Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Δύναμη

You see, a writer tries very hard to see his childhood material as it exists. The nature of that childhood experience is very hard to understand—it has a beginning, a distant background, very dark, and then it has an end when a writer becomes a man. The reason why this early material is so important is that he needs to understand it to make it complete. It is contained, complete. After that there is trouble. You have to depend on your intelligence, on your inner strength. Yes, the later work rises out of this inner strength.

V.S. Naipaul, συνέντευξη στο Paris Review, 1994

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η ανακάλυψη αυτού του καλοκαιριού ήταν η Χαλκιδική

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018, Θεσσαλονίκη

Επιστρέψαμε, λοιπόν, χθες μέσα από τον Χολομώντα. Κάναμε στάση στο Ιερό Κοινόβιο της Ορμύλιας για να βρούμε το μνήμα του Πεντζίκη και να του αφήσω ένα ματσάκι θαλάσσιες λεβάντες, ελάχιστη τιμή στο πνεύμα του που με κατοικεί φέτος τον Αύγουστο, από τότε που διάβασα την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής. Εξετάζει κρίνους, εξετάζει κοράλια, "ενάλια αντικείμενα". 

Στο κοινόβιο μας καλωσόρισε μια ευγενική μοναχή που μιλούσε μ'ελαφριά προφορά. Μ'ένα χαρωπό voilà έδωσε στην αδερφή μου μια φούστα για να καλύψει το σορτσάκι της. Αντιληφθήκαμε έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Η είσοδος στη μονή κι ο περίγυρος ήταν εξαιρετικά φροντισμένοι. Το εκκλησάκι που προϋπαντεί τον επισκέπτη όπως ανεβαίνει τα πλακόστρωτα σκαλοπάτια μέσα από φορτωμένα ελαιόδεντρα είναι ζωγραφισμένο μ'ένα βαθύ μπλε και ζωηρά αγιογραφημένο. Από τις αγιογράφισσές μας εδώ, μας πληροφόρησε μια μοναχή που άναβε τα καντηλάκια. Μας κάλεσε να περάσουμε να "κεραστούμε" στην αυλή. Πριν πάτε στο shop για το εμπόρευμα, είπε μ'αυτογνωσία και μειδίαμα όταν ρωτήσαμε βιαστικοί πού μπορούμε να προμηθευτούμε βιβλία για το μέρος. 

Στην αυλή εξελίσσόταν η ώρα του επισκεπτηρίου κι οι αδερφές έμοιαζαν απασχολημένες: μία έπαιζε με μία μπαλίτσα μ'ένα κορίτσι που μπορεί να'ταν ανήψι της ή εγγόνι, μια άλλη πετούσε τρεις μπάλες στον αέρα κάνοντας κόλπα, άλλη έφερνε κανάτες για να τις γεμίσουμε με κρύο νερό από τη βρυσούλα με το ψηφιδωτό που απεικόνιζε δυο μπλε πουλιά με τα ράμφη τους στραμμένα το ένα προς το άλλο. 

