Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Η αισθαντικότητα των πραγμάτων

Ήθελα καιρό να βάλω κάπου στα γραπτά μου αυτόν τον τίτλο. 

Λίγο πριν ξεχυθώ στο χιόνι και στη θύελλα, βαθιά χωμένη στην τούρκικη πασμίνα, κινώντας για το σπίτι της Κάρολαιν και το ουίσκι με μέλι που θα μου προσφέρει, θέλω να ευγνωμονήσω. Δεν αντέχω πάντα, καμιά φορά βουλιάζω. Ανήμερα του αποκλεισμού από τον χιονιά, και της ευκαιρίας για απόσυρση από την πολλή συνάφεια, κόντεψα για μια ακόμη φορά να βουλιάξω. Όπως μ'αρέσει καμιά φορά να βουλιάζω... 

Από το παράθυρο χαζεύω τα εκχιονιστικά μηχανήματα. Βράδιασε κι άναψα την λάμπα. Αποπειράθηκα να πάρω τα χέρια μου από το πληκτρολόγιο - η επικοινωνία του πληκτρολόγιου -, να κάτσω μπρος στο γραφειάκι, να πιάσω ίσως κανένα μολύβι, κι απέτυχα. Κάπου σκέφτομαι πως πρέπει να πάψω να απορρίπτω το ίντερνετ ως αντιλυρικό κι αντιδημιουργικό. Έτσι κι αλλιώς πια όλα από αυτό απορρέουν: από αυτό ξεκινούν και σ'αυτό τελειώνουν. Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν. Επιμένω πως το επόμενο μεγάλο μανιφέστο, που θα μας εμπνεύσει όλους, θα είναι ένας διθύραμβος του διαδικτύου, που μεμιάς και με μαεστρία, θα καταργήσει όλες μας τις τύψεις, και θα μας χαρίσει τις οδηγίες χρήσης.

Φέτος έχω γεμίσει το δωμάτιό μου με αντικείμενα. Ηχεία, τετράδια, φωτογραφίες, ρούχα, καλώδια, τσίγκινα κουτιά με τσάι. Βιβλία στο περβάζι, στο τραπέζι μου, στο γραφείο, στο πάτωμα, στο αυτοσχέδιο ράφι, στην καρέκλα. Βιβλία που κατά κύριο λόγο δεν έχουν διαβαστεί και που κατά κύριο λόγο δεν θα διαβαστούν. Μ'αρέσει όμως να τα αγκαλιάζω όταν με καλεί κανείς στο skype: 'Τι κάνεις;', 'Να εδώ, με τον Στεντάλ, κάθομαι...'. Όταν ο Μπουκόφσκι είπε πως χωρίς τη λογοτεχνία η ζωή είναι κόλαση, ερμήνευσα ως λογοτεχνία ακόμη και τα εξώφυλλα. Την απτή ζωή του βιβλίου.

Βεβαίως θυμάται κανείς τα 'Πράγματα' του Ζωρζ Περέκ, ή εκείνον τον χαρακτήρα από το θεατρικό κείμενο του Χάρολντ Πίντερ, τον 'Επιστάτη', ο οποίος μάζευε λογιών λογιών αντικείμενα στο μικρό του δωμάτιο. 

Η συντροφιά του καθενός. Μαζεύω λοιπόν. Απέναντί μου, στο παράθυρο, ακούμπησα μια φωτογραφία της Νέας Ορλέανης, από το μπαρ με τον Πρέστον, και μια κάρτα από την Ιστανμπούλ που γράφει 'Demokratiklestirebilmek' - η μεγαλύτερη λέξη, λέει. Που σημαίνει: to be able to democratize. Αρκετά, σκέφτομαι, παρίστανα  τον ασκητή, που χρειάζεται μονάχα ένα κρεβάτι και δυο ρούχα (στην πραγματικότητα, φυσικά, ποτέ δεν είχα μόνο τόσο λίγα. Συζητώ τι συμβαίνει στο κεφάλι μου, ως συνήθως). 

Γουργουρίζει το καλοριφέρ μου.

Πάω για ντους. Θα επανέλθω. 








1 σχόλιο:

  1. Απόλαυση να διαβάζω τέτοια κείμενα , ευχαρίστηση
    σε κάθε λέξη και σε κάθε παράγραφο που σε κάνει
    να θέλεις να διαβάσεις παρακάτω αλλά και να ξανά
    διαβάσεις τα παραπάνω .Μόνο που έχω αντίθετη
    άποψη , δεν υπάρχει τίποτα πιό λυρικό από το
    internet , να όπως ας πούμε αυτό που κάνω
    εγώ τώρα ....
    τάδε έφη μούμια

    ΑπάντησηΔιαγραφή