Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Delilah, 5/11/16

Η τρέλα: να γυρνάς γύρω από το σπίτι σου, με την κουκούλα επειδή βρέχει, να καβαλάς ένα ποδήλατο με το φόρεμα έτοιμη να φτάσεις ως το Οdeon και να το μετανιώνεις, και τελικά να κάνεις το γύρο του σπιτιού σου μέχρι την επόμενη στάση Velib. Tους μπερδεύω όλους, και προσπαθώ όλους να τους ευχαριστήσω αλλά, sois sûre, τα κάνω όλα για μένα και την ευχαρίστησή μου. Και μ'ευχαρίστηση εννοώ τον ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Μ'ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΔΙΝΩ. Και τώρα, στο framboise μου φόρεμα, το κρασί μου και το κραγιόν, δέκα και μισή το βράδυ, π ε ρ ι μ έ ν ο ν τ α ς λες και δεν έχω περιμένει ποτέ στο παρελθόν, κάθομαι να γράψω. Και τι γράφω; Κουκίδες που δεν τολμώ να ξαναδιαβάσω.

  Πρόλογος. 
  Ισχνά κείμενα.

Αν μπορούσε κάποιος να σηκώσει την μπάρα... Γιατί να υπάρχουν πράματα που δεν μπορώ να πω; Οι βαθιές ώρες. Η γραφή που γυρίζει, γυρίζει, γύρω από τον εαυτό της - κατασκευάζω μια τρέλα. Η προδιάθεσή μου ίσως να'ναι άλλη. Αλλά από την ώρα που συνδέεις το χέρι σου σ'αυτήν την τρέλα (στο κολυβογράφημα που κατορθώνω και που ονομάζω 'γραφή'!) δεν υπάρχει άλλος τρόπος. 

Δεν ξέρω να κάνω πολλά πράματα. Ξέρω να δίνω και ξέρω να περιμένω. Ξέρω να συναναστρέφομαι με τρόπο που αναφλέγεται. Ή ίσως κι όχι - με μια ησυχία που δεν οδηγεί πουθενά.

Σκεφτόμουν όμως... Πόσο σπουδαία αυτά που δεν οδηγούν πουθενά. Που από τη φύση τους δεν έχουν άλλο τέλος παρά την αυτανάφλεξη. Ναι, γι'αυτό πρόκειται. Χίλιοι καθρέφτες τοποθετημένοι με μία μοίρα διαφορά. Δεν το θέλεις μα να το είδωλο το δικό σου ξένο πολύ. Δεν βοηθώ κανέναν... Δεν χρησιμεύω... Για ελάχιστα υπάρχω. Μα αυτό το ελάχιστο! Καλέ μου θεέ. Θεά. Ίσως να'ναι θεά, και να καταλαβαίνει - αυτό το ελάχιστο... Πωπωπω. Θεός φυλάξοι. Αυτό εξηγεί την αυτανάφλεξη. Δεν μπορώ να βοηθήσω μόνο με τον τρόπο του υπαινιγμού. Ξέρεις, φίλη, ίσως αυτό. Εγώ τότε, εγώ τώρα, εσύ. Ναι, όχι, δεν λέω κάτι απόψε. Κάτι θα φταίει. Μα αυτό το μπερδεψούρι το προτιμώ από την άδεια σελίδα ή από την γυναίκα που περιμένει και δεν γράφει. 

    Θα πεις για αίμα τώρα, θα πεις για τραγωδία. Έρχεται. 

Ναι! Ίσως να'χω στο αίμα μου την τραγωδία, ε θεά μου; Η αυτανάφλεξη όταν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράματα οδηγεί στην τραγωδία. 

   Τι θα πει "τραγωδία"; 

Μεγάλη στενοχώρια.

  Αυτό, έτσι απλά; 

Δεν βλέπω κάτι άλλο... Μεγάλη, αβάσταχτη. 

  Και το ν'απολαμβάνεις (κρυφά ή φανερά) αυτή τη μεγάλη στενοχώρια αναιρεί τη τραγωδία; 

Προς θεού! Υπάρχει πολλή απόλαυση στην τραγωδία.

  Αυτό ενδιαφέρον. 

Μα βέβαια. Η τραγωδία είναι το πεπρωμένο που αποζητάμε.

  Κάπου το γράφει η Lispector. Από νωρίς είχα την αίσθηση πως η ζωή μου είναι καταδικασμένη. Συμφωνώ απόλυτα. 

