Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Confiserie

1η Ιουλίου 2017, Λονδίνο
Royal College of Art, Battersea 

Στον δεύτερο όροφο του εργαστηρίου ζωγραφικής. 
Στέκομαι στην κουπαστή ενός χώρου που είναι σαν εξώστης. 
Ένας εντυπωσιακός '3D Painting' πίνακας ακριβώς από κάτω. Μου θυμίζει μια αίθουσα στην Tate αφιερωμένη στην επιρροή των πρώτων χρόνων του ίντερνετ στην κλασική ζωγραφική. 

Με την Πριγιάνκα είδαμε την έκθεση κεραμικής και κοσμημάτων, γλυπτικής, ζωγραφικής, moving image. Βιαστικά πέρασα από την έκθεση των συμφοιτητών μου (Critical Writing in Art). Λέξεις και θέματα που επανέρχονται: απόβλητα, παρακμή-σήψη, αρχείο, εικόνα. Ο Γκίντο (performance) για τη διπλωματική του σχεδίασε μια μεγάλη φούσκα από πλαστικό κι έβαλε μέσα μια κοπέλα κι αραδιασμένα αντικείμενα: dvd του Χαμένοι στη Μετάφραση, ένα κύπελλο Starbucks, ταξιδιωτικός οδηγός για το Βιετνάμ, υπόστρωμα κι αθλητικά παπούτσια. Η κοπέλα προχωρούσε μέσα στη φούσκα κι έπαιρνε φωτογραφίες από την εμπειρία της με τα πράματα και τις ανέβαζε κατευθείαν στο Instagram. 
Οι επιφάνειες της Πριγιάνκα εντυπωσιακές. Πηλός και σμάλτο που σχημάτισαν ρωγμές, κι ανοίγματα. Ως τίτλο σ'ένα έργο έδωσε κάποιες συντεταγμένες. Δεν μου αποκάλυψε τι σημαίνουν όταν αδιάκριτα κι ασυγκράτητα την ρώτησα. Λέξεις δικές της: γεωγραφία, γεωλογία.
Ένας τύπος με ράστα γλύφει ένα κίτρινο παγωτό και χαζεύει τους πίνακες. 
Ήθελα ένα διάλειμμα - ήθελα να γράψω.

Δυο μέρες εδώ. Αν δεν είχα τη φιλία θα'λεγα πως γυρνώ σαν κάποιος που φοβάται πως από ώρα σε ώρα θα υποτροπιάσει. Κρατώντας την καρδιά μου. Ξέρω πως έκανα καλά κι έφυγα πέρσι. Εδώ ήμουν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος... Δεν νομίζω πως είναι η εποχή που μπορεί να κάνει κάποιον άρρωστο, υπάρχει, όμως, μια διασυνδεδεμένη αγριότητα στη σούπερ γρήγορη μητρόπολη που μερικοί, ίσως, δεν αντέχουν. 

Εντυπωσιακός αυτός ο ψηφιακός πίνακας. Αποξένωση με χρώματα ζαχαρωτών.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Τρεις άντρες

Και τόσα τραγούδια (πατήστε πάνω στον στίχο για ν'ακούσετε): 

Go melt back in the night

Everything inside is made of stone


Y en qui ont le cœur trop tendre
Moitié hommes et moitié anges

*


Vuelan los ligeros años
y con presurosas alas
nos roban, como harpías,

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Το αμύγδαλο

Και βέβαια όσο πλησιάζουμε το Παρίσι τόσο πληθαίνουμε μέσα στο τρένο. Λιγοστεύουν οι θέσεις. Κόλλησα στο παράθυρο. Αναζήτηση των εκτάσεων που ανοίγονται - ακόμη και τις πινακίδες και τα σήματα μέσα στις κωμοπόλεις δεν έχω την υπομονή να τις διαβάσω. Αχ γράφω πάλι με τα μάγουλα που καίνε από την κούραση (γλυκιά, που προήλθε από περπάτημα και προσοχή στον άλλον... Στον καθεδρικό, ο ξεναγός μάς εξήγησε το βιτρώ όπου ο Χριστός αφηγείται στους Φαρισαίους την παραβολή για τον Καλό Σαμαρείτη - τι θα πει ο πλησίος) και γράφω επίσης με μια ασίγαστη, περήφανη κι ανυπόταχτη γενναιοδωρία για τις μέρες. Δεμένη από παντού κι από πουθενά. Σούρουπο, νυχτώνει. Νιώθω πως βρίσκομαι στις κορυφές διάφορων γλωσσών με μια καινούρια ευελιξία που μου επιτρέπει να κινούμαι αναμεταξύ τους. Δύναμη λες και μέσα μου κάτι παίρνει μορφή. Δεν το είπα καλά: στην κορυφή των δυνάμεων, κι αυτές στην υπηρεσία όχι τόσο της γραφής αλλά της ζωής. Αλλά αν πάρεις το ένα από το άλλο αυτόματα τα δυο θ'αποδυναμωθούν. Πυρήνας (όλων, σκέφτηκε όπως διάβαζε τα βιτρώ, από κάτω προς τα πάνω) ο πειρασμός (μια βλοσυρή κυρία την κοιτούσε στο τρένο και μια δροσερή κοπέλα την ζωγράφιζε: τι συστήνει την επιθυμία; Να θέλεις να πιάσεις τον άλλον ή να τρέμεις στην ιδέα;). Πυρήνας ο πειρασμός. Στη δυτική είσοδο του καθεδρικού ο Χριστός κάθεται μέσα σ'ένα α μ ύ γ δ α λ ο. Ή αλλιώς 'δόξα' στην γλώσσα της εικονογραφίας. Ο ξεναγός μάς εξήγησε τι θα πει gloire. Όχι χρήματα, όχι φήμη, μα "aura". Έφερε το παράδειγμα ενός ηθοποιού που  γεμίζει τη σκηνή κι άνοιξε τα χέρια κάνοντας ένα βήμα μπρος προς τα εμάς κι εγώ έφερα το παράδειγμα της καρδιάς.
Εκδρομή.
Ποτέ δεν είπα ψέματα.

