Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα parigi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα parigi. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018
Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018
Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017
Θέατρο Odéon (Choses vues)
Ένα χρόνο και κάτι μήνες μετά επέστρεψα σ'αυτό το θέατρο. Πέρσι ένας Δον Ζουάν που δεν με συγκίνησε. Ο πρωταγωνιστής ήταν ελαφρύς, καθόλου φιλοσοφημένος σ'αυτό που διέπρατε.
Απόψε οι Τρεις Αδερφές του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία κι απόδοση του Αυστραλού Simon Stone.
Αν ήταν εδώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου* θα περιέγραφε την εξαίσια σάλα όπου το κοινό "se restaure" πριν την παράσταση, το "φουαγιέ". Τα μαρμάρινα στρόγγυλα τραπεζάκια με το ένα πόδι (οι μοναχικοί να μην προδίδονται, και οι συνοδευόμενοι ίσα ίσα να πληρούν τον χώρο), τον χρυσό χιτώνα ενός αγάλματος που μισοφαίνεται στον από πάνω όροφο, οι τεράστιοι καθρέφτες στις δυο άκρες που σε συναντούν όπως ανεβαίνεις τις σκάλες και νιώθεις λίγη από την αίγλη των ηθοποιών ή από την ανησυχία τους όταν δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σ'ένα καινούριο καμαρίνι όπου αιωρείται σκόνη από τις σκιές ματιών ή μέσα σ'έναν χιλιοπαιγμένο ρόλο. Το μάρμαρο των κιόνων κίτρινου χρώματος, φλουριού. Τα τελειώματα των κάδρων, τα πορτραία του Ρακίνα, το μωσαϊκό. Απέναντι από το μπαρ ένα πολυτελές τζάκι καταλήγει σε δυο σφίγγες (να ξεκινήσω τον κατάλογο με τα οριενταλιστικά σημεία σ'αυτή την πόλη, τίτλος "Λουξόρ").
Αυτά άμα ήμουν ο Ζ.Π. Χάρη στα κείμενά του, ξυπνώ λίγο, αναθαρρώ και σηκώνω το βλέμμα να παρατηρήσω τα επιμέρους. Είμαι, όμως, τελικά άνθρωπος με βαριά ψυχολογία. Μία δύναμη λες αντίρροπη στο ένστικτο της ζωής με τραβά προς τα κάτω, προς την tristeza, τη μελαγχολία, που λέει και το βραζιλιάνικο τραγούδι του Tom Jobim. Όχι πως ο Ζ.Π. δεν θα είχε δοκιμάσει πάμπολλες φορές την tristeza, την "gouffre" (για να θυμηθούμε τον Δον Ζουάν) που ανοίγει κάτω από τα πόδια μας... Κάθε άλλο.
Κυρίες και κύριοι, η αίθουσα έχει ανοίξει.
*Ο Χρήστος φυσικά μου χάρισε τα Παρισινά Γράμματα του Ζ.Π. Τέτοιο ελαφρύ χέρι συγγραφέα δεν έχω ξαναδεί! Θα περιγράφει τον θάνατο κι όμως θα κρατιέται όρθιος, αλέγκρος για χάρη του έργου. Κοντοστέκεται στον δρόμο, αφουγκράζεται, κι ύστερα ελαφρά πάνω στα πράματα γράφει. "Η ψυχή μας είναι με τα φύλλα που πέφτουν, με το άφθονον, βραδύ και υπορριγηλόν φυλλορρόημα των Παρισινών δένδρων".
Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017
Domingo: rue des Petites-Écuries
Στο διήγημα που αποπειρώμαι διάλεξα την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η τριτοπρόσωπη μοιάζει φτιαχτή και μόνο ένας μάστορας του είδους το μπορεί. Ίσως να'ναι η εποχή - μια κάποιου είδους παντογνωσία μοιάζει αταίριαστη. Την ίδια στιγμή όμως θέλω μια ιστορία που να'χει, αν και σύντομη, ψυχογραφικό βάθος. Η πρωταγωνίστρια διαμαρτύρεται πως η ζωή δεν της φτάνει και πως λόγο αυτής της αίσθησης του ικανοποίητου προστρέχει στη γραφή. Το παράπονό της (queja) αναγκαστικά μικραίνει τον συμπρωταγωνιστή. Τον δείχνει τον δόλιο, η απογοήτευση απ'την καθημερινότητα, ως υπεύθυνο. Αυτό είναι άδικο.
Σήμερα το πρωί σ'ένα προάστιο στα βόρεια της πόλης, Epinay-sur-Seine. Κάναμε τη διαδρομή με το μηχανάκι. Στην αρχή του St Denis βλέπεις μέχρι κι αληθινές παράγκες. Όχι πολλές, αλλά είναι τόσο στοιχειώδεις αυτές οι κατασκευές (ο άνθρωπος θα φτιάξει σπίτι όπως και να'χει) που σε συνταράσσουν. Παντού πανηγυρικές αφίσες που προετοιμάζουν τον κόσμο για τους Ολυμπιακούς του 2024. Μετά το St Denis, όλες οι περιοχές του κόσμου. Κυρίως Τούρκοι.
Suite des espejos
Μέσα στους καθρέφτες
-κλειδωμένη η καρδιά-
έβλεπες και πάλι
παλιά πράματα
ξεχασμένα
που'χουν κι άλλο
αποδυναμωθεί παρά
μόνο αντέχουν
Ετικέτες
el otro el mismo,
parigi
Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017
Σημείωμα στον άδειο δρόμο
Θελκτική πόλη του Αυγούστου
Μου μαθαίνεις πως για να γράψω καλά θα πρέπει να κάνω παρέα με τη μοναξιά μου χωρίς να φοβάμαι και να διαμαρτύρομαι -
Και παράδοξη μου μαθαίνεις πως για να γράψω και να διαβάσω θα πρέπει να μονιάσω, να κουρνιάσω μπρος στο πλήθος βαθιά μέσα στη νύχτα -
Ασφαλής ερημιά η δική σου -
Σ'αγαπάει ολόκληρη η υφήλιος. Ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Για μένα τα ούτια σου έγιναν η εικόνα σου. Στα προάστια οι άνδρες δροσίζονται με το γεμάτο σώμα στην αγκαλιά τους.