Και γιατί η τραγωδία σου φανερώνεται σε σχέση με τους άνδρες; 

 Σε σχέση με τον έρωτα, όχι με τους άνδρες μόνο. Βασικά τι συζητάμε! Ο έρωτας είναι ο πρωταγωνιστής της τραγωδίας. Δεν αυτά τα φοβερά "ωμέγα", τι οδύνη, τι ηδονή. 

Κι αν δεν ήσουν Ελληνίδα, ας πούμε; Πιστεύεις πως θα είχες την ίδια αίσθηση της τραγωδίας, του πεπρωμένου; 

    Μα τι συνέντευξη (τι παράνοια, τι μονόλογος με φωνές)! Δεν νομίζω πως έχει να κάνει ("έχει να κάνει"...) με την ελληνικότητα. Με την Ασία έχει να κάνει, μ'αυτή τουλάχιστον την όψη της ελληνικότητας. Με τα  άκρα. Με τη νοσταλγία. Τη γεωγραφία. Τα παράλια. Δεν θέλω  να μιλάω λες και μιλώ για χαμένες πατρίδες, αλλά ίσως ασυναίσθητα να υπεισέρχεται κι αυτό. Η τραγικότητα στην ουσία μ'έχει βοηθήσει πολύ στη ζωή. Γενικά νιώθω πολύ ισορροπημένη. Σκέφτομαι τελευταία την επιρροή που μου ασκεί από μικρή (γράφω γιατί περιμένω - γράφω όσο περιμένω) η ιδέα των "παθών". Θα'λεγε η γιαγιά μου για κάποιον: "ήταν άνθρωπος με πάθη". Ή θα έπινε πολύ ή θα είχε πολλές γυναίκες ή άνδρες. Αναρωτιέμαι αν, κι εγώ, σε μια πιο παραδοσιακή κοινωνία θα χαρακτηριζόμουν ως "άνθρωπος με πάθη". Τι υπέροχη λέξη, το ρήμα "παθαίνω". Μοιάζει ενεργητικό κι όμως είναι απόλυτα παθητικό. Υφίσταμαι. Το πιο σημαντικό ρήμα στην αποψινή μου μυθολογία (θα γράφω όσο περιμένω - μέχρι να κοπεί ξαφνικά το νήμα και να το ξαναπιάσω αύριο, μεθαύριο...). "Παθαίνω". "Παθαίνομαι", όπως αστειευόμαστε με τους φίλους. Αλίμονο, τραγωδία κι ορθοδοξία μαζί, τι μας δόθηκε. Και χωρίς να γνωρίζω ούτε το ένα ούτε τ'άλλο νιώθω πως τα'χω συνάξει όλα. Beauty goes with pity, είχε πει σε μια διάλεξή του στο Cornell o Nabokov. Επειδή η ομορφιά είναι παροδική. Κι ίσως - ίσως αυτή να'ναι η προσωπική μου τραγωδία που φυσικά δεν έχω τολμήσει να διατυπώσω. Αυτή η αυτανάφλεξη που την στιγμή που συμβαίνει είναι ό,τι πιο εξαίσιο υπάρχει. Τραγικός είναι στην τραγωδία κάποιος που δεν ξέρει (μαθαίναμε στο σχολείο). Εγώ νομίζω πως τραγικός είναι κάποιος που ξέρει - αχ πόσο ξέρει. Και βέβαια έχει την έπαρση που νομίζει πως μπορεί να διατηρεί λόγω αυτής της γνώσης - λες κι οι άλλοι δεν ξέρουν. Παίζω απόψε με τις λέξεις λες κι είναι κύβοι. Χοντροκομμένοι και μ'ορθές γωνίες. 

Κουράστηκα να γράφω: lasse d'espérer. Lasse de désespérer επίσης. Πάω και κουρνιάζω. Κι αν μου πεις πως πρέπει να βγω στη γύρα πάλι θα λιγοθυμήσω (καιρό ήθελα να το γράψω με 'γάμα'). Κι αυτή τη λιποθυμία, δεν την έχω δει να μιλιέται πουθενά. Πέρα από το lasse d'espérer του Camus, και τις ακακίες φυσικά της Clarice Lispector, πουθενά. Και θα το ήθελα - από τις γυναίκες - να το δω.

Δεν έχω πολλά...

Δεν έχω πολλά.... 

Ο κόσμος σαν να το ξέρει και δεν μου ζητά πολλά. 

