεσαι σωστά. Την ευθυτενή στάση, την κορμοστασιά που διαλέγεις δυνατή και περήφανη, βέβαιη στο κέντρο της, την οφείλω στη δασκάλα μου κι αυτό πώς μπορώ να το ξεχάσω σ’όλη μου τη ζωή.



Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

To αίνιγμα της επιστροφής

Xρυσή ώρα στη Θεσσαλονίκη την περασμένη βδομάδα 













Η ιστορία μου θα εκτυλισσόταν στην κλασική εποχή, στη Μεσόγειο. Ο αφηγητής θα έγραφε απλά, χωρίς καμιά προσπάθεια για ύφος εποχής ή ιστορική εξήγηση της εποχής του. Θα έφτανε - για έναν λόγο που μου μένει να βρω - σ'αυτό το κλασικό λιμάνι με τους τοίχους και τις πύλες σαν φτιαγμένες από κομμένο χαρτόνι. Θα προσπερνούσε αυτές τις δυο βουβές φιγούρες στην προκυμαία. Θα περνούσε από την ησυχία και την ερημιά, αυτό το κενό, μέσα σε μια πύλη ή πόρτα. Θα έμπαινε μέσα εκεί και θα τον κατάπινε η ζωή κι ο θόρυβος μιας πόλης γεμάτη από κόσμο (φανταζόμουν κάτι σαν τη σκηνή μιας λαϊκής αγοράς στην Ινδία).

Το Αίνιγμα της Άφιξης, Β.Σ. Ναιπόλ (μετάφραση, δόλια, δική μου)

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

18

Παράξενο: κοιμηθήκαμε με το παράπονο πως δεν ακούμε τα πουλιά στην πόλη. 
Και το επόμενο πρωί, την πρώτη μέρα του χρόνου, ξυπνήσαμε με μια απορία για ένα κελάηδισμα που δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε. Nόμιζε πως ήταν καρακάξα, εγώ επέμενα πως είναι η δεκαοκτούρα. Κοιτάξαμε βίντεο στο youtube. Στην πραγματικότητα, είπε, δεν είχε ακούσει κανένα πουλί να κελαηδά, είχε μόνο θυμηθεί μια μέρα στην εξοχή στο σπίτι των παππούδων. Αν δεν πρόλαβε να θυμηθεί, τότε ονειρεύτηκε. Εγώ πάλι είχα ακούσει τη δεκαοκτούρα όπως μου τυχαίνει πολλά πρωινά λίγο πριν ξυπνήσω.

Κι είναι το μόνο πουλί που αναγνωρίζω, και πώς αλλιώς, με τόσο χαρακτηριστικό κελαήδισμα. Τη ντελικάτη μαύρη κορδέλα της στο λαιμό. Η πρώτη φορά που αναπάντεχα την άκουσα ένιωσα έντονα, βαθιά πως βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη. Έψαξα να δω πώς λέγεται στα γαλλικά (η σημασία του ονόματος ή το όνομα της σημασίας). Tourterelle turque. Στ'αγγλικά, Oriental turtle dove. Η ανατολή μέσα μου μέσα στη Θεσσαλονίκη και στα πουλιά που από μακριά φτάνουν ως εδώ. Ο παππούς μου, από μακριά, που έφτασε ως εδώ. Μου είχε εξηγήσει την προέλευση του ονόματος, τον μύθο. Η δεκαοκτούρα κλαίει και φωνάζει τα δεκαοκτώ παιδιά που έχασε. 

Δε-καο-κτώ. Συλλάβισα. Δεν ξέρω αν μ'άκουσε.
Λυγμός από μακριά έρχεται επικίζει.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Γράφω τελικά μόνο στα τρένα του γυρισμού...