Θελκτική πόλη του Αυγούστου, σε διατρέχει ο ποταμός που πνίγει τις νοσταλγίες θάλασσές μας.
Ετικέτες
Γερτρούδης μίμηση,
parigi
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017
Parigi - Athènes
Je fuirais laissant là mon passé
Sans aucun remords
Sans bagage et le cœur libéré
En chantant très fort
Ετικέτες
γυρνάω,
el otro el mismo,
parigi
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017
Ημερολόγιο
11 Σεπτεμβρίου 2016
Παρίσι
23 χρόνων
This world will no longer concern you…
(William Blake quoted in Dead Man )
Καλησπέρα. Η ώρα είναι εννιά και μισή το βράδυ. Έχει πλέον νυχτώσει αλλά είναι φρέσκο ακόμη το χρώμα. Κάθομαι μπροστά από το παράθυρο που βλέπει στο εσωτερικό, μεταξύ των πολυκατοικιών. Ακούω τις ομιλίες των ενοίκων. Από το άλλο παράθυρο, ο ήχος που κάνουν τα μαχαιροπίρουνα, και μια ελαφριά μουσική. Ξέρω πως ξοδεύω τη ζωή μου με το facebook και το αφηρημένο σκλοράρισμα, όμως απόψε δεν θα στενοχωρηθώ. Ο εφιάλτης των ημερών, οι «τρομοκράτες». Συνέλαβαν τρεις γυναίκες που σχεδίαζαν να «χτυπήσουν» την Gare de Lyon. Αφορμή ένα φορτηγάκι χωρίς πινακίδες κοντά στην Παναγία των Παρισίων. Μετέφερε φιάλες πετρογκάζ. Δίνω το στίγμα των ημερών. Χάσιμο χρόνου και φόβος - και η όμορφη πόλη των γειτόνων.
Στο φούρνο έχω ένα κοτόπουλο - συνταγή υποτίθεται à la provençale, αν και μου λείπουν τα μυρωδικά (δεν βρήκα θυμάρι και rosemary στο Franprix). Μία κόκκινη πιπεριά, γενναίες δόσεις από τα κρεμμύδια αυτά τα μικρά τα ιδιαίτερα της Βρετάννης, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι. Για το μεσημεριανό μου αύριο, θα το συνοδέψω με κους κους με σταφίδες.
- ‘’ - ‘’ -
Να μην αμελώ να γράφω ακόμη κι όταν είμαι μουρτζούφλα. Κάθομαι με δυο προηγούμενα τετράδια πάνω στα πόδια μου (2015 και 2013). Θησαυρός, ακόμη κι αν το κείμενο ατόφιο δεν κομίζει μια νέα λογοτεχνία. Δεν έχει σημασία. Ίσως στην περίπτωση αυτή, των γραμμάτων και των τετραδίων, να έχει σημασία η κατάθεση, ή το ξόδεμα του μελανιού και του χαρτιού. Το ένα χαρτί πάνω στο άλλο, με το που στεγνώνει το μελάνι. Και στο τέλος δεν μένει παρά η ανησυχία για τον χρόνο που περνά και η ημερολογιακή ένταση.
- ‘’ - ‘’ -
Πολύ μικρή η ζωή. Σκέφτομαι αυτά τα δοκίμια που θέλω να γράψω: θα πρέπει το θέμα να με συνταράζει, αλλιώς δεν θα είναι καλά. Κι έτσι σκέφτομαι, λοιπόν, πως έναν άξονα θεματικό που δεν θα βαριόμουν εύκολα είναι η αγάπη που είχα κι η νοσταλγία γι’αυτά που ποτέ δεν κάναμε. Σ’όλα τα τετράδια το ίδιο. H καταραμένη στιγμή της άρθρωσης με φυλάκισε μέσα σ’ένα συναίσθημα ολοκληρωτικά…
μέχρι που συναισθηματοποιήθηκες για μένα ολόκληρο
(Να τι λείπει στο δωμάτιο - όλο το απόγευμα τακτοποιούσα τα βιβλία που έφερα από το Λονδίνο, τα ρούχα θα τα κάνω απ’αύριο. Λείπει ο ΚΑΒΑΦΗΣ. Θα σκέφτηκα πως θα τα βρω όλα στο πολύ ενημερωμένο σάιτ, mais ce n’est pas la même chose).
Τον νοσταλγώ ακόμα. Πολύ περίεργο.
(Με ποιον πρόσφατα έτυχε και συζητήσαμε μια promiscuity; Α, με τον Zach, τον Αμερικάνο συμφοιτητή μου από το Λονδίνο που’ρθε ταξίδι στο Παρίσι για το σ/κ. Κι εκείνος είχε αγαπήσει τον πρώην του πολύ, και συνεχίζει να ζει κανονικά, να βρίσκεται με ραντεβού από το tinder, κλπ.).
