Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

I

« Θα σου πω εγώ την αλήθεια. Δεν υπάρχει πόλη να γυρνάς. Ψέμματα κάνεις. Υπάρχει μόνο ένα στριφογύρισμα από το'να σημείο στο άλλο, κι αυτό το λες βόλτα. Κι εσύ, επειδή είσαι και φαντασμένος, το λες βόλτα με το σκοπό από πάνω της πατριδογνωσίας. Μόνο που σ'αυτό το πεδίο - να πώς λέγεται η πόλη σου - μόνο που σ'αυτό το πεδίο λαμβάνει χώρα μια δυστυχία που εσύ, ο μόνος τρόπος για να την φανταστείς, είναι να σου την παρομοιάσουν με έναν έρωτα που'χασες πριν δυο-τρία χρόνια. Μα αν βγεις από το κουκούλι σου, και δεν ξέρω αν θέλεις να βγεις από το κουκούλι σου, θα δεις πως η πολιτεία δεν καταρρέει επειδή το δικό σου, ένα, μόνο, μοναχικό, αδιαίρετο κι αμοίραστο παρελθόν σε σπρώχνει μακριά του - δηλαδή επιτέλους προς τα μπρος. Καταρρέει, παραπαεί, πώς να το πω, συντρίβεται διότι δεν υπήρξε ποτέ αυτή η πόλη πολιτεία, μα χαμόσπιτα διεσπαρμένα, από δω κι από κει. Γι'αυτό κοίταξε, αλήθεια σου το λέω, να μην αφήσεις τη διασπορά μέσα σου να μεγαλώσει. Κράτα κοντά σου όσους έχεις. »

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

7 bis villa Seurat, Paris


Chana Orloff











Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

(Εν τω μεταξύ, στη Συρία...)

Που λέει κι ο ποιητής, ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς; Τώρα που τείνω να ξεχάσω. Μια εντολή φαντάζουν όλα, σημαντικά βοηθούμενη  από τοπία που αλληλοδιαδέχονται. 
Φέτος το καλοκαίρι δοκίμασα να μείνω. Τώρα που το καλοκαίρι δύει, ήρθε η ώρα να φύγω.

Oι ταράτσες αυτής της πόλης

Έψαχνα χθες το αγκάθι του φεγγαριού: δεν το βρήκα.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΠΕΣ ΕΝΑ ΑΝΕΚΔΟΤΟ
παρακαλώ

Ολυμπία, η πριγκίπισσα της νύχτας





H μυσταγωγία του θερινού μεσημεριού. Τόπος καμίνι. Το χαλικάκι γδέρνει, το θυμάμαι ξυπόλητη.


Πρόσκυνημα στους παλιούς θεούς, κι η κορνίζα της πρωθιέρειας στα λευκά πάνω από το κρεβάτι. Σ'άλλα μέρη της Ελλάδας, στην ίδια θέση καρφωμένα είναι τα εικονίσματα με τους λιγνούς άνδρες και τα σκελετωμένα δάχτυλα.

Στην Ολυμπία ο ρασοφόρος ιερέας μονιάζει τη μαύρη και λιτή του ορθοδοξία με το εναργές, εκτυφλωτικό και κάποτε βαρύ φως που χρόνια τώρα πέφτει σαν χιτώνας στους γυμνούς ώμους.

Οδός Βάκχου 1 με 13





Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

σημεία των καιρών, εν τη ρύμη του λόγου

Χυδαίοι διασκεδαστές, 
τηλεοπτικοί αστέρες της γρήγορης κατανάλωσης, fast food για μεσημεριανό, μπρος στην τηλεόραση, μάγειρες προγάστωρες, με χοντρά δάχτυλα, δίνουν οικονομικές συνταγές, βάζουν το φαί στο φούρνο με σπόνσορες. Μπαρμπά-Στάθης, το αποτέλεσμα των πανελληνίων, οι περήφανες μαμάδες κι ο δρόμος προς την κομματική νεολαία, η γραμμή
στραβή κι η λόξα του καθενός. Ο δικηγορικός σύλλογος, η διψασμένη ομογένεια κι ο πόνος για τον πομπό της δημοκρατίας που τείθεται σε λαικό προσκύνημα. Το μοιρολόι, να φιλήσει τη σωρό ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος, ο πρωθυπουργός, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο αρχηγός του χωριού, μέχρι κι ο Μπέμπε Γκρίλο. Άμεση δημοκρατία, καλέ, σου λέει. Η πλατεία του Συντάγματος δεν γέμισε, θα'παιζε ματς φαίνεται. Ύφος αυταρχικό, σκέψη απαίδευτη, μουλιασμένη σε κακοδιδαγμένο, στραπατσαρισμένο δόγμα του Χέγκελ. Ο μαρασμός του περιεχομένου, όταν τους ποιητές πια δεν τους διαβάζουμε. Στα σχολεία, βλέπω, διδάσκουν τα αίτια της αθείας, ο εγωισμός του ανθρώπου νούμερο ένα. Το τέλος της φόρμας και του σφιχταγκαλιασμού. Οι ανίκανοι κυβερνήτες, επίσης προγάστωρες μερικοί, που όμως δεν τους ψέγεις μην τυχόν κι απαξιώσεις τους παραπαίοντες θεσμούς. Οι εκπομές της Μενεγάκη κυκλοφορούν σε συλλεκτική έκδοση, διπλή πολυτελής κασετίνα, για τους νοσταλγούς των 90s και του Σώτη Βολάνη. Ασφαλίτες, μπάτσοι, εν τω μεταξύ, και λοιπή ορολογία της γενιάς που νόμιζε πως διάβαζε Βάρναλη όταν καλύτερα αναμασούσε όνειρα της Δαμανάκη, στις άκρες λιγάκι ξεφτισμένα - η γλωσσική μανιέρα, αλλιώς, της ταυτολογίας και της ισοπεδωτικής, toujours άσκεφτης εξίσωσης - το τέλος της σκέψης στην Ελληνική επικράτεια.

Και ποια η θέση μου, μεταξύ του Αιγαίου και της τηλεόρασης της σήψης και της μήνης; Μεταξύ της λυρικής, αναστοχαστικής ανάγνωσης και της αγωνίας των εκλογών και της 'επόμενης μέρας'. Γνωστοί και φίλοι, με προσωπεία σταστισμένα, κομπάζουν να πουν δυο λόγια, να σχηματίσουν βρε παιδί μου μια ιδέα για τον κόσμο. Σαν φοβισμένα ζωάκια του δάσους ρωτούν περιφερόμενα, τι να κάνω εγώ; Μήπως δεν είμαι αρκετά πολιτικοποιημένος εγώ; Και τους βλέπεις, όχι αφ'υψηλού προς θεού, τους βλέπεις με τρυφερότητα, κάποτε και με συμπόνοια, να πνίγονται σε μια κουταλιά νερό.