Άλλοι κοιμούνται, άλλες διαβάζουν, άλλοι κουβεντιάζουν.
Στιγμές ευδαιμονίας παρά την κούραση και τα μάγουλα που καίνε. 
Του πήρα ένα τυρί της περιοχής και μια μεγάλη "αρτιζανά" μπύρα.
Αυτή τη στιγμή διαβάζουν οι τρεις τους: Duras, Anaïs Nin, Hernaux. Γυναίκες που γράφουν. Γυναίκες που διαβάζουν. Ενώ είναι χαζή κι ανούσια αυτή η έκφραση, μου'ρχεται όλο στο νου πότε με το ένα φύλο πότε με το άλλο: Η ιστορία της ζωής μας είναι οι γυναίκες. Η ιστορίας της ζωής μας είναι οι άνδρες. Il faut beaucoup aimer les hommes. Να τους λατρεύεις. Να πέφτεις στα γόνατα σαν να προσεύχεσαι γι'αυτούς. Να μην τους χλευάζεις ποτέ. Να μην απομονώνεις την αδυναμία τους. Να τους θαυμάζεις που είναι δυνατοί μα να μην ξεχνάς πως έχουν στιγμές που αρρωσταίνουν. Και μάλιστα αρρωσταίνουν συχνά. Δεν εξηγούν την αρρώστια, τα γεγονότα της ζωής στον εαυτό τους, και συχνά θυμώνουν που πιάστηκαν απροετοίμαστοι - λες και θα γινόταν κι αλλιώς. Μα να τους αγαπάς άπειρα και σε κάθε τους σώμα να κοινωνείς κάθε φορά την ιδανική ζωή, την αποκλειστικότητα, την ενότητα, όσο μπορείς. Η απελπισία... Επειδή δεν την εξηγούν, δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Έχουν ανάγκη. Από πολλή αγάπη. Από λατρεία. Σιγά σιγά νυκτώνει. Τα τρένα φτάνουν στο Παρίσι. Σταυρώνουν οι σιδηροδρομικοί με τις γραμμές του μετρό. Να μοιράζεις τη ζωή σου δεν είναι εύκολο. Να λάμπεις από την κρυμμένη σου εσώτερη ζωή, έχει κι αυτό το τίμημά του. Να γράφεις και να αγαλλιάς με σήματα που οι άλλοι εκ πρώτης όψεως δεν καταλαβαίνουν, δυσκολεύει πού και πού τα καθημερινά. 
Δεν είναι μόνο τα μυθιστορήματα της Jane Austen... Δεν άντεξα να διαβάσω πάνω από δύο αλλά γιατί δεν ακούγεται εξίσου η τεράστια George Eliot; Τι αγάπη της είχε η E.D.! Όταν γράφουν οι γυναίκες -- 
Παύλες. Φιλίες που ονειρεύονται μεταξύ τους κι ας είναι ακατόρθωτες. Είδα το πρόσωπο της Σοφίας σε μια γυναίκα στον σταθμό της Lille όπως ξεφλούδιζα το πρώτο μανταρίνι της χρονιάς. 

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Πήρα απ'το χέρι σου νερό...

Τι έχω πάθει με τον Άκη Πάνου! Τα λόγια του καθηγητή μου από το Κονγκό για να περιγράψει τους Αδερφούς Καραμαζώφ μου'ρχονται στο νου: je n'ai jamais lu quelque chose de si ample, de si déchirant. O Aλιόσα που σκύβει κι υποκλίνεται και φιλάει τη γη και της ρίχνει τα δάκρυά του με έκσταση και συντριβή. 

Κι έπειτα, αυτή η βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων και των καημών που μόνο σε μεστά, βαθιά και βαριά μυθιστορήματα βρίσκει κανείς. George Eliot και Joyce. Μα είναι δυνατόν; 

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


Τελευταίες μέρες εδώ. 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Το μεγαλύτερο κακό

Το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει αυτή η κυβέρνηση το βρήκα χθες στις ειδήσεις, στην εξής φράση : 'οι ύποπτοι αλληλέγγυοι'. Συνοψίζεται εδώ εύσχημα η συστηματική κι εργαλειακή διαστρέβλωση των εννοιών που ζούμε τόσο έντονα τον τελευταίο ένα χρόνο. Και βέβαια αποτυπώνεται τόσο γλαφυρά, μέσα σ'αυτή την παροξυσμική φράση, αυτή η λυκοφιλική συμμαχία της δήθεν αριστεράς με την ακροδεξιά. Ο αλληλέγγυος έγινε ύποπτος. Ήταν θέμα χρόνου.

