Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Το αμύγδαλο

Και βέβαια όσο πλησιάζουμε το Παρίσι τόσο πληθαίνουμε μέσα στο τρένο. Λιγοστεύουν οι θέσεις. Κόλλησα στο παράθυρο. Αναζήτηση των εκτάσεων που ανοίγονται - ακόμη και τις πινακίδες και τα σήματα μέσα στις κωμοπόλεις δεν έχω την υπομονή να τις διαβάσω. Αχ γράφω πάλι με τα μάγουλα που καίνε από την κούραση (γλυκιά, που προήλθε από περπάτημα και προσοχή στον άλλον... Στον καθεδρικό, ο ξεναγός μάς εξήγησε το βιτρώ όπου ο Χριστός αφηγείται στους Φαρισαίους την παραβολή για τον Καλό Σαμαρείτη - τι θα πει ο πλησίος) και γράφω επίσης με μια ασίγαστη, περήφανη κι ανυπόταχτη γενναιοδωρία για τις μέρες. Δεμένη από παντού κι από πουθενά. Σούρουπο, νυχτώνει. Νιώθω πως βρίσκομαι στις κορυφές διάφορων γλωσσών με μια καινούρια ευελιξία που μου επιτρέπει να κινούμαι αναμεταξύ τους. Δύναμη λες και μέσα μου κάτι παίρνει μορφή. Δεν το είπα καλά: στην κορυφή των δυνάμεων, κι αυτές στην υπηρεσία όχι τόσο της γραφής αλλά της ζωής. Αλλά αν πάρεις το ένα από το άλλο αυτόματα τα δυο θ'αποδυναμωθούν. Πυρήνας (όλων, σκέφτηκε όπως διάβαζε τα βιτρώ, από κάτω προς τα πάνω) ο πειρασμός (μια βλοσυρή κυρία την κοιτούσε στο τρένο και μια δροσερή κοπέλα την ζωγράφιζε: τι συστήνει την επιθυμία; Να θέλεις να πιάσεις τον άλλον ή να τρέμεις στην ιδέα;). Πυρήνας ο πειρασμός. Στη δυτική είσοδο του καθεδρικού ο Χριστός κάθεται μέσα σ'ένα α μ ύ γ δ α λ ο. Ή αλλιώς 'δόξα' στην γλώσσα της εικονογραφίας. Ο ξεναγός μάς εξήγησε τι θα πει gloire. Όχι χρήματα, όχι φήμη, μα "aura". Έφερε το παράδειγμα ενός ηθοποιού που  γεμίζει τη σκηνή κι άνοιξε τα χέρια κάνοντας ένα βήμα μπρος προς τα εμάς κι εγώ έφερα το παράδειγμα της καρδιάς.
Εκδρομή.
Ποτέ δεν είπα ψέματα.