Μαζεύω παραμάσχαλα το Εν Λευκώ του Ελύτη, βάζω ένα ποτήρι με νερό της βρύσης, και κάθομαι στο μπαλκονάκι μου. Ήσυχη. Τελείωσα με το πανεπιστήμιο, έχω χρόνο να διαβάσω τα δικά μου. Μήπως σμιλέψω τον λόγο, μήπως φτιάξω συνείδηση π ο λ ί τ η. Μοναχικός κι αλληλέγγυος.

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Τerra Incognita

Μια καθαρή καρδιά, μια ακριβής λέξη - απόβραδο καλοκαιριού, χαζεύω την απέναντι πολυκατοικία, ο γερτός ηλικιωμένος στο δωμάτιο με το άρρωστο ημίφως, ακριβώς από πάνω οι δυο νέοι, γυμνοί από τη μέση και πάνω, μ'αρέσει να τους κοιτώ να περνούν από παράθυρο σε παράθυρο. Στήνουν άθελά τους παράσταση, τους χαζεύω και πιπιλίζω τη φράση 'η ζωή των άλλων'. 
Να'χει κανείς αγέρωχο σώμα και δυνατή ψυχή. Η αυτάρκεια κι η δίψα κάποτε κοντεύουν η μια την άλλη, γνωρίζονται καλά. 

Προσχέδια - για εσωτερική κατανάλωση. Στίγματα, λίγο πριν βγω για το ραντεβού με τη Nικόλ μου στην Καμάρα.

Ατενίζοντας μια εξαίσια ελευθερία. Η ευτυχία της σκέψης που ελευθερώνεται, έρημη, γυρνάει όπου θέλει, μετά από καιρό... Βράδια που όλοι συγγενεύουν. Γείτονες και φίλοι κι άνθρωποι που καπνίζουν στα μπαλκόνια τους. 

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

ι

Στην άκρη του καλοκαιριού, μια μπόρα απόψε λοιπόν. Μου θυμίζει πως η θέση μου είναι κάποτε ξέμπαρκη. Γύρισα κι οι φίλοι έπαψαν να με περιμένουν. Διαβάζουν όλοι τους για τα δικά τους, με τους δικούς τους. Έβλεπα τις προάλλες να σουρουπώνει από το λιμάνι αυτής της πόλης - η θέα αντίθετα βαλμένη σ'αυτήν που'χω συνηθίσει. Όπως χάιδευα με το βλέμμα μου τις παρυφές των πολυκατοικιών, αισθάνθηκα προς στιγμή το σκάρτο του παρελθόντος. Δεν υπάρχει τίποτε από πίσω μου - μόνο ο κωλαρίκος μου. Τα υπόλοιπα είναι φτιαγμένα, κι εξυπηρετούν τη συνοχή του εαυτού, μην τύχει και διαλυθεί μπρος στα μάτια μας...

Χωρίων μνήμη, κι η καλοκαιρινή βροχή

Κι όμως, όταν φτάνω στο τελευταίο σκαλοπάτι της απελπισίας δεν τινάζω τα μυαλά μου, μόνο αρπάζομαι από τη χαρά της δημιουργίας. Γίνομαι τότε ένας πρωτόπλαστος που μπορεί να τα φτιάξει όλα, απεξαρχής. Από τη βλάστηση ίσαμε τα πανεπιστήμια, τα κοινοβούλια, τη μνήμη, την ανάπηρη γνώση, την κάλπικη ιστορία, τη στρεβλωμένη κρίση, τη στρεβλωμένη γλώσσα. Ύστερα καγχάζω με την αναίδεια της τόλμης μου. Έχεις κότσια για μια τέτοια κοσμογονία; Αν έχεις, δοκίμασε, προχώρησε, βιάσου. Φώναξε δυαντά: "Είμαι πρωτόπλαστος. Ήρθα στον κόσμο δίχως γεννήτορες. Δεν έχω παρελθόν. Το αρνούμαι το παρελθόν μου. Αφήστε με ήσυχο να φτιάξω ένα κάποιο υποφερτό σήμερα που από κει θα ξεπηδήσει ο αυριανός κόσμος των ονείρων μας". 


Κατεδαφιζόμεθα, της Διδώς Σωτηρίου. Σελ. 199.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

γεια σου

Η Ντίνα μου'στειλε ένα εξαιρετικό email. Εγγενώς, φυσικά - πώς να το πω; - αυθόρμητα καλογραμμένο και μετρημένο. Σχεδόν μ'έπεισε (άθελά της) πως δεν είναι για μένα η συγγραφή. Νομίζω πως εκείνη είναι η συγγραφέας. Κι ούτε που το ξέρει! Εκεί έγκειται λοιπόν ο ναρκισσισμός ως δημιουργική ισχύς.
Η γραφή ως αντανάκλαση: διεστραβλωμένη. Ο Νάρκισσος που λίγο λίγο δίνει από την τελειότητά του. Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω με αυτήν την ιδέα. 
Ο επίδοξος συγγραφέας διατείθεται να δει με τα μάτια του την ιδέα του λίγο προς λίγο να φθίνει. Τον εαυτό λίγο προς λίγο να παραμορφώνεται. Διότι αναγκαστικά υπάρχει απόκλιση μεταξύ του οράματος της λέξης και της γραφής μετά λέξης. Οπωσδήποτε αυτή η απόκλιση συναντάται σε κάθε τέχνη. Ο χορευτής, ο ζωγράφος, ο μουσικός ζει μ'αυτή τη φθίνουσα πορεία της ιδέας. Ο συγγραφέας όμως γαλουχίζεται στην οδύνη δευτερόλεπτο μετά δευτερόλεπτου σ'αυτή την απόκλιση.