Γράφω αδρά διότι δεν μπορώ αλλιώς. Αν είχα ταλέντο θα'γραφα avec souplesse. 

Αυτό το γράψιμο πήρε μισή ώρα. Μισή ώρα αυτή η αρχή του τετραδίου. Αναμονή, αυτό. Κι οι λέξεις που δεν έχουμε - άλλοι τις είχαν. Δώσε μου δυο κύβους και θα παίξω μαζί τους και θα σου γράψω όσο πιο απ'την ψυχή μου μπορώ.

Blues for the orient.

Δεν έγραφα πάντα από το στομάχι. Καινούρια μόδα αυτή. Τι τρόπος να εγκαινιάσω τους μήνες Νοέμβρη - Δεκέμβρη. Σαν μεταξοσκώληκας. Κλεισμένη και με προσωπικό κόστος. Έχω αποθρασυνθεί στις παρομοιώσεις μου - δεν έχω δει τ ί π ο τ ε και θέλω και παρομοιώσεις. Αυτή η αναμονή θα με σκοτώσει όπου να'ναι. Προσπαθώ να σέβομαι τους άνδρες -έχω καταλάβει πως η λύπη τούς έρχεται ως μεγαλύερο σοκ. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνω τι διακυβεύεται. Άλλο η Φαίδρα κι άλλο ο Ιππόλυτος το χαζοχαρούμενο. 

  Αλέγρα! Αλέγρα να είσαι! Τι το θέλεις να βαρύνεις, dear darling; Αυτό το διαμέρισμα σου, έξοχο, και φιλόξενο, αλλά πρόλαβες ήδη να το ποτίσεις με την προσμονή σου. Ώρες κι άκαρπη μοναξιά. Νεότητα που δεν αντέχεται.

"Φεύγω από το σπίτι. Δεν είναι αργά για σένα; Έρχομαι".

Πολύ νέα και πολύ μεγάλη μαζί. Ηλικία: η αρχαιότητα μέσα στη λέξη.

  Βλέπεις, μόνο να αισθάνεσαι τον χρόνο μερικών λέξεων ξέρεις. 

"Δεν είναι αργά για σένα;" 

Και το ραδιόφωνο δώσ'του να παίζει πορτογαλέζικα. 


Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Stranger than Paradise

Εάν θα΄πρεπε να αναγνωρίσω μία μόνο προσωπικότητα που βρίσκεται ως πνεύμα (ως έμπνευση) μέσα σ'αυτό το μπλογκ, σ'αυτές τις άστατες κι άτυχες, ως επί το πλείστον αστικές σημειώσεις, από την αρχή τους το 2009 (τότε 16) έως σήμερα (23 στα 24), αυτός νομίζω θα'ταν ο Jim Jarmusch. Κι αυτό το κατάλαβα αναπάντεχα - χθες, στον κινηματογράφο, βλέποντας το Paterson.

Tα μέρη που θέλησα να γνωρίσω...

Νέα Ορλεάνη, το μπαρ Marie με το μπιλιάρδο μες στη μέση και τον μπαρμαν Preston, να μας κοιτάει και να τον κοιτάμε κι εμείς, δυο κοπέλες, και να μας προστατεύει αλλά και να θέλει συγχρόνως να μας συστήσει στους φίλους τους, θαμώνες στην άκρη της πόλης. Στο κέντρο το βιβλιοπωλείο με τις σελίδες να κολλάνε μεταξύ τους από υγρασία του Μισσισσίππι, απ'όπου πήρα μεταχειρισμένο τις Περιπέτειες του Χακ Φιν, και τις διάβασα ψάθινες στο νησί στη Χαλκιδική.

Ο Καουρισμάκι στο Μακεδονικόν, χειμώνας του 2011, κι ο πιο τρυφερός κινηματογράφος που μου'χε τύχει ως τότε και που σύντομα θα τελείωνε -μάλλον, θα δείξει- για πάντα. 

Η εθνομουσικολογία. Ο Alan Lomax. H Aμερική μάνα.

Η μοναξιά σ΄όλες τις εκτάσεις.

Η σιωπή μεταξύ ανθρώπων, κι η συμπόνοια τους.

Το μπαρ της γειτονιάς, όχι έμβλημα, όχι μόνο αποκούμπι, μα φαντασμαγορία που αποκαλύπτεται της δικής μας, της ολόδικής μας ζωής.