Μια μοναχή που φαινόταν να'ναι μόνη της μας πλησίασε και μας κέρασε λουκούμια από ένα τάπερ. Κεραστήκατε; Έκατσε μαζί μας. Ένιωσα πως μας ζύγιζε, ειδικά εμένα, το βλέμμα της σκληρό σαν έρημος. Σ'έπιασε ο ήλιος, έλα πιο δω, μου είπε και πήγα προς το σκιερό κομμάτι στο παγκάκι. Μας είπε πως είναι στο κοινόβιο, φέτος, 45 χρόνια. Ήρθε από τα Μετέωρα μαζί με μια δεκαριά άλλες "κοπέλες". Κοιτούσε το βιβλίο στα πόδια μου. Της είπαμε πως ήρθαμε για τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Τον θυμάμαι τον κυρ Νίκο. Ερχόταν. Έτσι, στρουμπουλός, είπε. Με πήρε ύστερα μέσα στο μπαλκονάκι της τραπεζαρίας να μου δείξει πού ακριβώς βρίσκεται το μνήμα. Μου έδειξε πέρα μια συστάδα κυπαρισσίων. Είναι κάτω από μια ελιά, θα το βρεις. Εκεί είχε ζητήσει. Δεν ήθελε να γίνει εκταφή, μου είπε. Ήλπιζα να μου πει κάτι παραπάνω από τις αναμνήσεις της για τον κυρ Νίκο. Μα ίσως να μην τον είχε πολυκαταλάβει. Ίσως να της φαινόταν πολύ άνδρας και να χαλούσε τo γυναικείο ερημητήριο... Φυσικά δεν μπόρεσα να κρατηθώ και να μην επιδοθώ στις γνωστές μου σκέψεις όταν έρχομαι σ'επαφή με μοναχές... Μια ζωή χωρίς έρωτα. Μια απερίσκεπτη (;) πνευματικότητα που άραγε γνωρίζει τον πόνο της καρδιάς;  Του σώματος; Τη γεύση. Στα ντουζένια μου όπως ήμουν, τις ένιωσα δυο φορές αυτές τις γυναίκες: τη μια πως είναι πολύ κοντά στ'ανθρώπινα, πως θα τρέξω σ'αυτές και θα με παρηγορήσουν έτσι όπως τρελά ελπίζω, και την άλλη πως μου είναι αδιάφορες και μακρινές εφόσον αυτή την κάψα που με διαλύει την αρνήθηκαν ή την περιγελούν... Φυσικά οι πνευματικές μορφές οι πραγματικές, όπως ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, την κάψα που πάει να με διαλύσει, αυτήν την τεράστια τρέλα της αγρύπνιας και της αλλόφρονης ελπίδας, την ξέρουν καλά, χίλιες φορές καλύτερα από μένα, και μέσα στα κελιά τους μ'αυτήν αναμετριούνται, χωρίς ψέματα, μόνο με τα καλοδεχούμενα καταπραϋντικά. Έχω φτάσει σε τέτοιο ύψος τρέλας και προσμονής που χθες μιλούσα στο κρεβάτι και γελούσα με τον εαυτό μου που ήθελε να μπορεί να προσευχηθεί να δώσει ο θεός (!) και να φτάσει το αγόρι μου και να μην με ξεχάσει. 

Στο μνήμα του Πεντζίκη είχαν φτιάξει έναν πολύ όμορφο σταυρό από κοχύλια και βότσαλα. Ήταν πράγματι κάτω από μια γενναιόδωρη στον ίσκιο της ελιά.

Ανθρωποι που δεν γράφουν πώς αντέχουν την αδημονία, την αβεβαιότητα,  να περπατούν στην κόψη του ξυραφιού. Ή μήπως οι άνθρωποι που γράφουν, επειδή ξέρουν πως θ'αντέξουν, την υπομένουν τέτοια τρέλα και ίσως και να την μεγεθύνουν; 

Συγκινητική απεικόνιιση της συντροφικότητας. Ο ντανταισμός σμίγει με το βυζάντιο. Το bauhaus με τα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ιδεογράμματα που φέρνουν σε βυζαντινά μα είναι προσωπικές δημιουργίες. Υπάρχει πνεύμα πιο ελεύθερο από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη; Μπαρμπαδάκια που μοιάζουν με σταυρούς στο εξώφυλλο βιβλίων. Φιγούρες που μοιάζουν με χριστιανικές εικόνες φωτοστεφανωμένες μα δεν είναι. H δύναμη που δίνει ο συγγραφέας αυτός σε μία κοπέλα που μόλις έχει κλείσει τα 25 της χρόνια και που παραθερίζει στη Σιθωνία με όνειρα συγγραφής.

Ομολογώ ότι με σαγηνεύει πάρα πολύ ο βυθός των ωκεανών, όπου τριγυρνάν τα βουβά ψάρια σαν τις λαχτάρες μας. (Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής, Ν.Γ. Πεντζίκης, σελ. 67).