(τι έγραφα στις 16 Φλεβάρη στο τετράδιό μου)

Χατζιδάκις και Κύρκος

Μάνος Χατζιδάκις: Καιρός λοιπόν για την τελευταία μου, βαθύτατα πολιτική ερώτηση: Σε ακούσαμε να σφυρίζεις μέρος από την Ένατη στη συγκέντρωση της Ομόνοιας. Μπορείς να μου πεις ποια είναι η σχέση των μελών του ΚΚΕ Εσωτερικού με την Ένατη και γενικώς με τη μουσική του Μπετόβεν; Γιατί π.χ. στο ΚΚΕ Εσωτερικού ταιράζει ο Μπετόβεν κι όχι ο ερωτικός Μότσαρτ;

Λεωνίδας Κύρκος: Είναι και λίγο προσωπικό το θέμα. Πάντως, να σου πω, έχεις δίκιο. Μας αρέσει και από ιδιοσυγκρασία αυτό το ηφαίστειο, αυτή η επαναστατική ρώμη που υπάρχει στη μουσική του Μπετόβεν. Η οποία έχει όμως κι όλα τα άλλα στοιχεία.

Μ.Χ.: Μια έξαρση που με πολλή ευκολία θα την ονόμαζα επική, όπως και πολύ εύκολα θα΄λεγα τον Μότσαρτ ερωτικό. Αλλά ήθελα να σας αποδώσω ένα επιπλέον στοιχείο ευγενείας, να σας αποδώσω ερωτικό αίτημα και στη μουσική - δεν θα τολμούσα να το πω αυτό σε καμιά άλλη κομματική νεολαία.



από το "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι"

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

iii

Σκαρφάλωσε το φεγγάρι πίσω από τις πολυκατοικίες, η μαμά έβαλε καρέκλες στη βεράντα. Άσπρο, λαμπερό, τέλεια γραμμένο στον κύκλο του, μου θύμισε την σκληρή λέξη 'αμνησία'. 

Η θεία μου η Μαρίκα, εντάξει είμαι όσο η σύνταξη μού φτάνει για ταξί και για τσιγάρα, καλά είμαι μια χαρά είμαι, τα ταξί μόνο να έχω, όχι το λεωφορείο δεν το μπορώ το γόνατό μου έχω Μαιρούλα ναι, κι από τον οδηγό ν'ανέβω, δόξα τω θεώ μπορώ να παίρνω ταξί.


Ο υπερσυντέλικος ενός ρήματος, συζητούσε μια κοπέλα στην ηλικία της αδερφής μου στο λεωφορείο. 

Πότε αρχίσαμε να ζυγίζουμε τα πράματα; 

Αντέγραψα την ΣΤΕΡΝΑ του Σεφέρη σ'ένα κόκκινο τετράδιο με σκοπό κάποια στιγμή να το δώσω. Έβαλα και μια αφιέρωση - κάτι μ'ένα νησί - τα γνωστά όνειρα των νέων σε χώρες παραθαλάσσιες - έρωτας στην ακροθαλασσιά - τέλος πάντων - θα πετάξω το τετράδιο ως έχει.

Είχα σημειώσει, είχα υποσχεθεί, ο υπερσυντέλικος κι η δράση που ακόμη να συντελεστεί. 

ii

Άρα έχουμε και λέμε: 
Νύχτα στο κέντρο της πόλης - ασκήσεις γραφής - άπλετος χρόνος, στενός χώρος - χθες το φεγγάρι ήταν δικό μας, Σοφία - μια φορά που δεν μπορούσα να κοιμηθώ ρωτούσα μονολογώντας "μα πώς γίνεται να πεθαίνουν τα μάτια;" - θέλησα να σου στείλω όσους στίχους μ'ολόγιομη σελήνη ξέρω μα λίγο το αλκόολ λίγο η αφέλειά μου, αποκοιμήθηκα τέλος πάντων - στα είκοσι - κρίμα να μην είσαι εδώ. 

Από τέτοια άλλα τίποτα:
Ανήμπορη φόρμα - αδύνατη σκέψη - γιαγιά μαμά κόρη να τραγουδάμε το ελληνικό τραγούδι - όταν γαλουχίζεται κανείς στη νοσταλγία δεν έχει παρά αυτή την ίδια να φοβηθεί - και να ξέρουμε πως αυτό μας ξαναενώνει με τους δεσμούς αυτούς που λέμε του αίματος - και τώρα που επί του γυρισμού όπως λέω η νοσταλγία έπαψε, την έπαψε ο ήλιος - η ζωή χωρίς εμένα - το κουφάρι του πόνου που περιμένει να ανθίσει - τείνω να το ξεχάσω. 


i

Η βαλίτσα ακόμη ανοιχτή - φωνάζει η μαμά και η τακτική αδερφή μου. Συνήθως μου παίρνει δυο βδομάδες για να αδειάσω και τις δυο βαλίτσες εντελώς. Έτσι λοιπόν τους λέω πως τώρα, στην έκτη μέρα επί της επιστροφής, πρέπει να'ναι ευχαριστημένοι που κατέβασα την πρώτη στην αποθήκη και τη δεύτερη τη λιβανίζω ανοιχτή στη μέση του δωματίου.

Tέλος πάντων, μερικά από αυτά που θέλω να κάνω είναι να γράψω ένα κείμενο για τον Charles Mingus. Πρέπει να δουλέψω τη γλώσσα, και νομίζω πως μεταφράσεις της αδιάβατης jazz θα ήταν μια καλή άσκηση. Έπειτα προσπαθώ να τελειώσω τον Μεγάλο Γκάτσμπι προτού πάψει το θερινό να παίζει την ταινία με τον Ντι Κάπριο. Όμως γύρισα λαχταρώντας τα Ελληνικά, και δυσκολεύομαι να επιμείνω σε περιγραφές της Νέας Υόρκης και της ευφορίας του μεσοπολεμικού υλισμού.

Η αλήθεια είναι πως τα γραψίματα δω πέρα είναι περιορισμένα από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα - περιορισμένα ως προς το περιεχόμενο. Αμβλύνθηκαν τα όρια, είναι αλήθεια, και η συνέπεια των εαυτών ολοένα και καταργείται καθώς περνάει ο καιρός... Και πάλι όμως. Λιγάκι μάταιη μου φαίνεται η ημερολογιακή καταγραφή. Πάρτι στη φιλοσοφική και στο αστεροσκοπείο, ένας χρόνος έπειτα.







Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Mάτση Χατζηλαζάρου

Από το Παρίσι, για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που τόσο αγάπησε.

Απόψε πονάω σ' όλες μου τις απογνώσεις.

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Το όνειρο που αργεί να ξεδιαλύνει...

Tα βλέπεις στις ταινίες

κι εγώ τα περπατώ σαν να είμασταν μαζί

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Pensées d'une jeune fille

Έφτασε είκοσι του Απρίλη;

Κάθε μέρα που ξυπνώ: θα μπορούσα να'μαι ελεύθερη. 

