Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυρνάω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γυρνάω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Xρονικά της Θεσσαλονίκης

Από αυτούς που ονειρεύονται να γίνουν συγγραφείς, πόσοι και πόσοι να έχουν γυρίσει σπίτι τους τη νύχτα ανακουφισμένοι μόνο με τη σκέψη πως, ό,τι κι αν γίνει, ό,τι και να τους συμβεί, αυτό δύναται να εκβάσει σε γραπτό κείμενο; Πόσοι να έχουν κατηφορίσει τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, απογοητεύμενοι, κουρασμένοι, μα παρηγορημένοι στην ιδέα ότι θα γράψουν;

Έτσι κι απόψε, που μες στη θολούρα μιας νύχτας παλιών φίλων, μαραζωμένη η περιοχή της Ροτόντα, πόσο φθαρμένες μου φάνηκαν οι πολιτικές φιλοδοξίες, και κούφιες, και κυρίως κούφια από περιεχόμενο η κουβέντα στην παρέα, ονειρεύτηκα μια σειρά από δοκίμια που θα μου εξηγούν τον κόσμο κι εμένα σ'αυτόν.

Όχι όμως πως το γράψιμο θα σε προστατεύσει. Το αντίθετο. Το γράψιμο θέλει χαλκέντερους χαρακτήρες. Διότι το όνειρο της γραφής από την πραγματοποίηση ακόμη και μίας μόνο φράσης απέχει χιλιόμετρα - και σ'αυτήν την απόσταση γαλουχείται ανελέητα κι ακατάπαυστα ο άνθρωπος που ελπίζει στην παρηγοριά της γραφής. Αυτό είναι το κόστος της μεγάλης παρηγοριάς της.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Αν κάτι δεν έχει αλλάξει στην προσωπική μου σκηνοθεσία της Θεσσαλονίκης, είναι η διάψευση κάποια βράδια, σε παρέες που μιλάνε χωρίς να λένε τίποτα.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

To αίνιγμα της επιστροφής

Xρυσή ώρα στη Θεσσαλονίκη την περασμένη βδομάδα 













Η ιστορία μου θα εκτυλισσόταν στην κλασική εποχή, στη Μεσόγειο. Ο αφηγητής θα έγραφε απλά, χωρίς καμιά προσπάθεια για ύφος εποχής ή ιστορική εξήγηση της εποχής του. Θα έφτανε - για έναν λόγο που μου μένει να βρω - σ'αυτό το κλασικό λιμάνι με τους τοίχους και τις πύλες σαν φτιαγμένες από κομμένο χαρτόνι. Θα προσπερνούσε αυτές τις δυο βουβές φιγούρες στην προκυμαία. Θα περνούσε από την ησυχία και την ερημιά, αυτό το κενό, μέσα σε μια πύλη ή πόρτα. Θα έμπαινε μέσα εκεί και θα τον κατάπινε η ζωή κι ο θόρυβος μιας πόλης γεμάτη από κόσμο (φανταζόμουν κάτι σαν τη σκηνή μιας λαϊκής αγοράς στην Ινδία).

Το Αίνιγμα της Άφιξης, Β.Σ. Ναιπόλ (μετάφραση, δόλια, δική μου)

Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Κυριακή 29 Απριλίου 2018

Phantom Thread

  “Phantom Thread” is Anderson’s eighth feature, and the first to be set almost exclusively in Britain. The era is the mid-nineteen-fifties, which means that the gowns created by Reynolds for his wealthy (and sometimes royal) clients are of a rarefied and formal allure that feels as distant as the court of Versailles. Not the least of the movie’s joys is the roster of unflappable seamstresses, with years of experience, on whom he relies; in the course of one especially taxing night, they have to repair a wedding dress that has been tainted and torn, to be ready by 9 a.m. As for Day-Lewis, he strikes the eye as ineffably dapper, with a hint of the sacerdotal; in the opening minutes, he pulls on a magenta sock, buffs the toe cap of a shoe, and, wielding a pair of hairbrushes, sweeps back his lightly silvered locks with solemn care, as if robing himself in a vestry. Yet this is not a film that dwells on style. It is a film possessed by a fear that style alone, or the quest for it, can cramp the soul.

από το άρθρο του New Yorker "The Claustrophobic elegance of Phantom Thread" του Αnthony Lane - η υπογράμμιση δική μου... 

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

To βιβλίο της άμμου



Como la arena se iba el tiempo. Secular en la sombra fluyó el amor (...). J L Borges 

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Γράμμα στον Ορχάν Π.