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

(Κι άλλα ακόμη) επεισόδια

i. Το ταξίδι μου εξελίχθηκε μέσα σ'αυτή τη μακέτα σκηνικού φτιαγμένη από τον Τσαρούχη. Ένα χαρτόνι, κομμένο στρόγγυλα, περασμένο από μια τρυπούλα σ'ένα πολύ λεπτό σκοινάκι για να μπορεί ν'ανεβοκατεβαίνει χειροκίνητα, είναι το φεγγάρι μπροστά από μπλε φόντο, πίσω από τον Λυκαβηττό. Αυτό το φεγγάρι κι αυτόν τον βράχο τους είδα προχθές από το ταξί καθώς γυρνούσα δυο το ξημέρωμα από την ταβέρνα στα Εξάρχεια όπου μιλούσαμε με τον Χρήστο και την Αλεξάνδρα ως αργά. Αυτή η μπλε Αθήνα, αυτή η μεταμεσονύκτικα "κατάσταση", λέξη που είπαμε με τον Χρήστο πολλές φορές όπως κατεβαίναμε την Θεμιστοκλέους. Κοντά στην πιάτσα των ταξί, κάτω από τη Ροζαλία, σ'ένα μικρό γήπεδο με μια μπασκέτα, μικρά παιδιά, έφηβα αγόρια, παίζαν. Μιλούσαν λίγο απ'όλα, γαλλικά αγγλικά ελληνικά. "Εδώ, εδώ ρε, πάσα". Διασκέδαζαν το σκοτάδι, της μπλε πόλης, των ποιητών που αργά αργά γυρνούσαν στα σπίτια τους. Για μία ακόμη φορά να ξέρω πως αυτό που με νοιάζει είναι να γράφω: να μου συμβαίνουν πράματα και να γράφω. Μία νέα, εξαίσια ελευθερία αρθρώνεται σπονδυλωτά μπροστά μου, λες και δεν υπάρχει πια λόγος να τρελαίνομαι ή ν'απελπίζομαι, παρά μόνο λόγος να υπομείνω. "Γράφ'το, αυτό γράφ'το" έλεγαν εναλλάξ η Αλεξάνδρα κι ο Χρήστος για τα πιο απλά - λες και το μόνο που'χεις να κάνεις είναι να, σαν σώμα, δεχτείς, απλωμένος, αν γίνεται, αφημένος σε κάποια όχθη ή, αν όχι, κέντρο απόκεντρο. Να λογαριάζω; Να μετρώ; Πώς θα το μπορούσα; Δυστυχώς δεν είμαι κάποιος που μπορεί να μετρήσει. Το καταλαβαίνω και πάλι αυτό. Είμαι ίσως πιο πολύ κάποιος που λογίζει, εννοεί ως τέχνη τη συναναστροφή, ακόμη κι αν αυτή την εύχεται, ενδεχομένως, πού και πού, να τη δει να γκρεμίζεται.




Kenji Mizoguchi traveling through Europe, 1953



ii. Η αγάπη που είχε για την πόλη δεν θα μπορούσε να'ναι επιφανειακή, ακόμη κι αν τη διαλαλούσε αυτή την αγάπη όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν φαινομενικά ελαφρά τη καρδία. Η πόλη είχε καταλάβει την πιο βασική της κι ανομολόγητη αδυναμία, τον φόβο της μοναξιάς της και την άγρια χαρά για την ανυπότακτη ελευθερία της. 

Απέφευγε τις γυναίκες γιατί φοβόταν την αυτολύπηση που θ'αντίκρυζε στα πρόσωπα και στα σώματά τους. Κι όμως, είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από μια γυναίκα (στιβαρή, και σβέλτη, κι ανθρώπινη) φίλη. Έβγαινε με τους άνδρες φίλους της, και περνούσε η ώρα πραγματικά χωρίς να το καταλάβει, μα δεν αρκούσε. Τη φιλία των γυναικών τελικά την έψαχνε πιο πολύ καιρό, και πιο μάταια, από την αγάπη των ανδρών. Μα ναι, τώρα τις γυναίκες τις απέφευγε για τα καλά - δυστυχώς δεν άντεχε και τη δική τους μελαγχολία. Αν έπαιρνε λιγότερο κατάκαρδα (κατάσαρκα) τα πράματα, ίσως... 