Εικόνες της suburbia: το μπλουζ κλαμπ Bayou λίγο πάνω από το σταθμό του Fleetwood, το καφέ στο κέντρο του Bronxville που παίζει  Eddie Vedder, το deli με τις σαλάτες αβοκάντο και τα κεφτεδάκια στο πλαστικό. Εδώ όλα είναι ήσυχα.

Προχθές, στο μπλουζ κλαμπ λοιπόν, έπαιζαν κάτι γνωστοί από το πανεπιστήμιο ροκ εν ρολ. Το κοινό ήταν κυρίως συμφοιτητές που'χαν έρθει για υποστήριξη, για το shrimp wrap και την μπύρα Νέας Ορλεάνης. Παρά το νεαρό της υπόθεσης, προς το τέλος της βραδιάς, πρόσεξα πως κανείς μας δεν περνούσε καλά - κινήσεις εθιμοτυπικές περισσότερο κι εκφράσεις πονεμένες, βλέμματα ερευνητικά. Λέω με συγχωρείς στην Τζαμέικα δίπλα μου, δίνω μιά, πιάνω τη χορεύτρια Ανάχιτα από το διπλανό τραπέζι και ξεκινάμε να χορεύουμε. Άλλο που δεν ήθελε.

Δειλά δειλά σηκώθηκαν κι άλλοι. Όσοι δεν σηκώθηκαν, θα ήθελαν να μπορούσαν να σηκωθούν. Νομίζω πως έσωσα ένα ολόκληρο κλαμπ από βέβαιη κι ανομολόγητη ανία. 


"La vérité, l'âpre vérité."

Με ζορίζει η λογοτεχνία. Περνώ σκυφτή γύρω στη μία ώρα πάνω από κάθε κεφάλαιο - διαβάζω από τα μέσα Φεβρουαρίου το 'Το Κόκκινο και το Μαύρο' του Στεντάλ. 

Πρόκειται για την πιο αναλυτική ψυχογραφία. Η διαφάνεια της πρόζας μού μοιάζει απαράμιλλη. 

Αυτές τις βδομάδες τις καταληκτικές, λιγάκι προτού επιστρέψω στο σπιτάκι μου, πρέπει να συνάξω τις εντυπώσεις μου από το μυθιστόρημα και να γράψω μια εργασία της προκοπής. Για τι να μιλήσω; Μήπως για τη νοσταλγία των αλλοτινών εποχών που χαρακτηρίζει τη δεκαεννιάχρονη μόλις Ματίλτ;

Κοκορευόμουν πως ήθελα να σπουδάσω Συγκριτική Λογοτεχνία. Τώρα που σκουραίνουν τα πράματα να με δω.

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Πρώτο πληθυντικό πρόσωπο / είμαστε προιόντα των καιρών / ΤΕΑCHER DON'T TEACH ME NO NONSENSE

Φίλοι, ένα σημείωμα.

Ενδεχομένως υπεροπτικό κατά τόπους.

Ο αγράμματος άνθρωπος είναι ξύλο απελέκητο. Νέοι είκοσι χρόνων δεν αξίζουν και δεν πρέπει να αξίζουν καμία λύπηση. Η συμπόνοια δεν προορίζεται για όσους σφύζουν από ενέργεια, για όσους αναπνέουν τον ήλιο του μεσογειακού μεσημεριού.

Επί τω έργω, σημασία έχουν οι συζητήσεις ιδεών. Να θριαμβέψει και πάλι η ιδέα: η θεωρία - το εναργές και δυνατό βλέμμα. Η πράξη, η αλληλέγγυα. 

Καταλαβαίνω πια πως είναι άξιος της μοίρας του όποιος επιλέγει να εθελοτυφλεί. Είναι εις βάρος της ελεύθερης σκέψης ο προσηλυτισμός. Κακά τα ψέματα - είναι πανεύκολο να περπατά κανείς μέσα στο κοπάδι, να ακολουθεί - ελπίζοντας επιπλέον σε μια κενή και ματαιόδοξη ανέλιξη, ή ανάδειξη.

Οφείλουμε να αμφισβητούμε με πάθος την ιδέα, το διδάγμα, τη γλώσσα την ίδια. 
Κυρίως τη γλώσσα που χειρίζονται οι παρατάξεις. Τα σχήματα ταυτολογίας είναι επικίνδυνα, ακριβώς επειδή είναι γοητευτικά εύκολα (Ο Ρολάντ Μπαρτ γράφει, The stalinist universe no longer aims at founding a Marxist version of the facts, or a revolutionary rationale of actions! It involves immediate condemnation). 

Πρέπει να σμιλέψουμε τη γλώσσα. Πρέπει να ξαγρυπνήσουμε πάνω από βιβλία, πρέπει να καταβροχθίσουμε όλες τις ταινίες του κόσμου, πρέπει να ακούσουμε τη μουσική των άλλων. Πρέπει να ασκηθούμε. Πρόκειται για την Ελλάδα του 2013. 

Eπίσης. Αν μου επιτρέπετε. Εμείς, της Αριστεράς, ας μην ξεχνάμε πως ο ναζισμός, όπως είπε ο ένας κι ο μοναδικός, δεν είναι οι άλλοι. Ο ναζισμός είμαστε εμείς. Ας κοιταχθούμε αναμεταξύ μας κι ας το καταλάβουμε μια και καλή. Ο ναζισμός είναι φαινόμενο μιας κοινωνίας που νοσεί. Όχι δυο ατόμων που, λες κι είναι λεπροί, θα τους κηρύξουμε συλλογικά σε καραντίνα και το πρόβλημα θα λυθεί ως δια μαγείας. Ο ναζισμός είμαστε εμείς που ξηλώσαμε τα κείμενα από τη θέση τους, που δεχτήκαμε ελαφρά τη καρδία την εικόνα της Παναγιάς πάνω από τον σχολικό πίνακα επί χρόνια, που αψήφιστα καταταχθήκαμε στην πρώτη φοιτητική παράταξη ώστε να κοιμόμαστε καλύτερα τα βράδια και να επαναστατήσουμε τάχα έναντι στους μπουρζουά γονείς. Που δεν καταλαβαίνουμε πως δηλώσεις φιλολαικές όπως 'οι Γερμανοί είναι εκ φύσης τους τούτο και το άλλο' δεν είναι παρά εγγενώς ρατσιστικές. Φέρουμε ίση, αν όχι μεγαλύτερη, ευθύνη με τον δεκαεννιάχρονο που απέτυχε στις πανελλήνιες, που μίσησε όλα τα μαθήματα στο λύκειο έτσι στεγνά κι απαίσια που τα διδάσκουν, που είναι παιδί άνεργων γονιών, που μεγάλωσε με κύριο ερέθισμα το mega channel, του οποίου οι αγαπημένοι παππούδες πέθαναν όταν ήταν γύρω στα δέκα, και σήμερα συχνάζει με οπαδούς του Μπαρμπαρούση.