Ορχάν Π., 

Χθες περπάτησα στους κήπους του Λουξεμβούργου μετά τη δουλειά. Επωφελήθηκα από την ηλιοφάνεια κι όσο διήρκησε θέλησα να περπατήσω. Πήρα ένα μονοπάτι και το ακολούθησα χωρίς να σκέφτομαι πού με πάει. Κουράστηκα πιο γρήγορα απ΄ό,τι περίμενα κι όταν βρήκα μια αδέσποτη καρέκλα που προφανώς κάποιος είχε τοποθετήσει με καπρίτσιο ανάμεσα στα δέντρα κάθισα μ'ανακούφιση. Από την απρόβλεπτη αυτή θέση έβλεπα μπροστά μου τα γήπεδα του τένις όπου έπαιζαν δυο μικρά παιδιά και διαγωνίως στο βάθος το γήπεδο του μπάσκετ όπου παίζαν έφηβοι και νεαροί άνδρες. Οι άνδρες μού θύμισαν τους συμμαθητές μου στο λύκειο που έπαιζαν ματς που τα έλεγαν "φιλικά" στο διάλειμμα. Ένιωσα μια νοσταλγία για το λύκειο τις μέρες που νιώθαμε την άφιξη της άνοιξης.  Κατάλαβα ότι δεν ήταν άλλο παρά τη νοσταλγία γι'αυτούς τους άνδρες. Αυτή η τυχαία τοποθέτηση στο χώρο μ'έκανε να σκεφτώ τ'άστρα, για την ακρίβεια την αγγλική λέξη "constellation" κι έπειτα την ελληνική έκφραση "γραφτό", τουτέστιν "ήταν γραφτό να γίνει". Σκέφτηκα τα ζώδια και θυμήθηκα πως είστε δίδυμος, ή όπως είναι το σωστό, είστε Δίδυμοι. 

Τι σημασία να έχει για σας, δεν ξέρω, αλλά οφείλω να σας πω πως έχω ερωτευτεί πολλούς δίδυμους. Φυσικά από ένα σημείο και μετά ενδεχομένως να μ'ελκύει το σύνολο των στοιχείων που αποδίδω στο άτομο ως δίδυμος μόνο και μόνο επειδή ανήκει σ'αυτό το ζώδιο. Είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις το άτομο πιο γρήγορα. Να πάψει πιο γρήγορα να'ναι ξένος. Άσε που δεν ξέρω κι αν πιστεύω στα ζώδια. Αλλά είναι μια όμορφη ιδέα να πεις πως ο καιρός που γεννήθηκες κι ο συσχετισμός των άστρων τη συγκεκριμένη στιγμή στον ουρανό είχαν κάποια επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου στη γη.

Γιατί σας γράφω, αγαπητέ Ορχάν; Προβάρω μια "φαινομενική απλότητα" που εξασκείτε κι εσείς στα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά σας. Μέχρι να σας μάθω (μου πήρε λίγες σελίδες), μου φαινόταν πως οι προτάσεις σας επαναλάμβαναν πράγματα πρόδηλα. Κι όμως, καθώς το κείμενο-σώμα αναπτύσσεται, φωτίζονται οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες και η ζωή γεμίζει νόημα. Με συγκινεί, αγαπητέ Ορχάν, ο τρόπος που προφέρετε τη λέξη "ευτυχία". Την βρήκα στα τούρκικα και την έγραψα στην πρώτη σελίδα της ατζέντας μου: mutluluk. 

Πριν πέντε χρόνια είχα ζητήσει στους γονείς μου να πάμε στην Ιστανμπούλ για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα ερωτευτεί έναν τουρκοιταλό που γνώριζα από το πανεπιστήμιο κι ήλπιζα πως θα τον έβρισκα έστω για μια μέρα στην πόλη του. Το όνομα αυτού - αλίμονο - Ναδίρ. Του έγραψα στο facebook με το που εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο μετά από προτροπή της μαμάς μου (ίσως αυτό να σας φανεί περίεργο, ίσως πάλι και όχι). Μου απάντησε αμέσως και μάλιστα μ'ενθουσιασμό! Βρεθήκαμε την επομένη (στον χάρτη του βιβλίου σας Το Μουσείο της Αθωότητας προσπάθησα να βρω την ταβέρνα -διότι ταβέρνα ήταν- που μου'πε να βρεθούμε αλλά μάταια, τα τοπωνύμια τα ξέχασα). Να μην τα πολυλογώ, συναντηθήκαμε την επομένη και την παρεπόμενη και την παρεπόμενη ακόμη. Ένα βράδυ με πήρε μαζί του σε μια συνάντηση με φίλους. Εκεί, αγαπητέ Ορχάν, γνώρισα την κόρη σας που ξέρω πως πολύ αγαπάτε. Τότε βέβαια δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν η κόρη σας ούτε πως τ'όνομά της σήμαινε όνειρο.

Όπως με τους Διδύμους έτσι και με τους Τούρκους ξέρω πως ερωτεύομαι ένα σύνολο στοιχείων που υπάρχει ήδη στο μυαλό μου. Μια αδιόρατη νοσταλγία. Κάτι που δεν ξέρω αλλά στ'οποίο ελκύομαι. Μία αίσθηση βάθους, ίσως παρελθόντος. 

Στο δωμάτιο του τούρκου φίλου μου δεν πίστευα ποτέ να βρεθώ. Και όμως, αγαπητέ Ορχάν. Ούτε στο πιο τρελό μου όνειρο, κάτι που φυσικά του το εξομολογήθηκα την τελευταία νύχτα στην Ιστανμπούλ. Στους τοίχους του δωμάτίου του, δεν θα το πιστέψετε, είχε γράψει με μαύρο πινέλο αποσπάσματα από τους Αδερφούς Καραμαζώφ. Όπως δεν θυμάμαι τα τοπωνύμια των περιοχών όπου με πήγε, έτσι δεν συγκράτησα μέσα στην ταραχή μου και τα συγκεκριμένα χωρία, κι όσο κι αν ξαναδιάβασα το βιβλίο από τότε, δεν βρίσκω αυτά που είχε διαλέξει. Η νύκτα της Ιστανμπούλ, παρ΄ό,τι κρύος χειμώνας, ήταν απαλή.


Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Θέατρο Odéon (Choses vues)

Ένα χρόνο και κάτι μήνες μετά επέστρεψα σ'αυτό το θέατρο. Πέρσι ένας Δον Ζουάν που δεν με συγκίνησε. Ο πρωταγωνιστής ήταν ελαφρύς, καθόλου φιλοσοφημένος σ'αυτό που διέπρατε.
Απόψε οι Τρεις Αδερφές του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία κι απόδοση του Αυστραλού Simon Stone. 
Αν ήταν εδώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου* θα περιέγραφε την εξαίσια σάλα όπου το κοινό "se restaure" πριν την παράσταση, το "φουαγιέ". Τα μαρμάρινα στρόγγυλα τραπεζάκια με το ένα πόδι (οι μοναχικοί να μην προδίδονται, και οι συνοδευόμενοι ίσα ίσα να πληρούν τον χώρο), τον χρυσό χιτώνα ενός αγάλματος που μισοφαίνεται στον από πάνω όροφο, οι τεράστιοι καθρέφτες στις δυο άκρες που σε συναντούν όπως ανεβαίνεις τις σκάλες και νιώθεις λίγη από την αίγλη των ηθοποιών ή από την ανησυχία τους όταν δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σ'ένα καινούριο καμαρίνι όπου αιωρείται σκόνη από τις σκιές ματιών ή μέσα σ'έναν χιλιοπαιγμένο ρόλο. Το μάρμαρο των κιόνων κίτρινου χρώματος, φλουριού. Τα τελειώματα των κάδρων, τα πορτραία του Ρακίνα, το μωσαϊκό. Απέναντι από το μπαρ ένα πολυτελές τζάκι καταλήγει σε δυο σφίγγες (να ξεκινήσω τον κατάλογο με τα οριενταλιστικά σημεία σ'αυτή την πόλη, τίτλος "Λουξόρ"). 
Αυτά άμα ήμουν ο Ζ.Π. Χάρη στα κείμενά του, ξυπνώ λίγο, αναθαρρώ και σηκώνω το βλέμμα να παρατηρήσω τα επιμέρους. Είμαι, όμως, τελικά άνθρωπος με βαριά ψυχολογία. Μία δύναμη λες αντίρροπη στο ένστικτο της ζωής με τραβά προς τα κάτω, προς την tristeza, τη μελαγχολία, που λέει και το βραζιλιάνικο τραγούδι του Tom Jobim. Όχι πως ο Ζ.Π. δεν θα είχε δοκιμάσει πάμπολλες φορές την tristeza, την "gouffre" (για να θυμηθούμε τον Δον Ζουάν) που ανοίγει κάτω από τα πόδια μας... Κάθε άλλο.
Κυρίες και κύριοι, η αίθουσα έχει ανοίξει.

*Ο Χρήστος φυσικά μου χάρισε τα Παρισινά Γράμματα του Ζ.Π. Τέτοιο ελαφρύ χέρι συγγραφέα δεν έχω ξαναδεί! Θα περιγράφει τον θάνατο κι όμως θα κρατιέται όρθιος, αλέγκρος για χάρη του έργου. Κοντοστέκεται στον δρόμο, αφουγκράζεται, κι ύστερα ελαφρά πάνω στα πράματα γράφει. "Η ψυχή μας είναι με τα φύλλα που πέφτουν, με το άφθονον, βραδύ και υπορριγηλόν φυλλορρόημα των Παρισινών δένδρων". 

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Γράφω τελικά μόνο στα τρένα του γυρισμού...