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Parigi - Athènes



Je fuirais laissant là mon passé 

Sans aucun remords 
Sans bagage et le cœur libéré 
En chantant très fort

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Ημερολόγιο

11 Σεπτεμβρίου 2016
Παρίσι
23 χρόνων

This world will no longer concern you…
(William Blake quoted in Dead Man )
Καλησπέρα. Η ώρα είναι εννιά και μισή το βράδυ. Έχει πλέον νυχτώσει αλλά είναι φρέσκο ακόμη το χρώμα. Κάθομαι μπροστά από το παράθυρο που βλέπει στο εσωτερικό, μεταξύ των πολυκατοικιών. Ακούω τις ομιλίες των ενοίκων. Από το άλλο παράθυρο, ο ήχος που κάνουν τα μαχαιροπίρουνα, και μια ελαφριά μουσική. Ξέρω πως ξοδεύω τη ζωή μου με το facebook και το αφηρημένο σκλοράρισμα, όμως απόψε δεν θα στενοχωρηθώ. Ο εφιάλτης των ημερών, οι «τρομοκράτες». Συνέλαβαν τρεις γυναίκες που σχεδίαζαν να «χτυπήσουν» την Gare de Lyon. Αφορμή ένα φορτηγάκι χωρίς πινακίδες κοντά στην Παναγία των Παρισίων. Μετέφερε φιάλες πετρογκάζ. Δίνω το στίγμα των ημερών. Χάσιμο χρόνου και φόβος - και η όμορφη πόλη των γειτόνων. 

Στο φούρνο έχω ένα κοτόπουλο - συνταγή υποτίθεται à la provençale, αν και μου λείπουν τα μυρωδικά (δεν βρήκα θυμάρι και rosemary στο Franprix). Μία κόκκινη πιπεριά, γενναίες δόσεις από τα κρεμμύδια αυτά τα μικρά τα ιδιαίτερα της Βρετάννης, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι. Για το μεσημεριανό μου αύριο, θα το συνοδέψω με κους κους με σταφίδες. 

  - ‘’ - ‘’ - 


Να μην αμελώ να γράφω ακόμη κι όταν είμαι μουρτζούφλα. Κάθομαι με δυο προηγούμενα τετράδια πάνω στα πόδια μου (2015 και 2013). Θησαυρός, ακόμη κι αν το κείμενο ατόφιο δεν κομίζει μια νέα λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία. Ίσως στην περίπτωση αυτή, των γραμμάτων και των τετραδίων, να έχει σημασία η κατάθεση, ή το ξόδεμα του μελανιού και του χαρτιού. Το ένα χαρτί πάνω στο άλλο, με το που στεγνώνει το μελάνι. Και στο τέλος δεν μένει παρά η ανησυχία για τον χρόνο που περνά και η ημερολογιακή ένταση. 

  - ‘’ - ‘’ -

Πολύ μικρή η ζωή. Σκέφτομαι αυτά τα δοκίμια που θέλω να γράψω: θα πρέπει το θέμα να με συνταράζει, αλλιώς δεν θα είναι καλά. Κι έτσι σκέφτομαι, λοιπόν, πως έναν άξονα θεματικό που δεν θα βαριόμουν εύκολα είναι η αγάπη που είχα κι η νοσταλγία γι’αυτά που ποτέ δεν κάναμε. Σ’όλα τα τετράδια το ίδιο. H καταραμένη στιγμή της άρθρωσης με φυλάκισε μέσα σ’ένα συναίσθημα ολοκληρωτικά…

 μέχρι που συναισθηματοποιήθηκες για μένα ολόκληρο

(Να τι λείπει στο δωμάτιο - όλο το απόγευμα τακτοποιούσα τα βιβλία που έφερα από το Λονδίνο, τα ρούχα θα τα κάνω απ’αύριο. Λείπει ο ΚΑΒΑΦΗΣ. Θα σκέφτηκα πως θα τα βρω όλα στο πολύ ενημερωμένο σάιτ, mais ce n’est pas la même chose). 

Τον νοσταλγώ ακόμα. Πολύ περίεργο. 

(Με ποιον πρόσφατα έτυχε και συζητήσαμε μια promiscuity; Α, με τον Zach, τον Αμερικάνο συμφοιτητή μου από το Λονδίνο που’ρθε ταξίδι στο Παρίσι για το σ/κ. Κι εκείνος είχε αγαπήσει τον πρώην του πολύ, και συνεχίζει να ζει κανονικά, να βρίσκεται με ραντεβού από το tinder, κλπ.). 