Μελάνι. Ας το πούμε έτσι. Γράφω γιατί θ έ λ ω αυτή την κατευναστική κι άγρια ροή. Γράφω με ορμή, αλλά και με φόβο. Αν μη τι άλλο, δεν γράφω με δόλο ή -προς θεού- με μισή καρδιά. Γράφω χωρίς σχέδιο. Γράφω με τη λαχτάρα μου. Γράφω γιατί είμαι δω κι είχα πει πως εδώ θα γράφω. Γράφω γιατί είμαι μόνη. Γιατί νοσταλγώ προς χίλιες δυο κατευθύνσεις - τις ζωές που γνώρισα κι αυτές που φαντασιώνομαι. Ευτυχώς ισορροπώ μεταξύ τους. Γράφω γιατί τα παιδικά μου χρόνια (τι άδικη έκφραση μέσα στη banalité της) ήταν άπλετα ευτυχισμένα. Τώρα που μαγείρευα σκεφτόμουν τα βράδια με την Ντίνα στον 3ο. Η γιαγιά μάς τηγάνιζε αυγά, ο παππούς πρώτα θα μας ρωτούσε τι θέλαμε για βραδινό. Μέχρι να ετοιμαστούν, καθόμασταν στην τηλεόραση - κι έπειτα σηκωνόμασταν και καθόμασταν οι τέσσερίς μας στο τραπέζι, μια άλλη, μια ακόμη, μια οικογένεια. Παππού μου, τι βασίλειο μάς χάρισες. Ροδάκινα, βερίκοκα, αχλάδια, ελιές, το χέρι σου στο άκακο στόμα της Μπλόντι, γελάει, λες, το σκυλί όταν ανοίγει τις σιαγόνες του κι αυτό το κατακόρυφο χαμόγελο μού παίρνει καιρό να το αντιληφθώ μα άπαξ και το δω, ναι, το σκυλί μού χαμογελάει. Κουνάει, βρε, την ουρά του. Χαίρεται. Δες τη μουσούδα του, είναι υγρή; Αυτό σημαίνει πως είναι υγιές. Και τι φόβος από τότε άμα τύχει κι η μουσούδα της είναι λιγότερο υγρή. Παππού, η μουσούδα είναι υγρή τώρα; Μήπως είναι ξερή; Δεν ήταν πολύ υγρή. Αλλά ο παππούς μου’πε πως ήταν εντάξει.
«Η σάκα γι’αύριο έκλεισε;»
Εδώ δεν γράφω με ορμή, μα με προσοχή. Να καταγράψω με ακρίβεια τον τρόπο. Μάλλον: «η σάκα για αύριο έκλεισε;». Δεν έκανε εκθλείψεις φωνηέντων, δεν θα έσυρε το λόγο χωρίς λόγο. Κι εκεί η κυριολεξία της αδερφής μου πόσο διέφερε από τη δική μου. Η Ντίνα είχε κουμπώσει το κουμπί της τετράγωνης τσάντας της (με το χαρακτηριστικό κλικ της) κι έτσι περήφανη έλεγε πως ναι, είχει κλείσει η τσάντα κι ήταν έτοιμη για «αύριο» («για την επομένη» ίσως να πούμε τώρα, στη δεύτερη κάμαρη του χρόνου). Στο γραφείο μου, από την άλλη, τα βιβλία και τα τετράδια ήταν αραδιαστά, θα τελείωνα και την τελευταία άσκηση αφού γυρνούσαμε στο σπίτι, και θα τα’βαζα όλα πραγματικά μέσα στην τσάντα το επόμενο πρωί, πριν ίσως απ’το πρωινό. Μα κατά κάποιον τρόπο (κατά κάποιο σχήμα λόγου) η τσάντα είχε ήδη κλείσει, κι αφού ήμουν έτοιμη για την αυριανή μέρα μαθημάτων απαντούσα κι εγώ με την κατάφαση της Ντίνας, όχι όμως χωρίς μια ελαφριά, σταθερή ενόχληση πως δεν απαντούσα όσο ίσια όσο η αδερφή μου.
Ετικέτες
Γερτρούδης μίμηση,
γυρνάω,
ιστορία,
παλιά γραψίματα,
parigi
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017
Delilah, 5/11/16
Η τρέλα: να γυρνάς γύρω από το σπίτι σου, με την κουκούλα επειδή βρέχει, να καβαλάς ένα ποδήλατο με το φόρεμα έτοιμη να φτάσεις ως το Οdeon και να το μετανιώνεις, και τελικά να κάνεις το γύρο του σπιτιού σου μέχρι την επόμενη στάση Velib. Tους μπερδεύω όλους, και προσπαθώ όλους να τους ευχαριστήσω αλλά, sois sûre, τα κάνω όλα για μένα και την ευχαρίστησή μου. Και μ'ευχαρίστηση εννοώ τον ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Μ'ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΔΙΝΩ. Και τώρα, στο framboise μου φόρεμα, το κρασί μου και το κραγιόν, δέκα και μισή το βράδυ, π ε ρ ι μ έ ν ο ν τ α ς λες και δεν έχω περιμένει ποτέ στο παρελθόν, κάθομαι να γράψω. Και τι γράφω; Κουκίδες που δεν τολμώ να ξαναδιαβάσω.
Πρόλογος.
Ισχνά κείμενα.
Αν μπορούσε κάποιος να σηκώσει την μπάρα... Γιατί να υπάρχουν πράματα που δεν μπορώ να πω; Οι βαθιές ώρες. Η γραφή που γυρίζει, γυρίζει, γύρω από τον εαυτό της - κατασκευάζω μια τρέλα. Η προδιάθεσή μου ίσως να'ναι άλλη. Αλλά από την ώρα που συνδέεις το χέρι σου σ'αυτήν την τρέλα (στο κολυβογράφημα που κατορθώνω και που ονομάζω 'γραφή'!) δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Δεν ξέρω να κάνω πολλά πράματα. Ξέρω να δίνω και ξέρω να περιμένω. Ξέρω να συναναστρέφομαι με τρόπο που αναφλέγεται. Ή ίσως κι όχι - με μια ησυχία που δεν οδηγεί πουθενά.