Κινδυνεύουμε από δαύτους. Αποχαυνωμένοι τους κοιτάμε. Κανείς δεν σαλεύει, δεν κάνει να πει κάτι. Μας παίρνουν τη γλώσσα, κι είμαστε ακόμη πιο ακρωτηριασμένοι. Κι ως συνήθως, βλάπτονται πρώτα οι πιο αδύναμοι κι απροστάτευτοι. 

Τέλος πάντων, δεν θα κάνω τώρα λογοτεχνία με πράγματα της επικαιρότητας (γιατί όχι βέβαια). 



Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Λέξεις που δεν υπάρχουν


Καλησπέρα σας. Θα γράψω αυτό το κείμενο σαν ραδιοφωνικό εκφώνημα. Καλησπέρα σας, κι ο βόμβος της πόλης, η τύρβη, οι λέξεις. Καλησπέρα σας από το κέντρο της Αθήνας, οδός Φιλελλήνων γωνία με Ναυάρχου Νικοδήμου. Να ζήσουν οι μέρες σαν κι αυτές! Αναπνέω ξανά. Στο μπαλκόνι αυτό. Όλοι δηλώνουν σε κατάθλιψη, και είναι, κι εγώ φωνάζω πως αναπνέω. Δεν θέλω να γυρίσω στο Λονδίνο! Να πάει να καεί. Απαίσια πόλη. Απαίσια. Γράφω και ζητώ την καταστροφή - περπατώ εκεί και ζητώ την καταστροφή! Αν είναι να μου ταιριάζουν τα μικρά, ας έχει. Δεν θέλω πολλά πράματα φαντάζομαι. Δεν το ξέρω διότι λαμβάνω όλη την οικονομική στήριξη από τους γονείς μου. Όμως φαντάζομαι πως δεν θέλω πολλά πράματα. Σήμερα στηλώθηκα. Επισκέφτηκα το ΕΛΙΑ και διάβασα χειρόγραφες επιστολές της Βακαλό. Μετά έκανα μάθημα Ισπανικών με τον Χ. στο “Θερβάντες” όπου δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα στροβιλιζόμουν σε μια δίνη λέξεων, που δεν χρειάζονται υπεράσπιση, από τον Λόρκα και τον Θερνούδα. Και μετά μεσημεριανό στη γωνία Νίκης με Ναυάρχου Νικοδήμου, σκηνικά από τον Καβάφη. Μετά βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Στο Θρόνο της Αμαλίας, την πέτρα απ’όπου αγναντεύεις το Θησείο, δυο κοπέλες φιλιόντουσαν. Και μετά ο τσολιάς της Προεδρικής Φρουράς, το μουστάκι του και το τσαρούχι του, και μετά η στεγνή Ισπανική κρήνη, αλλού τα νερά κελαρύζουν, στα αυλάκια πιο πολύ, όπου έχουν πέσει νεράντζια στους μικρούς αυτούς καταρράκτες. Τι σημασία έχει αν γράφω καλά. Απόψε αισθάνομαι. Γύρισα πριν από λίγο αφού αγόρασα μερικά φρούτα. Άκουσα έναν άνδρα, ψηλό και μελαχρινό, να λέει πόσο ζουμερά είναι αυτά τα μανταρίνια που του δώσανε. Καθώς έβαζα δυο “γκόλντεν” στη σακούλα, του είπα, με συγχωρείτε, ποια είναι αυτά τα μανταρίνια που είπατε; Μου φάνηκε πως ξαφνιάστηκε, μετά μου τα έδειξε. Μεγάλα, πλακουτσωτά, με μαύρες κηλίδες, δεν σου γεμίζουν το μάτι με τίποτα. Εγώ είμαι