Μελάνι. Ας το πούμε έτσι. Γράφω γιατί θ έ λ ω αυτή την κατευναστική κι άγρια ροή. Γράφω με ορμή, αλλά και με φόβο. Αν μη τι άλλο, δεν γράφω με δόλο ή -προς θεού- με μισή καρδιά. Γράφω χωρίς σχέδιο. Γράφω με τη λαχτάρα μου. Γράφω γιατί είμαι δω κι είχα πει πως εδώ θα γράφω. Γράφω γιατί είμαι μόνη. Γιατί νοσταλγώ προς χίλιες δυο κατευθύνσεις - τις ζωές που γνώρισα κι αυτές που φαντασιώνομαι. Ευτυχώς ισορροπώ μεταξύ τους. Γράφω γιατί τα παιδικά μου χρόνια (τι άδικη έκφραση μέσα στη banalité της) ήταν άπλετα ευτυχισμένα. Τώρα που μαγείρευα σκεφτόμουν τα βράδια με την Ντίνα στον 3ο. Η γιαγιά μάς τηγάνιζε αυγά, ο παππούς πρώτα θα μας ρωτούσε τι θέλαμε για βραδινό. Μέχρι να ετοιμαστούν, καθόμασταν στην τηλεόραση - κι έπειτα σηκωνόμασταν και καθόμασταν οι τέσσερίς μας στο τραπέζι, μια άλλη, μια ακόμη, μια οικογένεια. Παππού μου, τι βασίλειο μάς χάρισες. Ροδάκινα, βερίκοκα, αχλάδια, ελιές, το χέρι σου στο άκακο στόμα της Μπλόντι, γελάει, λες, το σκυλί όταν ανοίγει τις σιαγόνες του κι αυτό το κατακόρυφο χαμόγελο μού παίρνει καιρό να το αντιληφθώ μα άπαξ και το δω, ναι, το σκυλί μού χαμογελάει.  Κουνάει, βρε, την ουρά του. Χαίρεται. Δες τη μουσούδα του, είναι υγρή; Αυτό σημαίνει πως είναι υγιές. Και τι φόβος από τότε άμα τύχει κι η μουσούδα της είναι λιγότερο υγρή. Παππού, η μουσούδα είναι υγρή τώρα; Μήπως είναι ξερή; Δεν ήταν πολύ υγρή. Αλλά ο παππούς μου’πε πως ήταν εντάξει. 

«Η σάκα γι’αύριο έκλεισε;» 
Εδώ δεν γράφω με ορμή, μα με προσοχή. Να καταγράψω με ακρίβεια τον τρόπο. Μάλλον: «η σάκα για αύριο έκλεισε;». Δεν έκανε εκθλείψεις φωνηέντων, δεν θα έσυρε το λόγο χωρίς λόγο. Κι εκεί η κυριολεξία της αδερφής μου πόσο διέφερε από τη δική μου. Η Ντίνα είχε κουμπώσει το κουμπί της τετράγωνης τσάντας της (με το χαρακτηριστικό κλικ της) κι έτσι περήφανη έλεγε πως ναι, είχει κλείσει η τσάντα κι ήταν έτοιμη για «αύριο» («για την επομένη» ίσως να πούμε τώρα, στη δεύτερη κάμαρη του χρόνου). Στο γραφείο μου, από την άλλη, τα βιβλία και τα τετράδια ήταν αραδιαστά, θα τελείωνα και την τελευταία άσκηση αφού γυρνούσαμε στο σπίτι, και θα τα’βαζα όλα πραγματικά μέσα στην τσάντα το επόμενο πρωί, πριν ίσως απ’το πρωινό. Μα κατά κάποιον τρόπο (κατά κάποιο σχήμα λόγου) η τσάντα είχε ήδη κλείσει, κι αφού ήμουν έτοιμη για την αυριανή μέρα μαθημάτων απαντούσα κι εγώ με την κατάφαση της Ντίνας, όχι όμως χωρίς μια ελαφριά, σταθερή ενόχληση πως δεν απαντούσα όσο ίσια όσο η αδερφή μου. 