Το πάνθεον των ινδαλμάτων που στήνουμε όχι ως κάτι ανώφελο μα σαν πρώτη ποίηση.

Τ'ότι βρήκαμε την ταινία Πέρα από τον Παράδεισο στο λύκειο, κι ευτυχώς βρήκαμε και το A Night on Earth, κι είδαμε πώς είναι να'σαι τυφλή και με μπόλικα χείλια, το διαολεμένο άσπρο των ματιών... 

I scream, you scream, we scream for ice cream.

Ο πόνος που καιρό αντέξαμε τελείως παράταιρος μέσα στο βανάκι που μας πήγαινε από τουρνουά σε τουρνουά κι ίσιαζα το διχτάκι της ρακέτας μου όπως περνούσαμε κάτω από τις γέφυρες του New Jersey κοιτώντας απ'το παράθυρο και μετρώντας τις μέρες. Μια μέρα που διανυκτερεύσαμε σ'ένα Holiday Inn χωρίς  να ξέρω που καλά καλά είμασταν, διάδρομοι με μοκέτα, και μια συμπαίκτρια που κάτι της έφταιγε και δεν μας μιλούσε - κάποτε θα καταλάβαινα.

Οπωσδήποτε κάθε προσωπική τέχνη και δημιουργία, μ΄όλες τις μυστικές διεργασίες της, δύσκολα μπορεί ν'αποδοθεί στον κινηματογράφο - μα το γράψιμο πιο δύσκολα ακόμη κι από το τραγούδι, κι απ'τον χορό, κι απ'την κεραμική. Αυτό που στις σπουδές λογοτεχνίας στην Νέα Υόρκη μάθαμε να λέμε 'interiority' - που δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην φθαρμένη έκφραση που'χουμε εμείς, 'εσωτερικός κόσμος'- πώς μπορεί κανείς να το αναπαραστήσει; Η φαινομενικά ήσυχη καθημερινότητα του Paterson ζει πάνω σ'ένα κύμα που αναπνέει στο tempo του κόσμου, όπως η δική του καθημερινότητα εκτυλίσσεται πάνω από το υπόγειο όπου γράφει, μαζεύεται, όπου λατρεύει τους θεούς του, τον William Carlos Williams, τον Frank O'Hara (υπάρχει ακόμη κι ένα βιβλίο με τον μεγάλο τίτλο MONK στη ράχη), μόνος, χωρίς την Περσίδα θεά του, μα και για αυτήν.

This Is Just to Say

Related Poem Content Detail

I have eaten
the plums
that were in
the icebox

and which
you were probably
saving
for breakfast

Forgive me
they were delicious
so sweet
and so cold


(φωτογραφία του Οlivier Metzger για ένα αφιέρωμα του γαλλικού περιοδικού Télérama στην πόλη του Paterson, μ'αφορμή την ταινία)


για την Ισπανία

La tristesse, la monotonie des couleurs le frappent en Espagne, plus encore après son séjour à Paris. L'Espagne, ne l'oublions pas, n'est pas comme les autres pays du Midi, elle n'est pas colorée. Le blanc, le noir, l'or, l'argent prédominent, il n'y a ni rouge ni vert. L'Espagne de ce point de vu n'est pas du tout méridionale, elle est plutôt orientale; les femmes portent plus de noir que de couleur, la terre est sèche et dorée, le ciel bleu, noir ou argent, les nuits étoilées sont encore noires ou bleu très foncé, l'air est léger. 

Picasso, Gertrude Stein , 1938 (15)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Μ' έν' αμάν αμάν στα χείλη

πάω πίσω στα παλιά


κι αν τυχόν γίνω ρεζίλι


φταιν τα αισθηματικά

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

π ο ι ή τ ρ ι ε ς  &  μ έ ρ ε ς // Λεωφόρος Εξοχών

  Υπάρχει μια ποιήτρια που λέει « ηλικία » διαφορετικά από τους άλλους: η Βακαλό. Κι υπάρχει μια άλλη Ελληνίδα ποιήτρια η οποία λέει την ηλικία, το ημερολόγιο και τις μέρες διαφορετικά απ’όλους τους άλλους: είναι η Μαρία-Λουκία Χατζηλαζάρου, αλλιώς Μάτση. Όπως προτρέπει η Yourcenar (Αrchives du Nord), με τη φαντασία μου βρίσκω τα ιστορικά στοιχεία και φτιάχνω τη βιογραφία της Μάτσης στο Παρίσι. Έχω την εντύπωση πως έμενε για ένα διάστημα στην οδό Vaugirard, όπως κι ο Κορτάσαρ (έτσι κι αλλιώς αυτός ο δρόμος είναι ο πιο μακρύς της πόλης και διασχίζει το δυτικό κομμάτι της Αριστερής όχθης πέρα ως πέρα). Κι η Yourcenar… που αφιέρωσε το Nouvelles Orientales στον Εμπειρίκο. Άραγε να γνωρίζονταν μεταξύ τους οι γυναίκες; 