Ας σοβαρευτούμε, ας αναλάβουμε ευθύνη, κι ας δούμε τι θα κάνουμε. Και καλό θα ήταν να φυλλομετρούμε περισσότερες από μια εφημερίδες.



Πρώτη γω, θέλω να πιστεύω, σαρκάζω το ύφος σταλινιστικού μανιφέστου που ίσως να επιδεικνύω σε σημεία. Ο επαναστατικός ζήλος, φίλε μου! 







Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Αφιερώσεις

Παρασκευή βράδυ στο κέντρο της πόλης - μετά από μια βρετανική ανιαρή ταινία στη Bleecker Street - μόνη - όπως μ'αρέσει - να παίζω με τους περαστικούς - υπογείως, το μετρό βρώμικο, καμιά φορά δαιδαλώδες. Βέλη να κατευθύνουν uptown - κυλιόμενες μετά από κυλιόμενες - μόνο στο μετρό μπορείς να'σαι ακίνητος και πάλι να κινείσαι. Κατά τα άλλα η αδράνεια η αργία η στάση σ'αυτήν την πόλη σημαίνει θάνατος - θα σε καταβροχθίσει το πλήθος. 

Κι όμως - το πλήθος σού κρατά ανέλπιστη παρέα κάτι τέτοια βράδια. 





Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Η γέφυρα του Μπρούκλυν είναι ο μήνας Νοέμβρης σ'ένα ημερολόγιο. Αλήθεια, για μένα δεν είναι παρά αυτό.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Φωτορεπορτάζ

Coffee and french fries

Τα λουλουδάδικα της Λέξινγκτον


Ο ναός του Ντεντούρ



Ο τύπος που με διέλυσε
'We don't need new principles. We need new applications.'

Gutai

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Κόκα κόλα

Στο ύφος του Τσιτσόπουλου, πρώτη λυκείου που αγόραζα το SOUL για να διαβάσω τα περίφημά του editorial. Δεν ήξερα ακόμη τον Τσαγκαρουσιάνο, και οι κοσμοπολίτικοι πληθυντικοί του Τσιτσό, ποτισμένοι όπως ήταν από εικόνες της αστικής Θεσσαλονίκης, με μάγευαν. Δεν χόρτανα τον λόγο του έτσι που ήταν αυθόρμητος, δημιουργικός, φανερά δημιουργημένος, ζωντανός, 'ψαγμένος' όπως λέγαμε κι όπως μάλλον λέμε ακόμη, σε αντίθεση όλα αυτά με τα στείρα διαβάσματα του σχολείου. Ειδικά αυτά της μαρτυρικής πρώτης λυκείου. 

Κι όσο κι αν λέω, βαυκαλιζόμενη, πως εκείνα τα κείμενα του Τσιτσόπουλου τα'χω ξεπεράσει, κι όσο κι αν έχω πάψει δυο χρόνια τώρα να αγοράζω το SOUL που κατά γενική ομολογία περιέπεσε σε κακογραμμένα κείμενα και ρεκλάμες ολόκληρων σελίδων, κάποτε νοσταλγώ την αφέλεια εκείνης της εναλλακτικότητας. Ώρες ώρες νιώθω δύσκαμπτη κι ακατάληπτη - αναστοχαστικότητα στο σύνορο της αυτολογοκρισίας. Δίχως άλλους προλόγους όμως, επιστροφή στους σαγηνευτικούς πληθυντικούς και στα ασύνδετα σχήματα à la maniere de Τσιτσόπουλος.

Μουντή μέρα, όσο πρέπει, να θυμίζει λίγο Θεσσαλονίκη, όχι όμως πολύ και πάθουμε νοσταλγία. Μεταλλικής υφής, άνοιξης που δεν λέει να ανοίξει, να σκάσει μπρος μας τα θαύματα του κόσμου και της φύσης. Πρώτη ώρα, μια κυρία, καθηγήτρια χορού, στα εξήντα, γκρίζα μαλλιά, γκέτες, σφιχτά κορμάκια, τσουλούσε έναν σκελετό. Μου φάνηκε κοντός, και με μικρό κεφάλι. Έπιανε εκείνη τη λεκάνη του, τους χόνδρους του, τις αρθρώσεις, και μας έλεγε... Έτσι κινείστε κι εσείς. Έτσι κινούμαι κι εγώ, αντιδρούσα με κατάπληξη. Μια ζωή η μόνη να αντιδρώ στην τάξη, να επιβεβαιώνω τον ομιλητή πως ναι υπάρχει επαφή, αν όχι, δηλαδή, επικοινωνία.

Έπειτα μας έβαλε να ξαπλώσουμε κάτω, ανάσκελα. Πιάστε τα κόκαλα της λεκάνης τώρα. Να πιάνουμε τα κόκαλα της λεκάνης. Αγκαλιάστε την κλείδωση. Βάλτε την κλείδωση κάτω από την παλάμη σας. Μέσα στη χούφτα σας. Τι αισθάνεστε;

Τι να αισθάνομαι με τα κόκαλα της λεκάνης στα χέρια μου; Πως είμαι ένα σώμα ορίων - κάποτε κλειδωμένο. Σαν το σκελετό: με κόκαλα, χωρίς σάρκα.

Έπειτα πήγα στην καφετέρια, γέμισα ένα από τα χάρτινα ποτήρια με καφέ, black indeed, κάθισα στο παράθυρο, έβγαλα το στυλό και το τυπωμένο μου χαρτί και παρέστησα την ποιήτρια. Διόρθωσα κάποιους στίχους, άλλους τους έσβησα με μανία, άλλους τους αναθεμάτισα γιατί ήταν πολύ κρυπτικοί και γιατί δεν γινόταν να μην είναι τόσο κρυπτικοί, και τα λοιπά και τα λοιπά. 