μανταρινάς, μου κάνει, αυτά είναι πολύ ζουμερά. Έβαλα τέσσερα πέντε στη σακούλα, διάφορα μεγέθη, τα πασπάτευα πρώτα, όλα ήταν με σκληρή φλούδα όπως τα φανταζόμουν. Ο τύπος είπε στη μανάβισσα, από την κοπέλα θέλω ποσοστό, κι εκείνη κάτι είπε πως τότε είναι που θα την βάλει μέσα η εφορία μια και καλή. Η κυρία μπροστά μου ζητούσε ένα ώριμο μάνγκο για αύριο το πρωί, μα δεν είχαν, αποκρίθηκε η μανάβισσα, το΄δωσαν και το τελευταίο καλό. Πλήρωσα κι εγώ, κι ο άνδρας μου’πε, καλοβράδυ. Καλοβράδυ. Καλή διασκέδαση. Διασκέδαση; ρώτησα κι έφυγα πρώτη φορά με ερώτηση. Τέλος πάντων, τώρα ανέβηκα στο δωμάτιο με όρεξη πολλή να γράψω, να αναπνεύσω, να μείνω για πάντα εδώ, στην άνοιξη αυτή της γλισίνας και της νεραντζιάς. Να γράψω ένα χρονογράφημα για την πόλη που όλοι λένε, και το βλέπω κι εγώ, πως μαραζώνει. Και θα ήταν λανθασμένο, επιβλαβές μάλλον, να πεις ρομαντικά πράματα για αυτήν την πτώση. Μα έλα που μέσα σ’αυτό το χάος υπάρχει τόση ποίηση. Σ’αυτό το ακανόνιστο πράμα, τώρα θα γεννηθεί μπόλικη ποίηση, τώρα γεννιέται και γίνεται. Όχι κατά παραγγελία όπως μάς θέλουν διάφοροι σταλινικοί κι ανέραστοι υπουργοί, μα γιατί το πράμα πάλλεται. Έρχομαι από μια μητρόπολη στείρα. Που δυστυχώς έχει δώσει τα ακανόνιστα της προς όφελος μιας ζωής πιο κατανομημένης, που φαινομενικά κυλάει. Μα εμένα δεν μου φαίνεται πως κυλάει, το αντίθετο μάλλον, μου φαίνεται πως μαγκώνει σε κάθε αναποδιά. Κι αναποδιές συμβαίνουν. Δεν φτάνει το λεωφορείο στα πέντε λεπτά που θέλαμε και μας χαλά η μέρα, δεν κοιτάμε πια κανέναν. Ίσως να ακούγομαι σαν να γράφω από το 1821. Αλλά να πούμε και κάτι: και στο 2016 που φτάσαμε, βλέπω πως κάνουμε τρία πράματα λιγότερο απ’ό,τι παλιότερα: σπάνια διαβάζουμε ενότητες κειμένου, παρά μόνο θραύσματα, ένα· σπάνια γράφουμε, παρά μόνο κατευθείαν στο δημόσιο μάτι, στη βιαστική ανάρτηση, δύο· και τρία, σπάνια μας βλέπω να κάνουμε αυτό που λέμε ωραία στα αγγλικά “come together”. Ο καθένας μόνος του κυρτός. Περνούν οι μέρες μας έτσι. Δεν νομίζω πως είμαι εγώ η οπισθοδρομική… Βέβαια, πόσο να αντισταθεί κανείς σε παγκόσμιες ταχύτητες που μοιάζουν πια τετελεσμένες. Γιατί γράφω, θέε μου; Να ζήσω σ’άλλους καιρούς πριν το ίντερνετ δεν μπορώ. Να ζήσω σ’άλλη χώρα, αν το θέλω, μπορώ. Και αν δεν είχα στερηθεί οικειοθελώς την Ελλάδα για τέσσερα-πέντε χρόνια τώρα, αυτά που λέω δεν θα