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

(Κι άλλα ακόμη) επεισόδια

i. Το ταξίδι μου εξελίχθηκε μέσα σ'αυτή τη μακέτα σκηνικού φτιαγμένη από τον Τσαρούχη. Ένα χαρτόνι, κομμένο στρόγγυλα, περασμένο από μια τρυπούλα σ'ένα πολύ λεπτό σκοινάκι για να μπορεί ν'ανεβοκατεβαίνει χειροκίνητα, είναι το φεγγάρι μπροστά από μπλε φόντο, πίσω από τον Λυκαβηττό. Αυτό το φεγγάρι κι αυτόν τον βράχο τους είδα προχθές από το ταξί καθώς γυρνούσα δυο το ξημέρωμα από την ταβέρνα στα Εξάρχεια όπου μιλούσαμε με τον Χρήστο και την Αλεξάνδρα ως αργά. Αυτή η μπλε Αθήνα, αυτή η μεταμεσονύκτικα "κατάσταση", λέξη που είπαμε με τον Χρήστο πολλές φορές όπως κατεβαίναμε την Θεμιστοκλέους. Κοντά στην πιάτσα των ταξί, κάτω από τη Ροζαλία, σ'ένα μικρό γήπεδο με μια μπασκέτα, μικρά παιδιά, έφηβα αγόρια, παίζαν. Μιλούσαν λίγο απ'όλα, γαλλικά αγγλικά ελληνικά. "Εδώ, εδώ ρε, πάσα". Διασκέδαζαν το σκοτάδι, της μπλε πόλης, των ποιητών που αργά αργά γυρνούσαν στα σπίτια τους. Για μία ακόμη φορά να ξέρω πως αυτό που με νοιάζει είναι να γράφω: να μου συμβαίνουν πράματα και να γράφω. Μία νέα, εξαίσια ελευθερία αρθρώνεται σπονδυλωτά μπροστά μου, λες και δεν υπάρχει πια λόγος να τρελαίνομαι ή ν'απελπίζομαι, παρά μόνο λόγος να υπομείνω. "Γράφ'το, αυτό γράφ'το" έλεγαν εναλλάξ η Αλεξάνδρα κι ο Χρήστος για τα πιο απλά - λες και το μόνο που'χεις να κάνεις είναι να, σαν σώμα, δεχτείς, απλωμένος, αν γίνεται, αφημένος σε κάποια όχθη ή, αν όχι, κέντρο απόκεντρο. Να λογαριάζω; Να μετρώ; Πώς θα το μπορούσα; Δυστυχώς δεν είμαι κάποιος που μπορεί να μετρήσει. Το καταλαβαίνω και πάλι αυτό. Είμαι ίσως πιο πολύ κάποιος που λογίζει, εννοεί ως τέχνη τη συναναστροφή, ακόμη κι αν αυτή την εύχεται, ενδεχομένως, πού και πού, να τη δει να γκρεμίζεται.




Kenji Mizoguchi traveling through Europe, 1953



ii. Η αγάπη που είχε για την πόλη δεν θα μπορούσε να'ναι επιφανειακή, ακόμη κι αν τη διαλαλούσε αυτή την αγάπη όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν φαινομενικά ελαφρά τη καρδία. Η πόλη είχε καταλάβει την πιο βασική της κι ανομολόγητη αδυναμία, τον φόβο της μοναξιάς της και την άγρια χαρά για την ανυπότακτη ελευθερία της. 