Σκεφτόμουν όμως... Πόσο σπουδαία αυτά που δεν οδηγούν πουθενά. Που από τη φύση τους δεν έχουν άλλο τέλος παρά την αυτανάφλεξη. Ναι, γι'αυτό πρόκειται. Χίλιοι καθρέφτες τοποθετημένοι με μία μοίρα διαφορά. Δεν το θέλεις μα να το είδωλο το δικό σου ξένο πολύ. Δεν βοηθώ κανέναν... Δεν χρησιμεύω... Για ελάχιστα υπάρχω. Μα αυτό το ελάχιστο! Καλέ μου θεέ. Θεά. Ίσως να'ναι θεά, και να καταλαβαίνει - αυτό το ελάχιστο... Πωπωπω. Θεός φυλάξοι. Αυτό εξηγεί την αυτανάφλεξη. Δεν μπορώ να βοηθήσω μόνο με τον τρόπο του υπαινιγμού. Ξέρεις, φίλη, ίσως αυτό. Εγώ τότε, εγώ τώρα, εσύ. Ναι, όχι, δεν λέω κάτι απόψε. Κάτι θα φταίει. Μα αυτό το μπερδεψούρι το προτιμώ από την άδεια σελίδα ή από την γυναίκα που περιμένει και δεν γράφει.
Θα πεις για αίμα τώρα, θα πεις για τραγωδία. Έρχεται.
Ναι! Ίσως να'χω στο αίμα μου την τραγωδία, ε θεά μου; Η αυτανάφλεξη όταν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράματα οδηγεί στην τραγωδία.
Τι θα πει "τραγωδία";
Μεγάλη στενοχώρια.
Αυτό, έτσι απλά;
Δεν βλέπω κάτι άλλο... Μεγάλη, αβάσταχτη.
Και το ν'απολαμβάνεις (κρυφά ή φανερά) αυτή τη μεγάλη στενοχώρια αναιρεί τη τραγωδία;
Προς θεού! Υπάρχει πολλή απόλαυση στην τραγωδία.
Αυτό ενδιαφέρον.
Μα βέβαια. Η τραγωδία είναι το πεπρωμένο που αποζητάμε.
Κάπου το γράφει η Lispector. Από νωρίς είχα την αίσθηση πως η ζωή μου είναι καταδικασμένη. Συμφωνώ απόλυτα.
Και γιατί η τραγωδία σου φανερώνεται σε σχέση με τους άνδρες;
Σε σχέση με τον έρωτα, όχι με τους άνδρες μόνο. Βασικά τι συζητάμε! Ο έρωτας είναι ο πρωταγωνιστής της τραγωδίας. Δεν αυτά τα φοβερά "ωμέγα", τι οδύνη, τι ηδονή.
Κι αν δεν ήσουν Ελληνίδα, ας πούμε; Πιστεύεις πως θα είχες την ίδια αίσθηση της τραγωδίας, του πεπρωμένου;
Μα τι συνέντευξη (τι παράνοια, τι μονόλογος με φωνές)! Δεν νομίζω πως έχει να κάνει ("έχει να κάνει"...) με την ελληνικότητα. Με την Ασία έχει να κάνει, μ'αυτή τουλάχιστον την όψη της ελληνικότητας. Με τα άκρα. Με τη νοσταλγία. Τη γεωγραφία. Τα παράλια. Δεν θέλω να μιλάω λες και μιλώ για χαμένες πατρίδες, αλλά ίσως ασυναίσθητα να υπεισέρχεται κι αυτό. Η τραγικότητα στην ουσία μ'έχει βοηθήσει πολύ στη ζωή. Γενικά νιώθω πολύ ισορροπημένη. Σκέφτομαι τελευταία την επιρροή που μου ασκεί από μικρή (γράφω γιατί περιμένω - γράφω όσο περιμένω) η ιδέα των "παθών". Θα'λεγε η γιαγιά μου για κάποιον: "ήταν άνθρωπος με πάθη". Ή θα έπινε πολύ ή θα είχε πολλές γυναίκες ή άνδρες. Αναρωτιέμαι αν, κι εγώ, σε μια πιο παραδοσιακή κοινωνία θα χαρακτηριζόμουν ως "άνθρωπος με πάθη". Τι υπέροχη λέξη, το ρήμα "παθαίνω". Μοιάζει ενεργητικό κι όμως είναι απόλυτα παθητικό. Υφίσταμαι. Το πιο σημαντικό ρήμα στην αποψινή μου μυθολογία (θα γράφω όσο περιμένω - μέχρι να κοπεί ξαφνικά το νήμα και να το ξαναπιάσω αύριο, μεθαύριο...). "Παθαίνω". "Παθαίνομαι", όπως αστειευόμαστε με τους φίλους. Αλίμονο, τραγωδία κι ορθοδοξία μαζί, τι μας δόθηκε. Και χωρίς να γνωρίζω ούτε το ένα ούτε τ'άλλο νιώθω πως τα'χω συνάξει όλα. Beauty goes with pity, είχε πει σε μια διάλεξή του στο Cornell o Nabokov. Επειδή η ομορφιά είναι παροδική. Κι ίσως - ίσως αυτή να'ναι η προσωπική μου τραγωδία που φυσικά δεν έχω τολμήσει να διατυπώσω. Αυτή η αυτανάφλεξη που την στιγμή που συμβαίνει είναι ό,τι πιο εξαίσιο υπάρχει. Τραγικός είναι στην τραγωδία κάποιος που δεν ξέρει (μαθαίναμε στο σχολείο). Εγώ νομίζω πως τραγικός είναι κάποιος που ξέρει - αχ πόσο ξέρει. Και βέβαια έχει την έπαρση που νομίζει πως μπορεί να διατηρεί λόγω αυτής της γνώσης - λες κι οι άλλοι δεν ξέρουν. Παίζω απόψε με τις λέξεις λες κι είναι κύβοι. Χοντροκομμένοι και μ'ορθές γωνίες.
Κουράστηκα να γράφω: lasse d'espérer. Lasse de désespérer επίσης. Πάω και κουρνιάζω. Κι αν μου πεις πως πρέπει να βγω στη γύρα πάλι θα λιγοθυμήσω (καιρό ήθελα να το γράψω με 'γάμα'). Κι αυτή τη λιποθυμία, δεν την έχω δει να μιλιέται πουθενά. Πέρα από το lasse d'espérer του Camus, και τις ακακίες φυσικά της Clarice Lispector, πουθενά. Και θα το ήθελα - από τις γυναίκες - να το δω.
Δεν έχω πολλά...