Άλλοι κοιμούνται, άλλες διαβάζουν, άλλοι κουβεντιάζουν.
Στιγμές ευδαιμονίας παρά την κούραση και τα μάγουλα που καίνε. 
Του πήρα ένα τυρί της περιοχής και μια μεγάλη "αρτιζανά" μπύρα.
Αυτή τη στιγμή διαβάζουν οι τρεις τους: Duras, Anaïs Nin, Hernaux. Γυναίκες που γράφουν. Γυναίκες που διαβάζουν. Ενώ είναι χαζή κι ανούσια αυτή η έκφραση, μου'ρχεται όλο στο νου πότε με το ένα φύλο πότε με το άλλο: Η ιστορία της ζωής μας είναι οι γυναίκες. Η ιστορίας της ζωής μας είναι οι άνδρες. Il faut beaucoup aimer les hommes. Να τους λατρεύεις. Να πέφτεις στα γόνατα σαν να προσεύχεσαι γι'αυτούς. Να μην τους χλευάζεις ποτέ. Να μην απομονώνεις την αδυναμία τους. Να τους θαυμάζεις που είναι δυνατοί μα να μην ξεχνάς πως έχουν στιγμές που αρρωσταίνουν. Και μάλιστα αρρωσταίνουν συχνά. Δεν εξηγούν την αρρώστια, τα γεγονότα της ζωής στον εαυτό τους, και συχνά θυμώνουν που πιάστηκαν απροετοίμαστοι - λες και θα γινόταν κι αλλιώς. Μα να τους αγαπάς άπειρα και σε κάθε τους σώμα να κοινωνείς κάθε φορά την ιδανική ζωή, την αποκλειστικότητα, την ενότητα, όσο μπορείς. Η απελπισία... Επειδή δεν την εξηγούν, δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Έχουν ανάγκη. Από πολλή αγάπη. Από λατρεία. Σιγά σιγά νυκτώνει. Τα τρένα φτάνουν στο Παρίσι. Σταυρώνουν οι σιδηροδρομικοί με τις γραμμές του μετρό. Να μοιράζεις τη ζωή σου δεν είναι εύκολο. Να λάμπεις από την κρυμμένη σου εσώτερη ζωή, έχει κι αυτό το τίμημά του. Να γράφεις και να αγαλλιάς με σήματα που οι άλλοι εκ πρώτης όψεως δεν καταλαβαίνουν, δυσκολεύει πού και πού τα καθημερινά. 
Δεν είναι μόνο τα μυθιστορήματα της Jane Austen... Δεν άντεξα να διαβάσω πάνω από δύο αλλά γιατί δεν ακούγεται εξίσου η τεράστια George Eliot; Τι αγάπη της είχε η E.D.! Όταν γράφουν οι γυναίκες -- 
Παύλες. Φιλίες που ονειρεύονται μεταξύ τους κι ας είναι ακατόρθωτες. Είδα το πρόσωπο της Σοφίας σε μια γυναίκα στον σταθμό της Lille όπως ξεφλούδιζα το πρώτο μανταρίνι της χρονιάς. 

Μουσείο Καλών Τεχνών, Λιλ


Η Πυρκαγιά της Κωνσταντινούπολης - W. Turner (λεπτομέρεια)


Μιναρέδες, 
φωτιά, στέγες και φιγούρες από την ίδια φευγαλέα μα κι υψηλής ακρίβειας πινελιά εκφράζουν μια σημαντική ακαθόριστη κίνηση. 

Υπάρχει πολύ νερό στον πίνακα αυτόν που αναπαριστά μια πυρκαγιά. 
Τα κόκκινα φέσια, οι μαύρες φορεσιές κι οι λευκές ανταύγειες που υπονοούν χατζάρες. Το πλήθος ακαθόριστο κι όμως ορισμένο. Βλέπουμε τα δοκάρια, τα μαδέρια, τα κάγκελα στη βεράντα του δώματος που καίγεται. Η πιο παχιά τέμπερα είναι το κέντρο της πυρκαγιάς, κίτρινο, αργό, κάνει ένα θόρυβο. Οι γυναίκες στο πρώτο πλάνο κοιτούν με τα χέρια στη μέση μαντεύουμε την απόγνωση λευκά τσεμπέρια, πράσινη και λαδί η φούστα της καθεμιάς. 
Η λεπτότητα της αναπαράστασης ενός τραγικού γεγονότος. 

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Confiserie

1η Ιουλίου 2017, Λονδίνο
Royal College of Art, Battersea 

Στον δεύτερο όροφο του εργαστηρίου ζωγραφικής. 
Στέκομαι στην κουπαστή ενός χώρου που είναι σαν εξώστης. 
Ένας εντυπωσιακός '3D Painting' πίνακας ακριβώς από κάτω. Μου θυμίζει μια αίθουσα στην Tate αφιερωμένη στην επιρροή των πρώτων χρόνων του ίντερνετ στην κλασική ζωγραφική. 

Με την Πριγιάνκα είδαμε την έκθεση κεραμικής και κοσμημάτων, γλυπτικής, ζωγραφικής, moving image. Βιαστικά πέρασα από την έκθεση των συμφοιτητών μου (Critical Writing in Art). Λέξεις και θέματα που επανέρχονται: απόβλητα, παρακμή-σήψη, αρχείο, εικόνα. Ο Γκίντο (performance) για τη διπλωματική του σχεδίασε μια μεγάλη φούσκα από πλαστικό κι έβαλε μέσα μια κοπέλα κι αραδιασμένα αντικείμενα: dvd του Χαμένοι στη Μετάφραση, ένα κύπελλο Starbucks, ταξιδιωτικός οδηγός για το Βιετνάμ, υπόστρωμα κι αθλητικά παπούτσια. Η κοπέλα προχωρούσε μέσα στη φούσκα κι έπαιρνε φωτογραφίες από την εμπειρία της με τα πράματα και τις ανέβαζε κατευθείαν στο Instagram. 
Οι επιφάνειες της Πριγιάνκα εντυπωσιακές. Πηλός και σμάλτο που σχημάτισαν ρωγμές, κι ανοίγματα. Ως τίτλο σ'ένα έργο έδωσε κάποιες συντεταγμένες. Δεν μου αποκάλυψε τι σημαίνουν όταν αδιάκριτα κι ασυγκράτητα την ρώτησα. Λέξεις δικές της: γεωγραφία, γεωλογία.
Ένας τύπος με ράστα γλύφει ένα κίτρινο παγωτό και χαζεύει τους πίνακες. 
Ήθελα ένα διάλειμμα - ήθελα να γράψω.