Απέφευγε τις γυναίκες γιατί φοβόταν την αυτολύπηση που θ'αντίκρυζε στα πρόσωπα και στα σώματά τους. Κι όμως, είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από μια γυναίκα (στιβαρή, και σβέλτη, κι ανθρώπινη) φίλη. Έβγαινε με τους άνδρες φίλους της, και περνούσε η ώρα πραγματικά χωρίς να το καταλάβει, μα δεν αρκούσε. Τη φιλία των γυναικών τελικά την έψαχνε πιο πολύ καιρό, και πιο μάταια, από την αγάπη των ανδρών. Μα ναι, τώρα τις γυναίκες τις απέφευγε για τα καλά - δυστυχώς δεν άντεχε και τη δική τους μελαγχολία. Αν έπαιρνε λιγότερο κατάκαρδα (κατάσαρκα) τα πράματα, ίσως... 

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Parigi - Athènes



Je fuirais laissant là mon passé 

Sans aucun remords 
Sans bagage et le cœur libéré 
En chantant très fort

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ημερολόγιο

11 Σεπτεμβρίου 2016
Παρίσι
23 χρόνων

This world will no longer concern you…
(William Blake quoted in Dead Man )
Καλησπέρα. Η ώρα είναι εννιά και μισή το βράδυ. Έχει πλέον νυχτώσει αλλά είναι φρέσκο ακόμη το χρώμα. Κάθομαι μπροστά από το παράθυρο που βλέπει στο εσωτερικό, μεταξύ των πολυκατοικιών. Ακούω τις ομιλίες των ενοίκων. Από το άλλο παράθυρο, ο ήχος που κάνουν τα μαχαιροπίρουνα, και μια ελαφριά μουσική. Ξέρω πως ξοδεύω τη ζωή μου με το facebook και το αφηρημένο σκλοράρισμα, όμως απόψε δεν θα στενοχωρηθώ. Ο εφιάλτης των ημερών, οι «τρομοκράτες». Συνέλαβαν τρεις γυναίκες που σχεδίαζαν να «χτυπήσουν» την Gare de Lyon. Αφορμή ένα φορτηγάκι χωρίς πινακίδες κοντά στην Παναγία των Παρισίων. Μετέφερε φιάλες πετρογκάζ. Δίνω το στίγμα των ημερών. Χάσιμο χρόνου και φόβος - και η όμορφη πόλη των γειτόνων. 

Στο φούρνο έχω ένα κοτόπουλο - συνταγή υποτίθεται à la provençale, αν και μου λείπουν τα μυρωδικά (δεν βρήκα θυμάρι και rosemary στο Franprix). Μία κόκκινη πιπεριά, γενναίες δόσεις από τα κρεμμύδια αυτά τα μικρά τα ιδιαίτερα της Βρετάννης, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι. Για το μεσημεριανό μου αύριο, θα το συνοδέψω με κους κους με σταφίδες. 

  - ‘’ - ‘’ - 


Να μην αμελώ να γράφω ακόμη κι όταν είμαι μουρτζούφλα. Κάθομαι με δυο προηγούμενα τετράδια πάνω στα πόδια μου (2015 και 2013). Θησαυρός, ακόμη κι αν το κείμενο ατόφιο δεν κομίζει μια νέα λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία. Ίσως στην περίπτωση αυτή, των γραμμάτων και των τετραδίων, να έχει σημασία η κατάθεση, ή το ξόδεμα του μελανιού και του χαρτιού. Το ένα χαρτί πάνω στο άλλο, με το που στεγνώνει το μελάνι. Και στο τέλος δεν μένει παρά η ανησυχία για τον χρόνο που περνά και η ημερολογιακή ένταση. 

  - ‘’ - ‘’ -

Πολύ μικρή η ζωή. Σκέφτομαι αυτά τα δοκίμια που θέλω να γράψω: θα πρέπει το θέμα να με συνταράζει, αλλιώς δεν θα είναι καλά. Κι έτσι σκέφτομαι, λοιπόν, πως έναν άξονα θεματικό που δεν θα βαριόμουν εύκολα είναι η αγάπη που είχα κι η νοσταλγία γι’αυτά που ποτέ δεν κάναμε. Σ’όλα τα τετράδια το ίδιο. H καταραμένη στιγμή της άρθρωσης με φυλάκισε μέσα σ’ένα συναίσθημα ολοκληρωτικά…

 μέχρι που συναισθηματοποιήθηκες για μένα ολόκληρο

(Να τι λείπει στο δωμάτιο - όλο το απόγευμα τακτοποιούσα τα βιβλία που έφερα από το Λονδίνο, τα ρούχα θα τα κάνω απ’αύριο. Λείπει ο ΚΑΒΑΦΗΣ. Θα σκέφτηκα πως θα τα βρω όλα στο πολύ ενημερωμένο σάιτ, mais ce n’est pas la même chose). 