τα’λεγα το πιθανότερο. Θα πρέπει να διαλέξω. Έχω η ίδια ευθύνη πια. Κανείς άλλος. Βλέπω τι λένε όλοι: εδώ δεν υπάρχει μέλλον. Φύγε όσο έχεις καιρό. Ή, στην χειρότερη, κάνε τη ζωή σου έτσι ώστε να μπορείς να έρχεσαι. Να έρχεσαι. Αέρας αρωματισμένος, με ζεμυαλίζει απόψε. Κατάλαβα και τη μαμά μου από το τηλέφωνο, με το που άρχισα να της λέω για τα λουλούδια και την άνοιξη που την νιώθεις, θα κούνησε το κεφάλι και είπε κάτι, πως, σαν την άνοιξη της Αθήνας δεν έχει, με μια νοσταλγία που δεν θα την περίμενες από μια γυναίκα που έχει δει κι αποδεί τα τελευταία πέντε έξι και βάλε χρόνια μες στην ελληνική πήχτρα. Μα έτσι ζούμε. Δεν ξέρω. Διάλεξα να πάω στην Αμερική γιατί με έπνιγε το σχολείο, δεν ήθελα με τίποτα το ελληνικό πανεπιστήμιο, και διαισθανόμουν μια εξαίσια μεγαλότητα, πώς να πω, άπλα, εκεί έξω. Και την βρήκα! Μα τω θεώ. Μα βρήκα μαζί και την πρώτη χώρα. Και μετά στο Παρίσι… Στο Παρίσι ερωτεύτηκα τη λογοτεχνία, επιβεβαιώθηκα πως έχω τα πάθη μου μέσα στη γλώσσα. Βρήκα ανθρώπους που ένιωθαν αυτόν τον παλμό στο σώμα τους! Ίσως στο Παρίσι να πρέπει να καταλήξω. Αθήνα Παρίσι για μένα είναι το ίδιο, αλήθεια. Σε πόσους θα ακούγεται παρανοικό αυτό, επικίνδυνο στην αφέλειά του. Εξιδανικεύω - λέξη που χρησιμοποίησε ο Χ. σήμερα. Ο Χ. κι ο Καβάφης. Να διαβάσω τον ποιητή, φυλάει τις απαντήσεις, όχι με έναν τρόπο κρυμμένου θησαυρού ή εργαλιακής γνώσης, θέε μου, όπως θα το ήθελε ο υπουργός, μα με μια κάψα ζωής και της δοκιμασμένης τέχνης. Τέλος πάντων, γράφω έτσι, πολύ απλά, σημειώσεις μιας νύχτας που θέλω να μείνει. Μέσα βαθιά στη γλώσσα, ελληνικά κι ισπανικά ακόμη, στα δρομάκια, στις σκιές, τα πλακόστρωτα, το γέλιο αυτό στον δρόμο, η Φιλελλήνων κι έπειτα η Συγγρού. Αν είναι να μας φάει το μαράζι, η προσφορά μου δεν θα μπορούσε να’ναι αυτός ο ενθουσιασμός; Αναρωτιέμαι με το χέρι στην καρδιά. Το ζήτημα του βιοπορισμού μπαίνει εδώ, τι θα κάνω για να ζήσω γαμώ το κεφάλι μου; Κάτι θα βρω. Το Γαλλικό Ινστιτούτο, το ένα τ’άλλο, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αν δεν τα γαμήσει ο Φίλης. Δίνουμε την χώρα σε άλλους. Δεν πρέπει. Χίλιες λέξεις μονορούφι έγραψα. Ο ανθοπώλης από κάτω ξεφορτώνει το αγροτικό του και βάζει τις γλάστρες μέσα στο μαγαζάκι του. Μάλλον θα κλείσει για απόψε σύντομα. Κέντρο απόκεντρο. Όχι πολλά, μια ήσυχη, γι’απόψε, ευτυχία.