Δυο μέρες εδώ. Αν δεν είχα τη φιλία θα'λεγα πως γυρνώ σαν κάποιος που φοβάται πως από ώρα σε ώρα θα υποτροπιάσει. Κρατώντας την καρδιά μου. Ξέρω πως έκανα καλά κι έφυγα πέρσι. Εδώ ήμουν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος... Δεν νομίζω πως είναι η εποχή που μπορεί να κάνει κάποιον άρρωστο, υπάρχει, όμως, μια διασυνδεδεμένη αγριότητα στη σούπερ γρήγορη μητρόπολη που μερικοί, ίσως, δεν αντέχουν. 

Εντυπωσιακός αυτός ο ψηφιακός πίνακας. Αποξένωση με χρώματα ζαχαρωτών.

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Το αμύγδαλο

Και βέβαια όσο πλησιάζουμε το Παρίσι τόσο πληθαίνουμε μέσα στο τρένο. Λιγοστεύουν οι θέσεις. Κόλλησα στο παράθυρο. Αναζήτηση των εκτάσεων που ανοίγονται - ακόμη και τις πινακίδες και τα σήματα μέσα στις κωμοπόλεις δεν έχω την υπομονή να τις διαβάσω. Αχ γράφω πάλι με τα μάγουλα που καίνε από την κούραση (γλυκιά, που προήλθε από περπάτημα και προσοχή στον άλλον... Στον καθεδρικό, ο ξεναγός μάς εξήγησε το βιτρώ όπου ο Χριστός αφηγείται στους Φαρισαίους την παραβολή για τον Καλό Σαμαρείτη - τι θα πει ο πλησίος) και γράφω επίσης με μια ασίγαστη, περήφανη κι ανυπόταχτη γενναιοδωρία για τις μέρες. Δεμένη από παντού κι από πουθενά. Σούρουπο, νυχτώνει. Νιώθω πως βρίσκομαι στις κορυφές διάφορων γλωσσών με μια καινούρια ευελιξία που μου επιτρέπει να κινούμαι αναμεταξύ τους. Δύναμη λες και μέσα μου κάτι παίρνει μορφή. Δεν το είπα καλά: στην κορυφή των δυνάμεων, κι αυτές στην υπηρεσία όχι τόσο της γραφής αλλά της ζωής. Αλλά αν πάρεις το ένα από το άλλο αυτόματα τα δυο θ'αποδυναμωθούν. Πυρήνας (όλων, σκέφτηκε όπως διάβαζε τα βιτρώ, από κάτω προς τα πάνω) ο πειρασμός (μια βλοσυρή κυρία την κοιτούσε στο τρένο και μια δροσερή κοπέλα την ζωγράφιζε: τι συστήνει την επιθυμία; Να θέλεις να πιάσεις τον άλλον ή να τρέμεις στην ιδέα;). Πυρήνας ο πειρασμός. Στη δυτική είσοδο του καθεδρικού ο Χριστός κάθεται μέσα σ'ένα α μ ύ γ δ α λ ο. Ή αλλιώς 'δόξα' στην γλώσσα της εικονογραφίας. Ο ξεναγός μάς εξήγησε τι θα πει gloire. Όχι χρήματα, όχι φήμη, μα "aura". Έφερε το παράδειγμα ενός ηθοποιού που  γεμίζει τη σκηνή κι άνοιξε τα χέρια κάνοντας ένα βήμα μπρος προς τα εμάς κι εγώ έφερα το παράδειγμα της καρδιάς.
Εκδρομή.
Ποτέ δεν είπα ψέματα.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Parigi - Athènes



Je fuirais laissant là mon passé 

Sans aucun remords 
Sans bagage et le cœur libéré 
En chantant très fort

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Ημερολόγιο

11 Σεπτεμβρίου 2016
Παρίσι
23 χρόνων

This world will no longer concern you…
(William Blake quoted in Dead Man )
Καλησπέρα. Η ώρα είναι εννιά και μισή το βράδυ. Έχει πλέον νυχτώσει αλλά είναι φρέσκο ακόμη το χρώμα. Κάθομαι μπροστά από το παράθυρο που βλέπει στο εσωτερικό, μεταξύ των πολυκατοικιών. Ακούω τις ομιλίες των ενοίκων. Από το άλλο παράθυρο, ο ήχος που κάνουν τα μαχαιροπίρουνα, και μια ελαφριά μουσική. Ξέρω πως ξοδεύω τη ζωή μου με το facebook και το αφηρημένο σκλοράρισμα, όμως απόψε δεν θα στενοχωρηθώ. Ο εφιάλτης των ημερών, οι «τρομοκράτες». Συνέλαβαν τρεις γυναίκες που σχεδίαζαν να «χτυπήσουν» την Gare de Lyon. Αφορμή ένα φορτηγάκι χωρίς πινακίδες κοντά στην Παναγία των Παρισίων. Μετέφερε φιάλες πετρογκάζ. Δίνω το στίγμα των ημερών. Χάσιμο χρόνου και φόβος - και η όμορφη πόλη των γειτόνων. 