Δεν έχω πολλά....
Ο κόσμος σαν να το ξέρει και δεν μου ζητά πολλά.
Γράφω αδρά διότι δεν μπορώ αλλιώς. Αν είχα ταλέντο θα'γραφα avec souplesse.
Αυτό το γράψιμο πήρε μισή ώρα. Μισή ώρα αυτή η αρχή του τετραδίου. Αναμονή, αυτό. Κι οι λέξεις που δεν έχουμε - άλλοι τις είχαν. Δώσε μου δυο κύβους και θα παίξω μαζί τους και θα σου γράψω όσο πιο απ'την ψυχή μου μπορώ.
Blues for the orient.
Δεν έγραφα πάντα από το στομάχι. Καινούρια μόδα αυτή. Τι τρόπος να εγκαινιάσω τους μήνες Νοέμβρη - Δεκέμβρη. Σαν μεταξοσκώληκας. Κλεισμένη και με προσωπικό κόστος. Έχω αποθρασυνθεί στις παρομοιώσεις μου - δεν έχω δει τ ί π ο τ ε και θέλω και παρομοιώσεις. Αυτή η αναμονή θα με σκοτώσει όπου να'ναι. Προσπαθώ να σέβομαι τους άνδρες -έχω καταλάβει πως η λύπη τούς έρχεται ως μεγαλύερο σοκ. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνω τι διακυβεύεται. Άλλο η Φαίδρα κι άλλο ο Ιππόλυτος το χαζοχαρούμενο.
Αλέγρα! Αλέγρα να είσαι! Τι το θέλεις να βαρύνεις, dear darling; Αυτό το διαμέρισμα σου, έξοχο, και φιλόξενο, αλλά πρόλαβες ήδη να το ποτίσεις με την προσμονή σου. Ώρες κι άκαρπη μοναξιά. Νεότητα που δεν αντέχεται.
"Φεύγω από το σπίτι. Δεν είναι αργά για σένα; Έρχομαι".
Πολύ νέα και πολύ μεγάλη μαζί. Ηλικία: η αρχαιότητα μέσα στη λέξη.
Βλέπεις, μόνο να αισθάνεσαι τον χρόνο μερικών λέξεων ξέρεις.
"Δεν είναι αργά για σένα;"
Και το ραδιόφωνο δώσ'του να παίζει πορτογαλέζικα.
Θα πεις για αίμα τώρα, θα πεις για τραγωδία. Έρχεται.
Ναι! Ίσως να'χω στο αίμα μου την τραγωδία, ε θεά μου; Η αυτανάφλεξη όταν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο γίνονται τα πράματα οδηγεί στην τραγωδία.
Τι θα πει "τραγωδία";
Μεγάλη στενοχώρια.
Αυτό, έτσι απλά;
Δεν βλέπω κάτι άλλο... Μεγάλη, αβάσταχτη.
Και το ν'απολαμβάνεις (κρυφά ή φανερά) αυτή τη μεγάλη στενοχώρια αναιρεί τη τραγωδία;
Προς θεού! Υπάρχει πολλή απόλαυση στην τραγωδία.
Αυτό ενδιαφέρον.
Μα βέβαια. Η τραγωδία είναι το πεπρωμένο που αποζητάμε.
Κάπου το γράφει η Lispector. Από νωρίς είχα την αίσθηση πως η ζωή μου είναι καταδικασμένη. Συμφωνώ απόλυτα.
Και γιατί η τραγωδία σου φανερώνεται σε σχέση με τους άνδρες;
Σε σχέση με τον έρωτα, όχι με τους άνδρες μόνο. Βασικά τι συζητάμε! Ο έρωτας είναι ο πρωταγωνιστής της τραγωδίας. Δεν αυτά τα φοβερά "ωμέγα", τι οδύνη, τι ηδονή.
Κι αν δεν ήσουν Ελληνίδα, ας πούμε; Πιστεύεις πως θα είχες την ίδια αίσθηση της τραγωδίας, του πεπρωμένου;
Μα τι συνέντευξη (τι παράνοια, τι μονόλογος με φωνές)! Δεν νομίζω πως έχει να κάνει ("έχει να κάνει"...) με την ελληνικότητα. Με την Ασία έχει να κάνει, μ'αυτή τουλάχιστον την όψη της ελληνικότητας. Με τα άκρα. Με τη νοσταλγία. Τη γεωγραφία. Τα παράλια. Δεν θέλω να μιλάω λες και μιλώ για χαμένες πατρίδες, αλλά ίσως ασυναίσθητα να υπεισέρχεται κι αυτό. Η τραγικότητα στην ουσία μ'έχει βοηθήσει πολύ στη ζωή. Γενικά νιώθω πολύ ισορροπημένη. Σκέφτομαι τελευταία την επιρροή που μου ασκεί από μικρή (γράφω γιατί περιμένω - γράφω όσο περιμένω) η ιδέα των "παθών". Θα'λεγε η γιαγιά μου για κάποιον: "ήταν άνθρωπος με πάθη". Ή θα έπινε πολύ ή θα είχε πολλές γυναίκες ή άνδρες. Αναρωτιέμαι αν, κι εγώ, σε μια πιο παραδοσιακή κοινωνία θα χαρακτηριζόμουν ως "άνθρωπος με πάθη". Τι υπέροχη λέξη, το ρήμα "παθαίνω". Μοιάζει ενεργητικό κι όμως είναι απόλυτα παθητικό. Υφίσταμαι. Το πιο σημαντικό ρήμα στην αποψινή μου μυθολογία (θα γράφω όσο περιμένω - μέχρι να κοπεί ξαφνικά το νήμα και να το ξαναπιάσω αύριο, μεθαύριο...). "Παθαίνω". "Παθαίνομαι", όπως αστειευόμαστε με τους φίλους. Αλίμονο, τραγωδία κι ορθοδοξία μαζί, τι μας δόθηκε. Και χωρίς να γνωρίζω ούτε το ένα ούτε τ'άλλο νιώθω πως τα'χω συνάξει όλα. Beauty goes with pity, είχε πει σε μια διάλεξή του στο Cornell o Nabokov. Επειδή η ομορφιά είναι παροδική. Κι ίσως - ίσως αυτή να'ναι η προσωπική μου τραγωδία που φυσικά δεν έχω τολμήσει να διατυπώσω. Αυτή η αυτανάφλεξη που την στιγμή που συμβαίνει είναι ό,τι πιο εξαίσιο υπάρχει. Τραγικός είναι στην τραγωδία κάποιος που δεν ξέρει (μαθαίναμε στο σχολείο). Εγώ νομίζω πως τραγικός είναι κάποιος που ξέρει - αχ πόσο ξέρει. Και βέβαια έχει την έπαρση που νομίζει πως μπορεί να διατηρεί λόγω αυτής της γνώσης - λες κι οι άλλοι δεν ξέρουν. Παίζω απόψε με τις λέξεις λες κι είναι κύβοι. Χοντροκομμένοι και μ'ορθές γωνίες.