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

To αίνιγμα της επιστροφής

Xρυσή ώρα στη Θεσσαλονίκη την περασμένη βδομάδα 













Η ιστορία μου θα εκτυλισσόταν στην κλασική εποχή, στη Μεσόγειο. Ο αφηγητής θα έγραφε απλά, χωρίς καμιά προσπάθεια για ύφος εποχής ή ιστορική εξήγηση της εποχής του. Θα έφτανε - για έναν λόγο που μου μένει να βρω - σ'αυτό το κλασικό λιμάνι με τους τοίχους και τις πύλες σαν φτιαγμένες από κομμένο χαρτόνι. Θα προσπερνούσε αυτές τις δυο βουβές φιγούρες στην προκυμαία. Θα περνούσε από την ησυχία και την ερημιά, αυτό το κενό, μέσα σε μια πύλη ή πόρτα. Θα έμπαινε μέσα εκεί και θα τον κατάπινε η ζωή κι ο θόρυβος μιας πόλης γεμάτη από κόσμο (φανταζόμουν κάτι σαν τη σκηνή μιας λαϊκής αγοράς στην Ινδία).

Το Αίνιγμα της Άφιξης, Β.Σ. Ναιπόλ (μετάφραση, δόλια, δική μου)

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

To βράδυ

​Ονειρεύτηκα την περιοχή της μελαγχολίας: ήταν το οικοδομικό τετράγωνο Καστριτσίου - Αγίας Σοφίας - Εγνατίας.
Κι ήταν ένας άδειος χώρος. Πίσω από τα διαχωριστικά, έργα του μετρό σκάβαν το έδαφος. 
Στο φαρμακείο του Πεντζίκη τα μπουκαλάκια, τα βάζα κι ο φαρμακευτικός ζυγός βρίσκονταν κλεισμένα στη ξύλινη προθήκη. Αυτό το φαρμακείο είναι ένα μικρό μουσείο. Μικρό μουσείο.
Στη βιτρίνα του Μπονατσέρο μία λυπημένη γυναίκα πέρασε κι ηχώ ραδιοφωνικών εκπομπών.
Να μπορούσα να δω την κάτοψη της πόλης... Μα να'ναι αυτό το όνειρο; 
Ευχή ανύψωσης. Ένας χάρτης πραγμάτων που δεν μπορείς να ξεχάσεις.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Today my bird flew away


Gone to find her big blue jay

Starlight before she took flight

I sung a lullaby of birdland every night


I sang a lullaby every night
Sang for my Ava every night

Ava was the morning, now she's gone

She's reborn like Sarah Vaughan
In the sanctuary she has found
Birds surround her sweet sound

And Ava flies in paradise

And Ava flies in paradise...

With dread I woke in my bed

To shooting pains up in my head
Lovebird, my beautiful bird
Spoke until one day she couldn't be heard
She spoke until one day she couldn't be heard
She just stopped singing


October Song - Amy Winehouse (Frank)

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Phantom Thread

  “Phantom Thread” is Anderson’s eighth feature, and the first to be set almost exclusively in Britain. The era is the mid-nineteen-fifties, which means that the gowns created by Reynolds for his wealthy (and sometimes royal) clients are of a rarefied and formal allure that feels as distant as the court of Versailles. Not the least of the movie’s joys is the roster of unflappable seamstresses, with years of experience, on whom he relies; in the course of one especially taxing night, they have to repair a wedding dress that has been tainted and torn, to be ready by 9 a.m. As for Day-Lewis, he strikes the eye as ineffably dapper, with a hint of the sacerdotal; in the opening minutes, he pulls on a magenta sock, buffs the toe cap of a shoe, and, wielding a pair of hairbrushes, sweeps back his lightly silvered locks with solemn care, as if robing himself in a vestry. Yet this is not a film that dwells on style. It is a film possessed by a fear that style alone, or the quest for it, can cramp the soul.

από το άρθρο του New Yorker "The Claustrophobic elegance of Phantom Thread" του Αnthony Lane - η υπογράμμιση δική μου... 

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

To βιβλίο της άμμου



Como la arena se iba el tiempo. Secular en la sombra fluyó el amor (...). J L Borges