Στο φούρνο έχω ένα κοτόπουλο - συνταγή υποτίθεται à la provençale, αν και μου λείπουν τα μυρωδικά (δεν βρήκα θυμάρι και rosemary στο Franprix). Μία κόκκινη πιπεριά, γενναίες δόσεις από τα κρεμμύδια αυτά τα μικρά τα ιδιαίτερα της Βρετάννης, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι. Για το μεσημεριανό μου αύριο, θα το συνοδέψω με κους κους με σταφίδες. 

  - ‘’ - ‘’ - 


Να μην αμελώ να γράφω ακόμη κι όταν είμαι μουρτζούφλα. Κάθομαι με δυο προηγούμενα τετράδια πάνω στα πόδια μου (2015 και 2013). Θησαυρός, ακόμη κι αν το κείμενο ατόφιο δεν κομίζει μια νέα λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία. Ίσως στην περίπτωση αυτή, των γραμμάτων και των τετραδίων, να έχει σημασία η κατάθεση, ή το ξόδεμα του μελανιού και του χαρτιού. Το ένα χαρτί πάνω στο άλλο, με το που στεγνώνει το μελάνι. Και στο τέλος δεν μένει παρά η ανησυχία για τον χρόνο που περνά και η ημερολογιακή ένταση. 

  - ‘’ - ‘’ -

Πολύ μικρή η ζωή. Σκέφτομαι αυτά τα δοκίμια που θέλω να γράψω: θα πρέπει το θέμα να με συνταράζει, αλλιώς δεν θα είναι καλά. Κι έτσι σκέφτομαι, λοιπόν, πως έναν άξονα θεματικό που δεν θα βαριόμουν εύκολα είναι η αγάπη που είχα κι η νοσταλγία γι’αυτά που ποτέ δεν κάναμε. Σ’όλα τα τετράδια το ίδιο. H καταραμένη στιγμή της άρθρωσης με φυλάκισε μέσα σ’ένα συναίσθημα ολοκληρωτικά…

 μέχρι που συναισθηματοποιήθηκες για μένα ολόκληρο

(Να τι λείπει στο δωμάτιο - όλο το απόγευμα τακτοποιούσα τα βιβλία που έφερα από το Λονδίνο, τα ρούχα θα τα κάνω απ’αύριο. Λείπει ο ΚΑΒΑΦΗΣ. Θα σκέφτηκα πως θα τα βρω όλα στο πολύ ενημερωμένο σάιτ, mais ce n’est pas la même chose). 

Τον νοσταλγώ ακόμα. Πολύ περίεργο. 

(Με ποιον πρόσφατα έτυχε και συζητήσαμε μια promiscuity; Α, με τον Zach, τον Αμερικάνο συμφοιτητή μου από το Λονδίνο που’ρθε ταξίδι στο Παρίσι για το σ/κ. Κι εκείνος είχε αγαπήσει τον πρώην του πολύ, και συνεχίζει να ζει κανονικά, να βρίσκεται με ραντεβού από το tinder, κλπ.). 

Μελάνι. Ας το πούμε έτσι. Γράφω γιατί θ έ λ ω αυτή την κατευναστική κι άγρια ροή. Γράφω με ορμή, αλλά και με φόβο. Αν μη τι άλλο, δεν γράφω με δόλο ή -προς θεού- με μισή καρδιά. Γράφω χωρίς σχέδιο. Γράφω με τη λαχτάρα μου. Γράφω γιατί είμαι δω κι είχα πει πως εδώ θα γράφω. Γράφω γιατί είμαι μόνη. Γιατί νοσταλγώ προς χίλιες δυο κατευθύνσεις - τις ζωές που γνώρισα κι αυτές που φαντασιώνομαι. Ευτυχώς ισορροπώ μεταξύ τους. Γράφω γιατί τα παιδικά μου χρόνια (τι άδικη έκφραση μέσα στη banalité της) ήταν άπλετα ευτυχισμένα. Τώρα που μαγείρευα σκεφτόμουν τα βράδια με την Ντίνα στον 3ο. Η γιαγιά μάς τηγάνιζε αυγά, ο παππούς πρώτα θα μας ρωτούσε τι θέλαμε για βραδινό. Μέχρι να ετοιμαστούν, καθόμασταν στην τηλεόραση - κι έπειτα σηκωνόμασταν και καθόμασταν οι τέσσερίς μας στο τραπέζι, μια άλλη, μια ακόμη, μια οικογένεια. Παππού μου, τι βασίλειο μάς χάρισες. Ροδάκινα, βερίκοκα, αχλάδια, ελιές, το χέρι σου στο άκακο στόμα της Μπλόντι, γελάει, λες, το σκυλί όταν ανοίγει τις σιαγόνες του κι αυτό το κατακόρυφο χαμόγελο μού παίρνει καιρό να το αντιληφθώ μα άπαξ και το δω, ναι, το σκυλί μού χαμογελάει.  Κουνάει, βρε, την ουρά του. Χαίρεται. Δες τη μουσούδα του, είναι υγρή; Αυτό σημαίνει πως είναι υγιές. Και τι φόβος από τότε άμα τύχει κι η μουσούδα της είναι λιγότερο υγρή. Παππού, η μουσούδα είναι υγρή τώρα; Μήπως είναι ξερή; Δεν ήταν πολύ υγρή. Αλλά ο παππούς μου’πε πως ήταν εντάξει. 