Κουράστηκα να γράφω: lasse d'espérer. Lasse de désespérer επίσης. Πάω και κουρνιάζω. Κι αν μου πεις πως πρέπει να βγω στη γύρα πάλι θα λιγοθυμήσω (καιρό ήθελα να το γράψω με 'γάμα'). Κι αυτή τη λιποθυμία, δεν την έχω δει να μιλιέται πουθενά. Πέρα από το lasse d'espérer του Camus, και τις ακακίες φυσικά της Clarice Lispector, πουθενά. Και θα το ήθελα - από τις γυναίκες - να το δω.
Δεν έχω πολλά...
Δεν έχω πολλά....
Ο κόσμος σαν να το ξέρει και δεν μου ζητά πολλά.
Γράφω αδρά διότι δεν μπορώ αλλιώς. Αν είχα ταλέντο θα'γραφα avec souplesse.
Αυτό το γράψιμο πήρε μισή ώρα. Μισή ώρα αυτή η αρχή του τετραδίου. Αναμονή, αυτό. Κι οι λέξεις που δεν έχουμε - άλλοι τις είχαν. Δώσε μου δυο κύβους και θα παίξω μαζί τους και θα σου γράψω όσο πιο απ'την ψυχή μου μπορώ.
Blues for the orient.
Δεν έγραφα πάντα από το στομάχι. Καινούρια μόδα αυτή. Τι τρόπος να εγκαινιάσω τους μήνες Νοέμβρη - Δεκέμβρη. Σαν μεταξοσκώληκας. Κλεισμένη και με προσωπικό κόστος. Έχω αποθρασυνθεί στις παρομοιώσεις μου - δεν έχω δει τ ί π ο τ ε και θέλω και παρομοιώσεις. Αυτή η αναμονή θα με σκοτώσει όπου να'ναι. Προσπαθώ να σέβομαι τους άνδρες -έχω καταλάβει πως η λύπη τούς έρχεται ως μεγαλύερο σοκ. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνω τι διακυβεύεται. Άλλο η Φαίδρα κι άλλο ο Ιππόλυτος το χαζοχαρούμενο.
Αλέγρα! Αλέγρα να είσαι! Τι το θέλεις να βαρύνεις, dear darling; Αυτό το διαμέρισμα σου, έξοχο, και φιλόξενο, αλλά πρόλαβες ήδη να το ποτίσεις με την προσμονή σου. Ώρες κι άκαρπη μοναξιά. Νεότητα που δεν αντέχεται.
"Φεύγω από το σπίτι. Δεν είναι αργά για σένα; Έρχομαι".
Πολύ νέα και πολύ μεγάλη μαζί. Ηλικία: η αρχαιότητα μέσα στη λέξη.
Βλέπεις, μόνο να αισθάνεσαι τον χρόνο μερικών λέξεων ξέρεις.
"Δεν είναι αργά για σένα;"
Και το ραδιόφωνο δώσ'του να παίζει πορτογαλέζικα.
Ετικέτες
Γερτρούδης μίμηση,
γλωσσικά,
old habits die hard,
parigi
Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2016
Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016
Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016
Nathalie
SARRAUTE
I think that in every book we put a lot of experience that we have ourselves lived more or less, or imagined ourselves, that there is not a single book that doesn't contain an experience. Even with Kafka. Kafka didn't live The Trial, but there is a whole universe in which he lived, which was close to him and which he translated inThe Trial, or The Castle. It's a transposition; it's a metaphor for something that he felt very strongly, and that we all feel as well.
INTERVIEWER
But it seems sometimes there is a sort of mistrust of autobiography.
SARRAUTE
When it's a real autobiography. That is, one wants to display everything one has felt, how one has been. There is always a mise en scéne, a desire to show oneself in a certain light. We are so complex and we have so many facets, that what interests me in an autobiography is what the author wants me to see. He wants me to see him like that. That's what amuses me. And it's always false. I don't at all like Freud and I detest psychoanalysis, but one of Freud's statements I have always found very interesting, and true, is that all autobiographies are false. Obviously, because I can do an autobiography that will show a saint, a being who is absolutely idyllic, and I could do another that will show a demon, and it will all be true. Because it's all mixed together. And in addition, one can't even attain all that. When I wrote Childhood, I stopped at the age of twelve, precisely because it's still an innocent period in which things are not clear and in which I tried to recover certain moments, certain impressions and sensations.