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Delilah, 5/11/16

Η τρέλα: να γυρνάς γύρω από το σπίτι σου, με την κουκούλα επειδή βρέχει, να καβαλάς ένα ποδήλατο με το φόρεμα έτοιμη να φτάσεις ως το Οdeon και να το μετανιώνεις, και τελικά να κάνεις το γύρο του σπιτιού σου μέχρι την επόμενη στάση Velib. Tους μπερδεύω όλους, και προσπαθώ όλους να τους ευχαριστήσω αλλά, sois sûre, τα κάνω όλα για μένα και την ευχαρίστησή μου. Και μ'ευχαρίστηση εννοώ τον ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Μ'ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΔΙΝΩ. Και τώρα, στο framboise μου φόρεμα, το κρασί μου και το κραγιόν, δέκα και μισή το βράδυ, π ε ρ ι μ έ ν ο ν τ α ς λες και δεν έχω περιμένει ποτέ στο παρελθόν, κάθομαι να γράψω. Και τι γράφω; Κουκίδες που δεν τολμώ να ξαναδιαβάσω.

  Πρόλογος. 
  Ισχνά κείμενα.

Αν μπορούσε κάποιος να σηκώσει την μπάρα... Γιατί να υπάρχουν πράματα που δεν μπορώ να πω; Οι βαθιές ώρες. Η γραφή που γυρίζει, γυρίζει, γύρω από τον εαυτό της - κατασκευάζω μια τρέλα. Η προδιάθεσή μου ίσως να'ναι άλλη. Αλλά από την ώρα που συνδέεις το χέρι σου σ'αυτήν την τρέλα (στο κολυβογράφημα που κατορθώνω και που ονομάζω 'γραφή'!) δεν υπάρχει άλλος τρόπος. 

Δεν ξέρω να κάνω πολλά πράματα. Ξέρω να δίνω και ξέρω να περιμένω. Ξέρω να συναναστρέφομαι με τρόπο που αναφλέγεται. Ή ίσως κι όχι - με μια ησυχία που δεν οδηγεί πουθενά.

Σκεφτόμουν όμως... Πόσο σπουδαία αυτά που δεν οδηγούν πουθενά. Που από τη φύση τους δεν έχουν άλλο τέλος παρά την αυτανάφλεξη. Ναι, γι'αυτό πρόκειται. Χίλιοι καθρέφτες τοποθετημένοι με μία μοίρα διαφορά. Δεν το θέλεις μα να το είδωλο το δικό σου ξένο πολύ. Δεν βοηθώ κανέναν... Δεν χρησιμεύω... Για ελάχιστα υπάρχω. Μα αυτό το ελάχιστο! Καλέ μου θεέ. Θεά. Ίσως να'ναι θεά, και να καταλαβαίνει - αυτό το ελάχιστο... Πωπωπω. Θεός φυλάξοι. Αυτό εξηγεί την αυτανάφλεξη. Δεν μπορώ να βοηθήσω μόνο με τον τρόπο του υπαινιγμού. Ξέρεις, φίλη, ίσως αυτό. Εγώ τότε, εγώ τώρα, εσύ. Ναι, όχι, δεν λέω κάτι απόψε. Κάτι θα φταίει. Μα αυτό το μπερδεψούρι το προτιμώ από την άδεια σελίδα ή από την γυναίκα που περιμένει και δεν γράφει. 

    Θα πεις για αίμα τώρα, θα πεις για τραγωδία. Έρχεται. 

Ναι! Ίσως να'χω στο αίμα μου την τραγωδία, ε θεά μου; Η αυτανάφλεξη όταν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράματα οδηγεί στην τραγωδία. 

   Τι θα πει "τραγωδία"; 

Μεγάλη στενοχώρια.

  Αυτό, έτσι απλά; 

Δεν βλέπω κάτι άλλο... Μεγάλη, αβάσταχτη. 

  Και το ν'απολαμβάνεις (κρυφά ή φανερά) αυτή τη μεγάλη στενοχώρια αναιρεί τη τραγωδία; 

Προς θεού! Υπάρχει πολλή απόλαυση στην τραγωδία.