«Η σάκα γι’αύριο έκλεισε;» 
Εδώ δεν γράφω με ορμή, μα με προσοχή. Να καταγράψω με ακρίβεια τον τρόπο. Μάλλον: «η σάκα για αύριο έκλεισε;». Δεν έκανε εκθλείψεις φωνηέντων, δεν θα έσυρε το λόγο χωρίς λόγο. Κι εκεί η κυριολεξία της αδερφής μου πόσο διέφερε από τη δική μου. Η Ντίνα είχε κουμπώσει το κουμπί της τετράγωνης τσάντας της (με το χαρακτηριστικό κλικ της) κι έτσι περήφανη έλεγε πως ναι, είχει κλείσει η τσάντα κι ήταν έτοιμη για «αύριο» («για την επομένη» ίσως να πούμε τώρα, στη δεύτερη κάμαρη του χρόνου). Στο γραφείο μου, από την άλλη, τα βιβλία και τα τετράδια ήταν αραδιαστά, θα τελείωνα και την τελευταία άσκηση αφού γυρνούσαμε στο σπίτι, και θα τα’βαζα όλα πραγματικά μέσα στην τσάντα το επόμενο πρωί, πριν ίσως απ’το πρωινό. Μα κατά κάποιον τρόπο (κατά κάποιο σχήμα λόγου) η τσάντα είχε ήδη κλείσει, κι αφού ήμουν έτοιμη για την αυριανή μέρα μαθημάτων απαντούσα κι εγώ με την κατάφαση της Ντίνας, όχι όμως χωρίς μια ελαφριά, σταθερή ενόχληση πως δεν απαντούσα όσο ίσια όσο η αδερφή μου. 

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

για την Ισπανία

La tristesse, la monotonie des couleurs le frappent en Espagne, plus encore après son séjour à Paris. L'Espagne, ne l'oublions pas, n'est pas comme les autres pays du Midi, elle n'est pas colorée. Le blanc, le noir, l'or, l'argent prédominent, il n'y a ni rouge ni vert. L'Espagne de ce point de vu n'est pas du tout méridionale, elle est plutôt orientale; les femmes portent plus de noir que de couleur, la terre est sèche et dorée, le ciel bleu, noir ou argent, les nuits étoilées sont encore noires ou bleu très foncé, l'air est léger. 

Picasso, Gertrude Stein , 1938 (15)

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Cruel. Her nature.

Όταν είχε έρθει ο Ανδρέας τον Μάη στο Λονδίνο, πήγαμε σ'ένα πάρτυ. Κάπου βόρεια, δεν θυμάμαι, είχε πολύ κόσμο, παίζαν μουσική με κουμπιά, μινιμάλ μινιμάλ γλυφιτζουράκια. Ήπια πολλές μπύρες, ήταν ωραία, χορέψαμε. Σε κάποια φάση βρέθηκα στο δωμάτιο που κρατούσαν τα πανοφώρια, και πάνω στο ντιβάνι με το βουνό απ'τα μπουφάν (είχε κρύο ακόμη;), κάθισα να ξεθολώσω και δίπλα μου κάθισε μια γάτα. Δεν είχα ξαναπαίξει στην πραγματικότητα με γάτα και η γλώσσα της μου φάνηκε αφύσικα τραχιά. Ήταν φιλική, κι αδιάφορη, ευτυχώς. 

Θυμήθηκα τη γλώσσα της γάτας σήμερα το πρωί, όπως έπιασα να διαβάζω το δεύτερο μέρος από τον Οδυσσέα του Τζόυς. Στο απόσπασμα, ο Λεοπόλδος Μπλουμ καθώς ετοιμάζει το πρωινό μιλάει με τη γάτα.

MR LEOPOLD BLOOM ATE WITH RELISH THE INNER ORGANS OF BEASTS and fowls. He liked thick giblet soup, nutty gizzards, a stuffed roast heart, liver slices fried with crustcrumbs, fried hencod's roes. Most of all he liked grilled mutton kidneys which gave to his palate a fine tang of faintly scented urine.
Kidneys were in his mind as he moved about the kitchen softly, righting her breakfast things on the humpy tray. Gelid light and air were in the kitchen but out of doors gentle summer morning everywhere. Made him feel a bit peckish.
The coals were reddening.
Another slice of bread and butter: three, four: right. She didn't like her plate full. Right. He turned from the tray, lifted the kettle off the hob and set it sideways on the fire. It sat there, dull and squat, its spout stuck out. Cup of tea soon. Good. Mouth dry. The cat walked stiffly round a leg of the table with tail on high.
-- Mkgnao!
-- O, there you are, Mr Bloom said, turning from the fire.
The cat mewed in answer and stalked again stiffly round a leg of the table, mewing. Just how she stalks over my writing-table. Prr. Scratch my head. Prr.
Mr Bloom watched curiously, kindly, the lithe black form. Clean to see: the gloss of her sleek hide, the white button under the butt of her tail, the green flashing eyes. He bent down to her, his hands on his knees.
-- Milk for the pussens, he said.
-- Mrkgnao! the cat cried.
They call them stupid. They understand what we say better than we understand them. She understands all she wants to. Vindictive too. Wonder what I look like to her. Height of a tower? No, she can jump me.
-- Afraid of the chickens she is, he said mockingly. Afraid of the chookchooks. I never saw such a stupid pussens as the pussens.
Cruel. Her nature. Curious mice never squeal. Seem to like it.
-- Mrkrgnao! the cat said loudly.
She blinked up out of her avid shameclosing eyes, mewing plaintively and long, showing him her milkwhite teeth. He watched the dark eyeslits narrowing with greed till her eyes were green stones. Then he went to the dresser, took the jug Hanlon's milkman had just filled for him, poured warmbubbled milk on a saucer and set it slowly on the floor.
-- Gurrhr! she cried, running to lap.
He watched the bristles shining wirily in the weak light as she tipped three times and licked lightly. Wonder is it true if you clip them they can't mouse after. Why? They shine in the dark, perhaps, the tips. Or kind of feelers in the dark, perhaps.
He listened to her licking lap. Ham and eggs, no. No good eggs with this drouth. Want pure fresh water. Thursday: not a good day either for a mutton kidney at Buckley's. Fried with butter, a shake of pepper. Better a pork kidney at Dlugacz's. While the kettle is boiling. She lapped slower, then licking the saucer clean. Why are their tongues so rough? To lap better, all porous holes. Nothing she can eat? He glanced round him. No.