Φωτογραφία αποσπάσματος από επιστολή της Ε. Βακαλό στον Θράσο και την Ελπίδα Καστανάκη. Η ποίητρια γράφει (δυσανάγνωστα), Τι να γίνη όμως. Θα φέξη πάλι. πηγή: ΕΛΙΑ

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Πολυάσχολη ζωή

Οι πρώτες λέξεις οι πιο δύσκολες. Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια τραγωδία; Κάθομαι μπρος στην οθόνη σαν καημένο κουτάβι. Θυμάμαι τον Dubuffet. Μετά το Ολοκαύτωμα ήταν αδύνατο να αποτυπώσεις με πιστότητα μια ανθρώπινη φιγούρα. Σκέφτομαι την Βακαλό, σκέφτομαι τους φίλους μου. Τώρα εδώ, άνθρωποι ξεθεωμένοι, ξεχυμένοι στην Εθνική Οδό, περπατούν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να ξέρουν στο λιγότερο πού θα τους βγάλει τόσος μα τόσος κόπος, τόση κούραση. Καθόμαστε και τους χαζεύουμε. Θα προσπεράσουμε το καραβάνι με το αυτοκίνητο. Καθόμαστε και χαζεύουμε. Δεν είναι λύση να καταρρακωθούν οι συγγραφείς μας και να μην ξαναγράψουν, όχι. Αλλά αυτό το ξερίζωμα... Η καρδιά τους... Η άσφαλτος.
Πόσο θυμωμένη είμαι. Χάσκουμε μπρος στην εικόνα. Στο Τσέλσι ανακοινώθηκαν έξι νέα διαμερίσματα πολυτελείας. Τι υλικό θα κατεργαστεί ο συγγραφέας, τι θα πει; Ένα impasto, μια χοντρή μπογιά απλωμένη όπως όπως, με μανία και χωρίς πολλή ασχολία. 





















La Vie affairée - Jean Dubuffet 1953



Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Oi madrugada imagem di nh`alma

Το κάστρο της Μεθώνης
προς Λαγκάδια Αρκαδίας













Επίδαυρος


Ταξιδεύει με έναν έρωτα στην κοιλιά.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

American fall


Wildly polysemic, ο Πικάσο κι ο Ματίς, κι ο Μαλαρμέ. Η περιπέτεια των ιδεών, η δύναμη της σκέψης. Σημειώσεις στα σπιράλ τετράδια, utopian 'nowhere' and 'no time', modernist irony, primeval wonder and Dionysian ecstasy. Σπουδές που στη δική μου χώρα δεν βρήκα, και που τώρα πλαισιώνονται από τη φύση που κάποτε, πριν δυο χρόνια, φανταζόμουν μακρινή, σκληρή και ξένη. Και που τώρα προσφέρεται ως η μόνη. Το μόνο εύφορο έδαφος,  που θα αγαπήσω κι ίσως έπειτα από χρόνια να μην θελήσω να αφήσω. Χρειάστηκε μια Αμερική κι αρκετά δολλάρια για να μάθω τι θα πει επανάσταση. Αυτό είναι το κρίμα της Ελλάδας: άξιον εστί το φως της Μεσογείου, του οποίου φανήκαμε απ'άκρη σ'άκρη ανάξιοι.

Το Φθινόπωρο είναι όμορφο εδώ. 

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Σημειώσεις σ'εφημερίδα

Είναι που δεν χωρέσαμε πουθενά - παρά μόνο όταν σμίξαμε με το πέλαγος πέρα της Αττικής. Τελευταία ψιλάφηση της ραχοκοκαλιάς της γης πριν την αυτοεξορία. Να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο, να ξαναγίνουμε μεγάλοι. Μόνος γνώμονας, το άφθαρτο φως της Σερίφου.

Αύγουστος ΄12.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη, Γιώργος Σεφέρης

Αγαπητέ Στράτη, 

[...]

Συχνά θυμούμαι το πάθος που σε είχε πιάσει να γυρίσεις. Δεν ήθελες ν'ακούσεις κανέναν. Έλεγες πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, πως σου λείπει το χώμα. Όμως το χώμα υπάρχει εκεί που μπορούμε να δουλέψουμε, νομίζω. Εδώ είμαι ξένος κι όμως ελπίζω κάτι να κάνω· πώς να γίνει αυτό στην Ελλάδα όπου καταστρέφουν τα πάντα σαν τις ακρίδες; Εσύ, νομίζω, μου το έγραφες...