  Αυτό ενδιαφέρον. 

Μα βέβαια. Η τραγωδία είναι το πεπρωμένο που αποζητάμε.

  Κάπου το γράφει η Lispector. Από νωρίς είχα την αίσθηση πως η ζωή μου είναι καταδικασμένη. Συμφωνώ απόλυτα. 

Και γιατί η τραγωδία σου φανερώνεται σε σχέση με τους άνδρες; 

 Σε σχέση με τον έρωτα, όχι με τους άνδρες μόνο. Βασικά τι συζητάμε! Ο έρωτας είναι ο πρωταγωνιστής της τραγωδίας. Δεν αυτά τα φοβερά "ωμέγα", τι οδύνη, τι ηδονή. 

Κι αν δεν ήσουν Ελληνίδα, ας πούμε; Πιστεύεις πως θα είχες την ίδια αίσθηση της τραγωδίας, του πεπρωμένου; 

    Μα τι συνέντευξη (τι παράνοια, τι μονόλογος με φωνές)! Δεν νομίζω πως έχει να κάνει ("έχει να κάνει"...) με την ελληνικότητα. Με την Ασία έχει να κάνει, μ'αυτή τουλάχιστον την όψη της ελληνικότητας. Με τα  άκρα. Με τη νοσταλγία. Τη γεωγραφία. Τα παράλια. Δεν θέλω  να μιλάω λες και μιλώ για χαμένες πατρίδες, αλλά ίσως ασυναίσθητα να υπεισέρχεται κι αυτό. Η τραγικότητα στην ουσία μ'έχει βοηθήσει πολύ στη ζωή. Γενικά νιώθω πολύ ισορροπημένη. Σκέφτομαι τελευταία την επιρροή που μου ασκεί από μικρή (γράφω γιατί περιμένω - γράφω όσο περιμένω) η ιδέα των "παθών". Θα'λεγε η γιαγιά μου για κάποιον: "ήταν άνθρωπος με πάθη". Ή θα έπινε πολύ ή θα είχε πολλές γυναίκες ή άνδρες. Αναρωτιέμαι αν, κι εγώ, σε μια πιο παραδοσιακή κοινωνία θα χαρακτηριζόμουν ως "άνθρωπος με πάθη". Τι υπέροχη λέξη, το ρήμα "παθαίνω". Μοιάζει ενεργητικό κι όμως είναι απόλυτα παθητικό. Υφίσταμαι. Το πιο σημαντικό ρήμα στην αποψινή μου μυθολογία (θα γράφω όσο περιμένω - μέχρι να κοπεί ξαφνικά το νήμα και να το ξαναπιάσω αύριο, μεθαύριο...). "Παθαίνω". "Παθαίνομαι", όπως αστειευόμαστε με τους φίλους. Αλίμονο, τραγωδία κι ορθοδοξία μαζί, τι μας δόθηκε. Και χωρίς να γνωρίζω ούτε το ένα ούτε τ'άλλο νιώθω πως τα'χω συνάξει όλα. Beauty goes with pity, είχε πει σε μια διάλεξή του στο Cornell o Nabokov. Επειδή η ομορφιά είναι παροδική. Κι ίσως - ίσως αυτή να'ναι η προσωπική μου τραγωδία που φυσικά δεν έχω τολμήσει να διατυπώσω. Αυτή η αυτανάφλεξη που την στιγμή που συμβαίνει είναι ό,τι πιο εξαίσιο υπάρχει. Τραγικός είναι στην τραγωδία κάποιος που δεν ξέρει (μαθαίναμε στο σχολείο). Εγώ νομίζω πως τραγικός είναι κάποιος που ξέρει - αχ πόσο ξέρει. Και βέβαια έχει την έπαρση που νομίζει πως μπορεί να διατηρεί λόγω αυτής της γνώσης - λες κι οι άλλοι δεν ξέρουν. Παίζω απόψε με τις λέξεις λες κι είναι κύβοι. Χοντροκομμένοι και μ'ορθές γωνίες. 