Μετά έκανα διάφορα πράματα, να να να, τσουπ τσουπ τσουπ, μίλησα με την Κωνσταντίνα για τον Τίτο Πατρίκιο και τη συνέντευξή του στο Εντευκτήριο. Μου έκανε εντύπωση που είχαμε προσέξει ακριβώς τα ίδια σημεία. Εκείνο του Γκαίτε, 'περισσότερο φως'. Έπειτα το έκανα status στο Facebook. 

Κι επειδή χαζομελαγχολώ με το σκατοτέτοιο και τις φωτογραφίες του που με μιας τα ανασυνθέτουν όλα και εισβάλλουν στην ησυχία που'χεις, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, φτιάξει, τα'κλεισα όλα κι άκουσα Δαυίδ Μπάουι. Τον θυμήθηκα από μια τραγουδάρα που ερμήνευσε μαζί του αυτή η θεά που λέγεται Σκάρλετ Γιόχανσον σε έναν δίσκο της, για τον οποίο πολλοί λίβελοι άδικα γράφτηκαν. Καμιά φορά τα τραγούδια που σε συγκλονίζουν δεν τα εκτιμά κανείς άλλος στο Facebook, και θέλεις να πας να γράψεις από κάτω μεγάλα λόγια αλλά λες δεν γαμιέται. Καλύτερα όχι.








(Όταν ξεκίνησα να γράφω, σκοπό είχα να μιλήσω για τον Τσίπρα και την ομιλία του χθες στο Μέγαρο Μουσικής για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Για μένα όμως πολιτική, έχω εξηγήσει, αυτό έγραφα στα χαζοποιηματούδια μου σήμερα, είναι ό,τι έχασα κι ό,τι πρέπει να ξαναποκτήσω. Όλα μαζί - πάντα.)



Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Άγγελος Σικελιανός


ᾨδὴ στὸ Μακρυγιάννη

Χαρὰ σὲ κειὸν ποὺ πρωτοσήκωσε
Ἀπ᾿ τὶς σκόνες σκεπασμένο, τὸ δίστομο σπαθὶ τοῦ λόγου σου
στὸν ἥλιο Μακρυγιάννη.


Κι᾿ ἀπάνω καὶ στὶς δυὸ πλευρὲς γραφή

Ἀπ᾿ τὴ μιά, τὰ λόγια αὐτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:
«Τὴ λευτεριά μας τούτη δὲν τὴν ἥβραμε στὸ δρόμο,
καὶ δὲ θὰ μποῦμε εὔκολα στοῦ αὐγοῦ τὸ τσόφλι,
γιατὶ δὲν εἴμαστε κλωσόπουλα, σ᾿ αὐτὸ νὰ ξαναμποῦμε πίσω,
μὰ ἐγίναμε πουλιὰ καὶ τώρα πιὰ στὸ τσόφλι δὲ χωροῦμε».


Κι᾿ ἀπ᾿ τὴ δεύτερη πλευρά, γραφὴ ἄλλη χαραγμένη:
«Ἀπάνω στὴν ἀλήθεια μου ἀκόμα καὶ τὸ θάνατο τὸν δέχομαι
τὶς τόσες φορὲς τὸν θάνατο ἐζύγωσα, ἀδερφοί μου καὶ δὲ μὲ πῆρε,
ποὺ γιὰ τοῦτο τὸ θάνατο καταφρονῶ,
κι ἀπάνω στὴν ἀλήθεια μου πεθαίνω».


Χαρὰ σὲ κειὸν ποὺ πρωτοσήκωσε ἀπ᾿ τὸ χῶμα αὐτὴν τὴ σπάθα
καὶ τέτοια διάβασε ἐπάνω της βαγγέλια.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Saturday

Πολύ θα'θελα μια μπύρα τώρα, σ'ένα καλό μπαρ, και να παίζει δυνατά το The Nile Song. 

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Radio days

Tίποτα δεν με στενοχωρεί περισσότερο από το να μην μπορώ να κάνω την εκπομπή μου στο ραδιόφωνο. Πηγαίνω στο στούντιο, ευβλαβικά μπαίνω στο δωμάτιο, στο μόνο ησυχαστήριο, και ο εξοπλισμός, ο υπολογιστής, τα καλώδια είναι όλα ένα κουβάρι. Δεν απελπίζομαι αμέσως, παίζω λίγο με τους διακόπτες πάνω στην πλατφόρμα. Μιλώ στο μικρόφωνο, τραγουδώ πολλές φορές, και κάπου εύχομαι κάποιος να με ακούει. Όταν καταλαβαίνω πως δεν πρόκειται να δουλέψει, απογοητεύομαι όπως σπάνια μου συμβαίνει. Πετώ τα ακουστικά με δύναμη πάνω στο τραπέζι, σπρώχνω την καρέκλα μου πίσω. Διπλώνομαι στα δύο και κάθομαι με το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια για αρκετή ώρα.


Έπειτα περπατώ ως το σπίτι. Αγόρασα, απόψε φερ'ειπείν, δυο σακούλια κάσιους μαζί με σοκολατένια μπαλάκια και τα'φαγα όλα μεμιάς, χαλώντας για μια ακόμη φορά την υγιεινή δίαιτα της ημέρας. Έτσι κι αλλιώς μόνο στο μυαλό μου υπήρχε αυτή - όπως όλα φοβάμαι.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

(L'Amérique à moi)




William Egglestonb1939Untitled, (c1972printed 1980) from the portfolio Troubled Waters.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Η αισθαντικότητα των πραγμάτων

Ήθελα καιρό να βάλω κάπου στα γραπτά μου αυτόν τον τίτλο. 

Λίγο πριν ξεχυθώ στο χιόνι και στη θύελλα, βαθιά χωμένη στην τούρκικη πασμίνα, κινώντας για το σπίτι της Κάρολαιν και το ουίσκι με μέλι που θα μου προσφέρει, θέλω να ευγνωμονήσω. Δεν αντέχω πάντα, καμιά φορά βουλιάζω. Ανήμερα του αποκλεισμού από τον χιονιά, και της ευκαιρίας για απόσυρση από την πολλή συνάφεια, κόντεψα για μια ακόμη φορά να βουλιάξω. Όπως μ'αρέσει καμιά φορά να βουλιάζω... 