Η γάτα από κείνο το βράδυ.



Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Variations on a day













Ώ πώς πέρασε η ώρα! Έτσι δεν τελειώνουν κάποια ποιήματα, με την κατακλείδα να σημαίνει σαν ρολόι το πέρασμα μιας ώρα που -αλίμονο- έγινε ζωή. Στάθηκα στη γέφυρα απόψε στο σούρουπο, έτυχε να περνώ, και σκέφτηκα να παίξω με τη φωτογραφική του κινητού μου. A, στην αρχή, αδιάφορες, εικόνες, δεν έδιναν κάτι. Μα το φως άλλαζε, φυσικά, βράδιαζε. Με κομμένο το στομάχι, αόριστα, χωρίς λόγο κι αιτία, από κάποιο ennui κι απ'τους φίλους που λείπουν στην εξοχή - μέχρι που έστρεψα την κάμερα και προς εμένα, αν κι η έκφραση αυτή είναι πια παρωχημένη. Πάτησα 'front facing' και κάτι κουνήθηκε, χωρίς τον εξωγενή ήχο. Απτική ανάδραση. Με κλαρίνο και τουμπερλέκια μια παρέα κάτω από τη γέφυρα αυτοσχεδιάζουν. Τους πλησιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σας πω για τον κλαρινετίστα. Μια Ήπειρος κι ένας Eric Dolphy μαζί. Η σωτηρία μου θα'ναι αν γράφω, αν από κει πιαστώ. Le malaise, από το πολύ ίντερνετ. Καταναλώνουμε τις ζωές των άλλων δίχως σκέψη και συμπόνοια ποτέ. Να'ναι καλά ο Τσαγκαρουσιάνος που γράφει γι'αυτά τα φαινόμενα, τολμάει να πει για τη λίγη μας ζωή και κάπως όλα απαλύνουν. Τι λόγο έχω - ένα φωταγωγημένο bateau mouche μόλις περνάει και μας κάνει όλους να λάμψουμε, παιδιά καθισμένα στην όχθη, les amoureux des bancs publics. Ω θέε μου. Εδώ που είμαι αυτό που κάνω. Ένα ακόμη μπατώ μύγα αυτή τη φορά σκοτεινό με πορτοκαλιά φώτα, οι επιβάτες στο κατάστρωμα μιλάνε κινέζικα. Γιατί γράφεις; Ποιος στο'πε; Ποιος δαίμονας ή ποιος ψυχίατρος. Σκέφτομαι το αυτοπορτραίτο μου. Σκυθρωπή μα σοβαρή μα μόνη. Πέρασε ένας χρόνος και κάτι, ήμουν και πέρσι εδώ. Ήμουν και πρόπερσι - μα όχι το καλοκαίρι. Ναι, αν μπορούσα να σας πω τι βάλσαμο είναι αυτή η μουσική τώρα. Δίσκος της ECM μα καλύτερα! Και το αεράκι... Ομορφιά που δεν σου επιβάλλεται. Τώρα ένα μπατώ μύγα disco! Privé party. Η ποπ του μας καλύπτει. Αν είχα λίγο, έστω λίγο, από το ταλέντο του Κορτάσαρ, ή της Κλαρίς. 












Μα από την άλλη έζησαν κι αυτοί πριν την ωμότητα αυτή: ίντερνετ, όπλα, συνδεσιμότητα, φωτογραφημένα κι αναρτημένα φεγγάρια. Ποια πανσέληνος: το τηλεφώνημα από την Ελλάδα. Η Νίκη στο Ντακάρ - πόσο την σκέφτομαι. 












Η παρέα μου. Τώρα πια νύχτωσε. Οι μουσικοί έχουν περάσει σε μια παραλλαγή του θέματος - σουρούπωνε αργά, στην άκρη του 
μπεντίρ το πρώτο χτύπημα και το 
δεύτερο, μαλακά, στο κέντρο. 





Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Νεράντζια και πέτρες

  Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli. 

Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)