Τον νοσταλγώ ακόμα. Πολύ περίεργο. 

(Με ποιον πρόσφατα έτυχε και συζητήσαμε μια promiscuity; Α, με τον Zach, τον Αμερικάνο συμφοιτητή μου από το Λονδίνο που’ρθε ταξίδι στο Παρίσι για το σ/κ. Κι εκείνος είχε αγαπήσει τον πρώην του πολύ, και συνεχίζει να ζει κανονικά, να βρίσκεται με ραντεβού από το tinder, κλπ.). 

Μελάνι. Ας το πούμε έτσι. Γράφω γιατί θ έ λ ω αυτή την κατευναστική κι άγρια ροή. Γράφω με ορμή, αλλά και με φόβο. Αν μη τι άλλο, δεν γράφω με δόλο ή -προς θεού- με μισή καρδιά. Γράφω χωρίς σχέδιο. Γράφω με τη λαχτάρα μου. Γράφω γιατί είμαι δω κι είχα πει πως εδώ θα γράφω. Γράφω γιατί είμαι μόνη. Γιατί νοσταλγώ προς χίλιες δυο κατευθύνσεις - τις ζωές που γνώρισα κι αυτές που φαντασιώνομαι. Ευτυχώς ισορροπώ μεταξύ τους. Γράφω γιατί τα παιδικά μου χρόνια (τι άδικη έκφραση μέσα στη banalité της) ήταν άπλετα ευτυχισμένα. Τώρα που μαγείρευα σκεφτόμουν τα βράδια με την Ντίνα στον 3ο. Η γιαγιά μάς τηγάνιζε αυγά, ο παππούς πρώτα θα μας ρωτούσε τι θέλαμε για βραδινό. Μέχρι να ετοιμαστούν, καθόμασταν στην τηλεόραση - κι έπειτα σηκωνόμασταν και καθόμασταν οι τέσσερίς μας στο τραπέζι, μια άλλη, μια ακόμη, μια οικογένεια. Παππού μου, τι βασίλειο μάς χάρισες. Ροδάκινα, βερίκοκα, αχλάδια, ελιές, το χέρι σου στο άκακο στόμα της Μπλόντι, γελάει, λες, το σκυλί όταν ανοίγει τις σιαγόνες του κι αυτό το κατακόρυφο χαμόγελο μού παίρνει καιρό να το αντιληφθώ μα άπαξ και το δω, ναι, το σκυλί μού χαμογελάει.  Κουνάει, βρε, την ουρά του. Χαίρεται. Δες τη μουσούδα του, είναι υγρή; Αυτό σημαίνει πως είναι υγιές. Και τι φόβος από τότε άμα τύχει κι η μουσούδα της είναι λιγότερο υγρή. Παππού, η μουσούδα είναι υγρή τώρα; Μήπως είναι ξερή; Δεν ήταν πολύ υγρή. Αλλά ο παππούς μου’πε πως ήταν εντάξει. 

«Η σάκα γι’αύριο έκλεισε;» 
Εδώ δεν γράφω με ορμή, μα με προσοχή. Να καταγράψω με ακρίβεια τον τρόπο. Μάλλον: «η σάκα για αύριο έκλεισε;». Δεν έκανε εκθλείψεις φωνηέντων, δεν θα έσυρε το λόγο χωρίς λόγο. Κι εκεί η κυριολεξία της αδερφής μου πόσο διέφερε από τη δική μου. Η Ντίνα είχε κουμπώσει το κουμπί της τετράγωνης τσάντας της (με το χαρακτηριστικό κλικ της) κι έτσι περήφανη έλεγε πως ναι, είχει κλείσει η τσάντα κι ήταν έτοιμη για «αύριο» («για την επομένη» ίσως να πούμε τώρα, στη δεύτερη κάμαρη του χρόνου). Στο γραφείο μου, από την άλλη, τα βιβλία και τα τετράδια ήταν αραδιαστά, θα τελείωνα και την τελευταία άσκηση αφού γυρνούσαμε στο σπίτι, και θα τα’βαζα όλα πραγματικά μέσα στην τσάντα το επόμενο πρωί, πριν ίσως απ’το πρωινό. Μα κατά κάποιον τρόπο (κατά κάποιο σχήμα λόγου) η τσάντα είχε ήδη κλείσει, κι αφού ήμουν έτοιμη για την αυριανή μέρα μαθημάτων απαντούσα κι εγώ με την κατάφαση της Ντίνας, όχι όμως χωρίς μια ελαφριά, σταθερή ενόχληση πως δεν απαντούσα όσο ίσια όσο η αδερφή μου. 

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017