Από το παράθυρο χαζεύω τα εκχιονιστικά μηχανήματα. Βράδιασε κι άναψα την λάμπα. Αποπειράθηκα να πάρω τα χέρια μου από το πληκτρολόγιο - η επικοινωνία του πληκτρολόγιου -, να κάτσω μπρος στο γραφειάκι, να πιάσω ίσως κανένα μολύβι, κι απέτυχα. Κάπου σκέφτομαι πως πρέπει να πάψω να απορρίπτω το ίντερνετ ως αντιλυρικό κι αντιδημιουργικό. Έτσι κι αλλιώς πια όλα από αυτό απορρέουν: από αυτό ξεκινούν και σ'αυτό τελειώνουν. Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν. Επιμένω πως το επόμενο μεγάλο μανιφέστο, που θα μας εμπνεύσει όλους, θα είναι ένας διθύραμβος του διαδικτύου, που μεμιάς και με μαεστρία, θα καταργήσει όλες μας τις τύψεις, και θα μας χαρίσει τις οδηγίες χρήσης.

Φέτος έχω γεμίσει το δωμάτιό μου με αντικείμενα. Ηχεία, τετράδια, φωτογραφίες, ρούχα, καλώδια, τσίγκινα κουτιά με τσάι. Βιβλία στο περβάζι, στο τραπέζι μου, στο γραφείο, στο πάτωμα, στο αυτοσχέδιο ράφι, στην καρέκλα. Βιβλία που κατά κύριο λόγο δεν έχουν διαβαστεί και που κατά κύριο λόγο δεν θα διαβαστούν. Μ'αρέσει όμως να τα αγκαλιάζω όταν με καλεί κανείς στο skype: 'Τι κάνεις;', 'Να εδώ, με τον Στεντάλ, κάθομαι...'. Όταν ο Μπουκόφσκι είπε πως χωρίς τη λογοτεχνία η ζωή είναι κόλαση, ερμήνευσα ως λογοτεχνία ακόμη και τα εξώφυλλα. Την απτή ζωή του βιβλίου.

Βεβαίως θυμάται κανείς τα 'Πράγματα' του Ζωρζ Περέκ, ή εκείνον τον χαρακτήρα από το θεατρικό κείμενο του Χάρολντ Πίντερ, τον 'Επιστάτη', ο οποίος μάζευε λογιών λογιών αντικείμενα στο μικρό του δωμάτιο. 

Η συντροφιά του καθενός. Μαζεύω λοιπόν. Απέναντί μου, στο παράθυρο, ακούμπησα μια φωτογραφία της Νέας Ορλέανης, από το μπαρ με τον Πρέστον, και μια κάρτα από την Ιστανμπούλ που γράφει 'Demokratiklestirebilmek' - η μεγαλύτερη λέξη, λέει. Που σημαίνει: to be able to democratize. Αρκετά, σκέφτομαι, παρίστανα  τον ασκητή, που χρειάζεται μονάχα ένα κρεβάτι και δυο ρούχα (στην πραγματικότητα, φυσικά, ποτέ δεν είχα μόνο τόσο λίγα. Συζητώ τι συμβαίνει στο κεφάλι μου, ως συνήθως). 

Γουργουρίζει το καλοριφέρ μου.

Πάω για ντους. Θα επανέλθω. 








Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις στον Μatisse


Luxe, calme et volupté (1904). Υφή σαν ψηφιδωτού. Κάθε πινελιά (η χειρονομιακή της δύναμη, the brushstroke) έχει περίπου το ίδιο μήκος - είτε 'γεμίζει' μεγαλύτερες είτε μικρότερες επιφάνειες (είτε, δηλαδή τον ουρανό είτε το μπράτσο μιας γυναίκας). Τα μαλλιά της γυναικείας φιγούρας στο έμπροσθεν μέρος πέφτουν σαν τρεχούμενο νερό· ένα ρυάκι από χρώματα (μου θυμίζει την ιδέα -πού την άκουσα; ποια είναι;- έρωτας σαν ποταμός).  

[The Matisse Exhibition at the MET Museum of New York, December 4th 2012 to March 17th 2013]

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Οδός Ονείρων

Είπε η Κωνσταντίνα, δυο φορές πετάει κανείς στη ζωή του λουλούδια. Δυο φορές τα δέχεται. Μια όταν χορεύει με τα χέρια ανοιχτά, στα ντουζένια του, στις εξάψεις του, και μια όταν τέσσερις τον φέρνουν ξαπλωμένο, τον φέρνουν τον πηγαίνουν, και τέλος τον σκεπάζουν. Μια πετάς τα κόκκινα γαρύφαλλα στον αειθαλή νέο και μια λίγα λίγα τα λευκά τριαντάφυλλα στο ξύλινο φέρετρο. 

Σκιές

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που διαθέτουμε είναι το πρόσωπό μας. Σκιές και ρωγμές, όλα φυλαγμένα. Υγρές γραμμές...

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

January

Well, I've been down so goddamn long that it looks like up to me. 

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

note

Δεν είμαι γω που γράφω! Είναι ο θείος μου ο Φωκίων που νομίζει πως όσο πιο περίπλοκα και δαιδαλωδώς γράφει τόσο το καλύτερο. 
Μόνο μια συμβουλή του ακολουθώ: τα πιο ανείπωτα φύλαγέ  τα για τα γράμματα που θα δώσεις. Στα γράμματα που έδωσα...
Ενθύμια. Διαβάζοντας βιογραφίες σπουδαίων ανδρών, μελετώ τον θανατωμένο βίο, λαχταρώντας (εξωφρενικό! πρωτάκουστο!) την υστεροφημία. Καμία δειλή ατένιση της εξαίσιας ελευθερίας, όπως νωρίτερα. Καμία απόπειρα σύνθεσης - πώς να μαζευτώ να μπω σε λέξεις τώρα που σκορπίσαμε. 
Να σιωπάσει κανείς όσα θέλησε να πει - θα ξεχαστούν κι όλα θα είναι εντάξει. 

Πειραματικό

Παρορμητικά κι άσκεφτα η φίλη της Χρύσας 'χτύπησε' ένα τατουάζ σε κάθε ώμο και στην αριστερή ωμοπλάτη. Εσύ τι έχεις, τι ζωγραφιές φέρεις και γυρνάς; Μερικά λουλουδάκια του αγρού, μαζεμένα πριν το τέλος της πρώτης νιότης, που τώρα, κατά τη δεύτερη ενηλικίωση, κοντεύουν να μαραθούν - διψασμένα, γυρτά, γερνούν και μένα. Μάντεψε πού!

Η φίλη της Χρύσας τα ήξερε όλα κι ας μην έχει διαβάσει τίποτε. Επειδή, δηλαδή, δεν έχει διαβάσει τίποτε. Κι έστεκα να την κοιτώ, γυρνώντας από δω κι από κει στη βαθιά πολυθρόνα. Τα πόδια πλεγμένα από δω, πλεγμένα από κει. Μ'εκείνον που ήσουν, ρωτάνε. 