  Η Μαργαρίτα Καραπάνου είπε σε μια συνέντευξή της στον κυριολεκτικά μονάδικο και πολύτιμο Στάθη Τσαγκαρουσιάνο ότι έβγαινε να γράψει στα καφέ στο Παρίσι διότι η μοναξιά στην οποία καταδύεσαι όταν γράφεις πρέπει να αντισταθμίζεται από λίγη κοινωνία γύρω γύρω. Αλλιώς τα βάθη γίνονται επικίνδυνα… 

 Η Μάτση γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στο νεοκλασσικό της λεωφόρου Εξοχών, σημερινή Βασιλίσσης Όλγας. Όλες αυτές οι γυναίκες έζησαν στο Παρίσι. Δεν έμαθα καμία από αυτές τις ποιήτριες στο σχολείο. Δεν ήξερα πως υπήρχαν ως μοντέλα, ως πρότυπα, ως τρόποι - τρόποι έκφρασης. Θερμαϊκός. Μια γυναίκα που γράφει, τι ζωή διάγει; Πώς μοιάζει; Τι σύνταξη διαλέγει, ποιο ένστινκτο φανερώνεται και ποιο όχι. Βρίσκει το στόμα της στραβό όταν κοιτάει στον καθρέφτη; 

 Crude sunlight on her lemon streets, γράφει ο Τζόυς για το μαχμουρλίδικο Παρίσι όταν ξυπνάει, και το φαντάζεται γυναίκα. Tu m’abysses, γράφει η Μάτση, ευχή μιας γλώσσας. Να υπάρξει μια επικράτεια. Εκεί μέσα θα κατοικήσουμε. Ό,τι μας αρνήθηκε θα το βρούμε στη γλώσσα. Τρικυμία και γαλήνη. Η γλώσσα ευτυχώς μεταφέρεται. Έζησαν μακριά από την πρώτη χώρα μα έφεραν (από το « φέρω », όχι μόνο από το « φέρνω ») το ιδίωμα. Θα σήκωσε το κεφάλι μια στιγμή και θα πρόφερε τη λέξη χαμηλόφωνα, να την ακούσει, να δει αν όντως λέγεται, ή αν έχει μεταλλαχθεί στον καιρό της απουσίας της, βόρειο φως έφτανε στα χέρια της. Όταν θα γύρισε στη Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες, κάποια Χριστούγεννα, μια φίλη θα της είπε, όχι κακοπροαίρετα, αυτό είναι « αγγλισμός » ή « γαλλισμός », ή η προφορά σου σαν να χορεύει, να χοροπηδά, ελαφριές παρατηρήσεις, ραπίσματα. Και πάλι ο Τζόυς: ο μεγάλος Δουβλινέζος. Σιωπή, εξορία κι εξυπνάδα. Έγραφε για το Δουβλίνο από μακριά. Συνέθεσε ολόκληρη Οδύσσεια και την έθεσε και την άφησε να εκτυλίσσεται μέσα στα τείχη της πόλης του. Έγραφε από μακριά κι επιπλέον σε μια γλώσσα που δεν του άνηκε απόλυτα. Με το τρέμουλο και την καλή αλαζονεία του περιθωριακού, του ξένου. Με τι κατάνυξη που « πρόβαρε » τις λέξεις στην Ξανθούλα ο Διονύσιος Σολωμός, όπως είχε σημειώσει η Δήμητρα Γαλάνη σε μια πρόσφατη συναυλία της…


 Ένα παιχνίδι  - ένα παιχνίδι ατέλειωτης απόλαυσης είναι η Λογοτεχνία. Η χώρα είναι η γλώσσα. Πέφτει μαλακό κι ευεργετικό το φως στην άκρη του τετραδίου και το νερό δροσερό, το προσφέρουν στα μεσογειακά στενόλαιμα ποτηράκια. 

Νοέμβριος MMXVI






Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016