Κουράστηκα να γράφω: lasse d'espérer. Lasse de désespérer επίσης. Πάω και κουρνιάζω. Κι αν μου πεις πως πρέπει να βγω στη γύρα πάλι θα λιγοθυμήσω (καιρό ήθελα να το γράψω με 'γάμα'). Κι αυτή τη λιποθυμία, δεν την έχω δει να μιλιέται πουθενά. Πέρα από το lasse d'espérer του Camus, και τις ακακίες φυσικά της Clarice Lispector, πουθενά. Και θα το ήθελα - από τις γυναίκες - να το δω.

Δεν έχω πολλά...

Δεν έχω πολλά.... 

Ο κόσμος σαν να το ξέρει και δεν μου ζητά πολλά. 

Γράφω αδρά διότι δεν μπορώ αλλιώς. Αν είχα ταλέντο θα'γραφα avec souplesse. 

Αυτό το γράψιμο πήρε μισή ώρα. Μισή ώρα αυτή η αρχή του τετραδίου. Αναμονή, αυτό. Κι οι λέξεις που δεν έχουμε - άλλοι τις είχαν. Δώσε μου δυο κύβους και θα παίξω μαζί τους και θα σου γράψω όσο πιο απ'την ψυχή μου μπορώ.

Blues for the orient.

Δεν έγραφα πάντα από το στομάχι. Καινούρια μόδα αυτή. Τι τρόπος να εγκαινιάσω τους μήνες Νοέμβρη - Δεκέμβρη. Σαν μεταξοσκώληκας. Κλεισμένη και με προσωπικό κόστος. Έχω αποθρασυνθεί στις παρομοιώσεις μου - δεν έχω δει τ ί π ο τ ε και θέλω και παρομοιώσεις. Αυτή η αναμονή θα με σκοτώσει όπου να'ναι. Προσπαθώ να σέβομαι τους άνδρες -έχω καταλάβει πως η λύπη τούς έρχεται ως μεγαλύερο σοκ. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνω τι διακυβεύεται. Άλλο η Φαίδρα κι άλλο ο Ιππόλυτος το χαζοχαρούμενο. 

  Αλέγρα! Αλέγρα να είσαι! Τι το θέλεις να βαρύνεις, dear darling; Αυτό το διαμέρισμα σου, έξοχο, και φιλόξενο, αλλά πρόλαβες ήδη να το ποτίσεις με την προσμονή σου. Ώρες κι άκαρπη μοναξιά. Νεότητα που δεν αντέχεται.

"Φεύγω από το σπίτι. Δεν είναι αργά για σένα; Έρχομαι".

Πολύ νέα και πολύ μεγάλη μαζί. Ηλικία: η αρχαιότητα μέσα στη λέξη.

  Βλέπεις, μόνο να αισθάνεσαι τον χρόνο μερικών λέξεων ξέρεις. 

"Δεν είναι αργά για σένα;" 

Και το ραδιόφωνο δώσ'του να παίζει πορτογαλέζικα. 


Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Stranger than Paradise

Εάν θα΄πρεπε να αναγνωρίσω μία μόνο προσωπικότητα που βρίσκεται ως πνεύμα (ως έμπνευση) μέσα σ'αυτό το μπλογκ, σ'αυτές τις άστατες κι άτυχες, ως επί το πλείστον αστικές σημειώσεις, από την αρχή τους το 2009 (τότε 16) έως σήμερα (23 στα 24), αυτός νομίζω θα'ταν ο Jim Jarmusch. Κι αυτό το κατάλαβα αναπάντεχα - χθες, στον κινηματογράφο, βλέποντας το Paterson.

Tα μέρη που θέλησα να γνωρίσω...

