Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Σώτη Τριανταφύλλου

Τα Σάββατα στο πανεπιστήμιο έχουν κάτι το ειδυλλιακό ακριβώς επειδή απέχουν από κάθε τι το ειδυλλιακό, από κάθε νησί, από κάθε προσπάθεια κι ερμηνεία κι απόδοση νοήματος. Η γλώσσα κι η μυθοπλασία με έσωσαν και πάλι χθες: επαναλάμβανα στην καλή μου φίλη Κ. (πόσο τυχερή είμαι που τη γνώρισα) πως, δεν πειράζει, το πρωί της Παρασκευής, έγινε και ξύπνησα στο Μπρούκλυν. Κι έτσι, δεν πειράζει, ό,τι συνέβη συνέβη. Ξύπνησα στο Μπρούκλυν, λίγα μέτρα από τη Myrtle & Broadway. Περπάτησα προς τον σταθμό του μετρό και πριν ανέβω τις σκάλες για το τρένο Μ και το νησί Μανχάταν ζήτησα από το εντυπωσιακά, καχύποπτα τακτοποιημένο και καθαρό deli της γειτονιάς ένα μπέιγκελ cinammon raisin, ζεσταμένο, με cream cheese. Ό,τι συνέβη συνέβη, χρειάζομαι μόνο έναν ζεστό καφέ από το Grand Central για να δυναμώσω και να βάλω τον εαυτό μου σε τάξη. Στο βαγόνι είμαστε μισοί μισοί: κάποιοι αποφασισμένοι κι έτοιμοι να πιάσουν τη μέρα από τα κέρατα και να αντέξουν την πλανεύτρα μεγαλούπολη, κι άλλοι που χασμουριόμαστε, δεν λέμε να ξυπνήσουμε. Ντρεπόμουν που'δειχνα ατημέλητη, και που οι ανησυχίες μου ήταν τόσο μικρές, τις σύγκρινα πάνω στα πρόσωπα του κόσμου. Έτρεχε το τρένο κι έβλεπα το Μπρούκλυν από ψηλά να φεύγει να φεύγει και να χάνεται κι εμείς να χωνόμαστε βαθιά στη γη. Σε ένα κτίριο, πριν χαθεί το φως, κάποιο σλόγκαν φωνάζει πάνω από τις κατεστραμμένες ελπίδες "Love Me", κόκκινο, κάνει το Μπρούκλιν ένα σημάδι μέσα στο λογισμό σου πως κι εσύ υπάρχεις όπως μύριοι άλλοι σ'αυτήν την πόλη. Και κρατιέσαι από τα εκστατικά λόγια του Walt Whitman που γιορτάζει και δοξάζει κι αποτίει φόρο τιμής στη μητρόπολη στα μέσα του 19ου αιώνα. Σκέφτεσαι και προσπαθείς να κρατηθείς από το πρώτο κεφάλαιο του Moby Dick όπου ο κόσμος συρρέει στο Battery Park για να ρουφήξει τη θαλάσσια αύρα. Και λες και πάλι, δεν πειράζει, ό,τι και να συμβεί θα'χω πάντα το γράψιμο. Και την ανάμνηση μιας πολύ βαθιάς αγάπης. 

Même pas

Μπιμ μπομ μπουμ! υπάρχει κι άλλο.


my sight was a wound

Το βράδυ της Παρασκευής, εχθές, διάαβασα το La folie du jour του Blanhcot.
Κοιμήθηκα και ξύπνησα πριν το χάραμα γιατί με ενοχλούσε μία νυχτοπεταλούδα που πετάριζε. Σύμβολο του ονείρου που εκτείνει τη δράση του και πλημμυρίζει την πραγματικότητα, θα έλεγα, αν ο Blanchot δεν μου είχε καταργήσει το ονειρώδες ως μια πολύ συγκεκριμένη θήκη στην οποία εφαρμόζουμε την εμπειρία. Η νυχτοπεταλούδα δεν είχε βγει από κάποιο όνειρο μα συνέδεε αυτό ακριβώς που μας αρέσει να σπάμε λες κι είναι πέτρωμα προς κατεργασία στο λατομείο.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Σκέφτομαι τον Μπάντεν Πάουελ απόψε, που παίζει το Manha de Carnaval με το αναμμένο τσιγάρο του στο χέρι. Και σκέφτομαι επίσης τον Κορτάσαρ και τον τρόπο που μιλάει για λαγουδάκια και τις μεγαλύτερες μας απογνώσεις...