Ημερομηνία συγγραφής: γύρω στα 1928
Ημερομηνία πρώτης έκδοσης: 1974

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Αγάπη που'γινες δίκοπο μαχαίρι

Ραδιοφωνικές ανησυχίες και μη. Ό,τι απέμεινε της πολιτικής επικαιρότητας, απόψε στις δύο. Δρώμενα ψευτοαριστερά κι ένα τσουβάλι ημιμάθειες, λαικισμοί και εξουσιομανία. Όλα σε περιτύλιγμα σοβαρού εκλέγειν κι εκλέγεσθαι. Η Αρβελέρ μάς έλειπε. Η οποία, οποία ειρωνεία, μοναχή της καταδεικνύει το αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα της αρχαιολαγνείας. Σοφ μου, μέσα σ'όλο αυτό, χάρηκα που σε ξαναβρήκα.

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

25η του Μάρτη, Κυριακή στην Αστόρια

Χρόνια πολλά στο έθνος.






(Αν δεν είμαι ειρωνική, θα'μαι αναίσχυντα συναισθηματική.)

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Αν η γιαγιά μου είχε καρούλια

Πόσο μ'αρέσει ν'ακούω τους ανθρώπους ν'ανεβαίνουν με τ'ασανσέρ και να μιλάνε ρουμάνικα.

Αν ακούγαμε την Πλάτωνος...
Αν συμφιλιωνόμασταν με την εικόνα μας του Βασικά Καλησπέρα σας και των Απαράδεκτων...
Αν ξέραμε τι είμασταν προτού μπούμε στη ζώνη...
Αν είμασταν αρχαιοκάπηλοι σωστοί κι όχι γιαλαντζί...
Αν ζητούσαμε κι άλλα με τον ζήλο που ζητούμε τα ελγίνεια...

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας, πιθανότητες ευτυχίας, στην περιοχή της αμερικάνικης πρεσβείας.

Είμαι αποφασισμένη

Θα γίνω αρχαιοκάπηλος. Έτσι κι αλλιώς το μουσειακό παρελθόν δεν χρησίμεψε σε τίποτα. Το αντίθετο.

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Rave on

Ti skata ekana me ta hrwmata. Oh my. Goodness, my my. Den prepei na paizw. Kalitera na koimamai. Ki an den paizw, tha prepei na'mai sovari. Kalitera na pethanw. Ki an pethanw, tha prepei na'mai isihi. Isws kai skithrwpi. Kalitera na meinw gia panta sto krevati mou. Nai, alla hwris parea den ehei plaka. Nai, alla kai me parea den ehei panta plaka.

It's a crazy feeling, you're revealing your love for me. Oh rave on, rave on, rave on. Poios mou'he pei pws i nea iorki moiazei me ton thanato? A, thimithika, enas trelos apo dw pou nomizei pws einai o James Joyce. S'auti tou tin paromoiwsi pantws, den eihe adiko. Den xerw an eihe dikio.

Outro, AKA I'm a fool to want you. Auto to kommati, dihws na vriskw kamia ousiastiki mnimi, mou thimizei ti nea smirni. To epiplaki me ta skonismena vinilia (giati ta vinilia ta vriskoun oloi panta skonismena?) Tou Giwrgi isws. I kai tis mamas. Kai twn dio. Ti kanoun twra autoi oi diskoi? Pou vriskontai?


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Κίτρινα βράδια

Τώρα τι με έπιασε κι ακούω τούτο ασταμάτητα, ένας θεός ξέρει. Είναι ίσως που μου θυμίζει τόσο έντονα τα υπέροχα βράδια στην Αθήνα, και ξαναζώ όλα τα by night, που λέγαμε και με τον Κώτσο. Αθήνα μου...

(Όχι, μαμά, δεν νοσταλγώ.)