Νέα Ορλεάνη, το μπαρ Marie με το μπιλιάρδο μες στη μέση και τον μπαρμαν Preston, να μας κοιτάει και να τον κοιτάμε κι εμείς, δυο κοπέλες, και να μας προστατεύει αλλά και να θέλει συγχρόνως να μας συστήσει στους φίλους τους, θαμώνες στην άκρη της πόλης. Στο κέντρο το βιβλιοπωλείο με τις σελίδες να κολλάνε μεταξύ τους από υγρασία του Μισσισσίππι, απ'όπου πήρα μεταχειρισμένο τις Περιπέτειες του Χακ Φιν, και τις διάβασα ψάθινες στο νησί στη Χαλκιδική.

Ο Καουρισμάκι στο Μακεδονικόν, χειμώνας του 2011, κι ο πιο τρυφερός κινηματογράφος που μου'χε τύχει ως τότε και που σύντομα θα τελείωνε -μάλλον, θα δείξει- για πάντα. 

Η εθνομουσικολογία. Ο Alan Lomax. H Aμερική μάνα.

Η μοναξιά σ΄όλες τις εκτάσεις.

Η σιωπή μεταξύ ανθρώπων, κι η συμπόνοια τους.

Το μπαρ της γειτονιάς, όχι έμβλημα, όχι μόνο αποκούμπι, μα φαντασμαγορία που αποκαλύπτεται της δικής μας, της ολόδικής μας ζωής.

Το πάνθεον των ινδαλμάτων που στήνουμε όχι ως κάτι ανώφελο μα σαν πρώτη ποίηση.

Τ'ότι βρήκαμε την ταινία Πέρα από τον Παράδεισο στο λύκειο, κι ευτυχώς βρήκαμε και το A Night on Earth, κι είδαμε πώς είναι να'σαι τυφλή και με μπόλικα χείλια, το διαολεμένο άσπρο των ματιών... 

I scream, you scream, we scream for ice cream.

Ο πόνος που καιρό αντέξαμε τελείως παράταιρος μέσα στο βανάκι που μας πήγαινε από τουρνουά σε τουρνουά κι ίσιαζα το διχτάκι της ρακέτας μου όπως περνούσαμε κάτω από τις γέφυρες του New Jersey κοιτώντας απ'το παράθυρο και μετρώντας τις μέρες. Μια μέρα που διανυκτερεύσαμε σ'ένα Holiday Inn χωρίς  να ξέρω που καλά καλά είμασταν, διάδρομοι με μοκέτα, και μια συμπαίκτρια που κάτι της έφταιγε και δεν μας μιλούσε - κάποτε θα καταλάβαινα.

Οπωσδήποτε κάθε προσωπική τέχνη και δημιουργία, μ΄όλες τις μυστικές διεργασίες της, δύσκολα μπορεί ν'αποδοθεί στον κινηματογράφο - μα το γράψιμο πιο δύσκολα ακόμη κι από το τραγούδι, κι απ'τον χορό, κι απ'την κεραμική. Αυτό που στις σπουδές λογοτεχνίας στην Νέα Υόρκη μάθαμε να λέμε 'interiority' - που δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην φθαρμένη έκφραση που'χουμε εμείς, 'εσωτερικός κόσμος'- πώς μπορεί κανείς να το αναπαραστήσει; Η φαινομενικά ήσυχη καθημερινότητα του Paterson ζει πάνω σ'ένα κύμα που αναπνέει στο tempo του κόσμου, όπως η δική του καθημερινότητα εκτυλίσσεται πάνω από το υπόγειο όπου γράφει, μαζεύεται, όπου λατρεύει τους θεούς του, τον William Carlos Williams, τον Frank O'Hara (υπάρχει ακόμη κι ένα βιβλίο με τον μεγάλο τίτλο MONK στη ράχη), μόνος, χωρίς την Περσίδα θεά του, μα και για αυτήν.

This Is Just to Say

Related Poem Content Detail

I have eaten
the plums
that were in
the icebox

and which
you were probably
saving
for breakfast

Forgive me
they were delicious
so sweet
and so cold


(φωτογραφία του Οlivier Metzger για ένα αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού Télérama στην πόλη του Paterson, μ'αφορμή την ταινία)