Όλες οι συζητήσεις ξεκινούν με τον Αρονόφσκι, περνούν στο σεξ, έπειτα σ'εξομολογήσεις αθεΐας, μετά στην ηλεκτρόνικα, και κορυφώνονται με την εξίσωση όλων. Στη συμφωνία πως όλα είναι τίποτα και τίποτα είναι τα πάντα. Πως απολυτότητα δεν υπάρχει, μα πως αυτή διαγράφει και σκιάζει ό,τι λέμε πως υπάρχει κι ό,τι λέμε πως αντιλαμβανόμαστε. Ανήμπορη σκέψη.

Είμαστε διάχυτες αισθήσεις, όπως είπε ο ποιητής.

Ένας άκρατος αισθησιασμός. Η πολιτική είναι αίσθηση - αισθήσεις. Η λέξη είναι αίσθηση. Η χειρονομιακή γραφή είναι αίσθηση. Η πόλη είναι αίσθηση. Η πόλη τώρα στις τρεις το ξημέρωμα είναι αίσθηση - σύγκρυο - έσκουξα και δεν μ'άκουσε κανείς. Παραδίνομαι. Παύω.



Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις της Εγνατίας

Ανορθόγραφα εισητήρια του Thessaloniki Tours στην Εγνατία. Διέσχισα τη λεωφόρο μετρώντας πινακίδες ξενοδοχείων. Κόκκινα HOTEL ως εκεί που φτάνει το μάτι περιμένουν επισκέπτες.

Η πόλη ως αντίδοτο. 

Περνώ την Ίωνος Δραγούμη, περνώ τη Βενιζέλου. Σιγά σιγά φωτίζει. Ο βανδαλισμένος Βενιζέλος ακίνητος, αμίλητος, άγαλμα. Με κρατάει ο μαύρος καφές που ήπια με τη Δανάη στον Ερμή. Το 'περιπλανιέμαι', λέει, περιέχει το ΄πλανιέμαι΄. Κι η φωτογραφία είναι προιόν μιας μηχανής, μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας που μπαίνει ανάμεσα στα φυσικά πρόσωπα, ώστε να φτιάξει μια ιστορία για ν'ακουστεί στη Δύση - προερχόμενη από τη Δύση. Με αντικείμενο το ανατολικότροπο κάτι που προσπαθεί να τιθασεύσει.

Αφίσες του Σιδηρόπουλου χρόνια τώρα στη γωνία Αριστοτέλους με Εγνατία. Ξεθωριάζει το χρώμα τους, ο κύριος όμως που της πουλά, αν τον θυμάμαι καλά, επιδεικνύει αθάνατο ζήλο. 

Προσπερνώ μια παρέα -  μια κοπέλα εξ αυτών, ξένη, ζητά κάποιον εβδομηκοστό δρόμο. Μια Ελληνίδα δίπλα της της θυμίζει στα αγγλικά πως εδώ δεν είμαστε Νέα Υόρκη, οι οδοί δεν έχουν νούμερα. 

Συνεχίζω την πορεία. Κάπου γράφει ΑΓΟΡΑΖΩ ΧΡΥΣΑΦΙΚΑ κι από πάνω κάποιος έσβησε το όνομα του κυρίου που αγοράζει κι έγραψε ΜΑΥΡΑΓΟΡΙΤΗΣ. Λίγο έπειτα, η βιτρίνα της ΡΟΜΙΝΑ διαφημίζει τρελά, μαύρα στριγκάκια με διαμαντάκια. 

Από νέους, λίγοι κυκλοφορούν. Όλοι διαβάζουν, ή καμώνονται πως διαβάζουν, για την εξεταστική. Στο Μακντόναλτς μέτρησα με φούρια τρεις τέσσερις παρέες συνταξιούχων. Μετά την Πρασακάκη, σκοτάδι ξανά. Το σπίτι της Φαίδρας πιθανότητα γνώριμης συντροφιάς. Κι ο Άγιος Αθανάσιος που καίγεται και ξανακαίγεται. 

Το περίπτερο στην Παλαιολόγου μοιάζει περισσότερο με εμπορικό κέντρο τύπου και ψιλικών έτσι όπως έχει απλωθεί στο πεζοδρόμιο. Περπατώ κάτω από την τέντα του.

Ανεβαίνω τα μαρμάρινα σκαλιά του 13ου Γυμνασίου. Κοιτώ μέσα από τα τζάμια της εξώπορτας: ελληνικά σημαιάκια κρεμασμένα διαγωνίως από τη μια άκρη στην άλλη, ένας ανάγλυφος γεωπολιτικός χάρτης, και βιβλία τακτικά τοποθετημένα σ'ένα τετράγωνο ράφι. Δίπλα από την πόρτα γράφει ΣΑΜΠΟΤΑΖ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. 

Ο ΜΙΚΕΛ, μια νέα αλυσίδα καφέ (που διατείνεται πως έχει τον καλύτερο καφέ στην πόλη) είναι φίσκα. Στη πορτοκαλιά στάση της Ιασωνίδου, παριστάμενοι, στεκούμενοι και καλοστεκούμενοι καπνίζουν. 

Έφτασα στη Ναυαρίνου. Ένας βιολιστής του δρόμου παίζει την Ενάτη του Μπετόβεν. Ωδή στη Χαρά. Οποία ειρωνεία. 


Κουβέντες με φίλους. Αν ήμουν εγώ στην Αμερική, μου λένε... 


Προφασίζομαι την πατριδογνωσία κι έτσι γυρνώ μονάχη. Θλιμμένη ευτυχία, και τα λοιπά και τα λοιπά.










Τρεις μέρες πριν ήμουν στην Κυψέλη. Ο θείος μου μας ανέβασε με πάθος και βιασύνη στο διαμέρισμά του, ξεκλείδωσε την μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι νεύοντάς μας να τον ακολουθήσουμε. Με χέρι που έδειχνε κάτι συγκεκριμένο κι ακόμη αόριστο, με πήρε ως την άκρη της βεράντας. Γι'αυτό μ'αρέσει αυτό το διαμέρισμα και δεν το αλλάζω με τίποτα σαράντα χρόνια τώρα, είπε, κι από πίσω του αποκαλύφθηκε η θέα της Ακρόπολης. Φωτεινή, μακρινή, σαν αιωρούμενη.