Nathalie Sarraute, The Art of Fiction No. 115
Interviewed by Shusha Guppy, Jason Weiss; Paris Review
Ετικέτες
ταυτότητες,
city,
parigi
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016
Οι Αρένες της Λουτέτσια
Μια ιστορία (ό,τι και να’ναι: μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα) θα μιλάει για τη ζωή χωρίς αξιώσεις… Ή μάλλον για τη σύνδεση δυο ανθρώπων εκ των οποίων, «φαινομενικά» όπως λέμε, ο ένας δεν ζητάει πολλά και μαθαίνει στον εαυτό του να είναι ικανοποιημένος ενώ ο άλλος δεν μπορεί να κατευνάσει τα εμπύρετα, σχεδόν, κι άυπνα όνειρα επιτυχίας (θέλει να γίνει συγγραφέας, άνθρωπος των γραμμάτων). Πρώτη διαφορά που πιο πολύ φαίνεται παρά είναι διότι ανακαλύπτουμε πως ο πρώτος διατηρεί μια σθεναρή μελαγχολία γι’αυτά που στη ζωή του δεν έκανε. Προσδίδουμε «ίσο» βάθος και στους δυο (όχι εμείς, η ιστορία).
Όμως μια δεύτερη ανισότητα, ή, ας πούμε, διαφορά συμπεριφοράς θ’απασχολήσει το κείμενο και την άυπνη συγγραφέα (που το βράδυ γράφει στο μυαλό της, αφού δεν θέλει και δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι). Ο ένας από τους δυο μπορεί να αγαπήσει πιο πολύ. Πώς το ξέρει άραγε αυτό η συγγραφέας, πώς έχει καταλήξει σ’αυτό το συμπέρασμα; Πάει να πει πως βρίσκει σημαντικό έλλειμα στον σύντροφό της. Του καταλογίζει ρηχότητα. Κάτι που τις πιο κρίσιμες ώρες το ξεχνάει διότι εκεί ισοφαρίζουν μα που στην υπόλοιπη κοινή ζωή τους, κι ακόμη πιο πολύ ακόμα στις ιδιωτικές της ώρες, την τσινγκλάει, κι έρχεται κι ενώνεται αυτός ο εκνευρισμός με τα ισχνά κείμενα που κατορθώνει αυτές τις μέρες και νιώθει σαν ένας τεράστιος, παραγεμισμένος όγκος που δεν χωράει πουθενά. Η ιστορία προς θεού δεν θέλει να κρίνει ή να προσεταιριστεί τις απόψεις ή την οπτική κάποιου. Είναι πρωί Σαββάτου, και φτιάχνει τον καφέ της, μ’αργές κινήσεις, εξαίσια ησυχία στη γειτονιά (αν και την ξύπνησαν οι σκουπιδιάρηδες -καημένοι κι αυτοί, σκέφτεται- στις οκτώ. Μετά κάπως ξανακοιμήθηκε αλλά είδε έναν ερωτικό εφιάλτη που σχετιζόταν με τον μπαμπά μιας φίλης της κι όταν ξαναξύπνησε, ήταν πιο αβέβαιη ακόμη κι απ’ό,τι ήταν πριν αποκοιμηθηεί την προηγουμένη). Μια γιαγιά στην απέναντι πολυκατοικία ασχολείται με τις ορτανσίες της. Αυτή δεν έχει παρά μια λεβάντα. Δεν θέλει παραπάνω. Την πήρε από κάτι Κινέζες, πολύ ευγενικές, στη rue Vavin. Την λεβάντα την λέει Λουσία, η μάνα της κι η τυφλή κόρη του James Joyce. Διαβάζει αυτές τις μέρες τον Οδυσσέα. Τι έξαψη! Πηγαίνει τα βράδια, αφού τελειώσει με τη δουλειά, στη βιβλιοθήκη της Sainte-Géneviève στο Πάνθεον κι ανάμεσα στα νεαρά καλωδιωμένα Γαλλάκια βγάζει το βαρύ βιβλίο -προσοχή να μην τσακιστούν οι σελίδες- κι αρχίζει και το πασπατεύει αποφεύγοντας ακόμη να το διαβάσει με τη σειρά. Αν είναι τυχερή γύρω στις οκτώ ο φίλος της που θα’χει τελειώσει κι εκείνος από τη δουλειά, θα της στείλει μήνυμα. Θα την καλεί σπίτι του. Τότε η έξαψη του Joyce θα βρει αντίκρυσμα λιγότερο μοναχικό από τη χαρά που συνήθως κρατάει, διατηρεί, μόνη της. Θα βάλει το βιβλίο στην τσάντα προσεκτικά αλλά γρήγορα, θα μαζέψει τα σβηστήρια απ’το τραπέζι και θα κατευθυνθεί προς την έξοδο εκεί όπου εκτείνεται η «αμαρτία του Παρισιού», όπως γράφει ο Δουβλινέζος. Τι χαρά που θα’χει, πεινασμένη, θα θέλει να τον δει. Θα πάρει ένα ποδήλατο από την πλησιέστερη στάση, θα κατηφορίσει ως το Λουξεμβούργο (τι μαλακός αέρας απόψε! Εύκολα τα πράματα!) και μετά θ’ανηφορίσει ως τη Denfert-Rochereau κι από κει μια ευθεία ως την Alesia. Κοντά στο σπίτι του φίλου της υπάρχει ένα ψιλικατζίδικο όπως θα λέγαμε στα ελληνικά, και μικρό μανάβικο μαζί. Από κει θα πάρει ένα φτηνό (μα καλό) κόκκινο κρασί κι ίσως ένα camembert. Σεπτέμβρη παίρνει ένα τσαμπί σταφύλια. Τον Μάη παίρνει κεράσια, κι όλο και κάποιος λεκιάζεται έπειτα. Περπατάει ως την πόρτα του φίλου της λες κι είναι τρελή, τυφλή, από άλλη ζωή. Δεν ανησυχεί για τίποτε διότι ο χρόνος εξανεμίζεται ως παράμετρος. Είναι ένα κύμα που μες στην πόλη θα τους φέρει κοντά. Δύο σώματα που καλύτερα κιόλας να μην έχουν μιλιά, να μην έχουν λόγο.
Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016
Variations on a day
Ώ πώς πέρασε η ώρα! Έτσι δεν τελειώνουν κάποια ποιήματα, με την κατακλείδα να σημαίνει σαν ρολόι το πέρασμα μιας ώρα που -αλίμονο- έγινε ζωή. Στάθηκα στη γέφυρα απόψε στο σούρουπο, έτυχε να περνώ, και σκέφτηκα να παίξω με τη φωτογραφική του κινητού μου. A, στην αρχή, αδιάφορες, εικόνες, δεν έδιναν κάτι. Μα το φως άλλαζε, φυσικά, βράδιαζε. Με κομμένο το στομάχι, αόριστα, χωρίς λόγο κι αιτία, από κάποιο ennui κι απ'τους φίλους που λείπουν στην εξοχή - μέχρι που έστρεψα την κάμερα και προς εμένα, αν κι η έκφραση αυτή είναι πια παρωχημένη. Πάτησα 'front facing' και κάτι κουνήθηκε, χωρίς τον εξωγενή ήχο. Απτική ανάδραση. Με κλαρίνο και τουμπερλέκια μια παρέα κάτω από τη γέφυρα αυτοσχεδιάζουν. Τους πλησιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σας πω για τον κλαρινετίστα. Μια Ήπειρος κι ένας Eric Dolphy μαζί. Η σωτηρία μου θα'ναι αν γράφω, αν από κει πιαστώ. Le malaise, από το πολύ ίντερνετ. Καταναλώνουμε τις ζωές των άλλων δίχως σκέψη και συμπόνοια ποτέ. Να'ναι καλά ο Τσαγκαρουσιάνος που γράφει γι'αυτά τα φαινόμενα, τολμάει να πει για τη λίγη μας ζωή και κάπως όλα απαλύνουν. Τι λόγο έχω - ένα φωταγωγημένο bateau mouche μόλις περνάει και μας κάνει όλους να λάμψουμε, παιδιά καθισμένα στην όχθη, les amoureux des bancs publics. Ω θέε μου. Εδώ που είμαι αυτό που κάνω. Ένα ακόμη μπατώ μύγα αυτή τη φορά σκοτεινό με πορτοκαλιά φώτα, οι επιβάτες στο κατάστρωμα μιλάνε κινέζικα. Γιατί γράφεις; Ποιος στο'πε; Ποιος δαίμονας ή ποιος ψυχίατρος. Σκέφτομαι το αυτοπορτραίτο μου. Σκυθρωπή μα σοβαρή μα μόνη. Πέρασε ένας χρόνος και κάτι, ήμουν και πέρσι εδώ. Ήμουν και πρόπερσι - μα όχι το καλοκαίρι. Ναι, αν μπορούσα να σας πω τι βάλσαμο είναι αυτή η μουσική τώρα. Δίσκος της ECM μα καλύτερα! Και το αεράκι... Ομορφιά που δεν σου επιβάλλεται. Τώρα ένα μπατώ μύγα disco! Privé party. Η ποπ του μας καλύπτει. Αν είχα λίγο, έστω λίγο, από το ταλέντο του Κορτάσαρ, ή της Κλαρίς.

Μα από την άλλη έζησαν κι αυτοί πριν την ωμότητα αυτή: ίντερνετ, όπλα, συνδεσιμότητα, φωτογραφημένα κι αναρτημένα φεγγάρια. Ποια πανσέληνος: το τηλεφώνημα από την Ελλάδα. Η Νίκη στο Ντακάρ - πόσο την σκέφτομαι.
Η παρέα μου. Τώρα πια νύχτωσε. Οι μουσικοί έχουν περάσει σε μια παραλλαγή του θέματος - σουρούπωνε αργά, στην άκρη του
μπεντίρ το πρώτο χτύπημα και το
δεύτερο, μαλακά, στο κέντρο.

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016
Νεράντζια και πέτρες
Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli.
Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)
Ετικέτες
Άνθρωποι,
γυρνάω,
ποιητές,
old habits die hard,
parigi
Σάββατο 9 Ιουλίου 2016
Tu prenais des plaisirs à faire des ronds dans l´eau

I'm writing to you from the metro, and will hopefully finish the letter and send it off from my apartment. I'm coming back from Belleville tonight, where I met with a friend. Her name is Maria, she took me tonight to a small, lovely square called St. Marthe's. Do you know it? The Martha and the Marias, as concretely and painfully real as some Velasquez painting. The atmosphere has been festive; on est en finale, les filles!, a young woman was shouting in the metro gleefully. The French made it to the final.
I walked in your steps tonight, the painting on the wall of the African woman carrying her baby wrapped around her back, an almost iconography, opposite the cafe marked by the November attacks, a figure you have photographed and sent to me, she told me so. The cafe was particularly busy, more than others, filled with people with painted flags on their cheeks. Just now two young boys entered the metro with speakers blasting 'celebrate tonight, come on!'.
As Maria and I were walking alongside the Canal St. Martin, talking of the past events, we were struck by an unusual sight. A heterogeneous crowd of people were hosting what seemed like an improvised vigil right under one of the ponts. A woman all dressed in black, wearing a black veil over her head, featured prominently. Next to her, a man of 'Parisian air' and flair was standing, sipping from his glass of red wine. A few young people in their late teens were sitting at the edge of the dark canal. In front of them, in the water, a series of a picture of a man in dark sun glasses, floating, was adorned with pink carnations and candles. Floating candles started to populate the whole upper part of the canal. Maria and I passed through the silent crowd (their mood was 'ambivalent' or αμφίθυμος, ('of two moods'), as my friend commented) and climbed on the bridge so that we could have a better view of the gathering, and try to understand... Was that an homage to the victims of the attacks, tastelessly coinciding with the Euro football match between France and Germany, and even more tastelessly, now converging with cheers and frenzied festivities all over the city? But if that was the case, why was the honored dead only one person, and even, multiplied with some rather over-the-top sensibility? As I was looking around I read out loud, mindlessly, the sign on a building just behind the vigil. Centre culturel iranien. But that's it!, cried Maria. Kiarostami! And only now, that I've reached home, and have googled him, do I realize that indeed, the director appears with dark sunglasses in all of his photos, iconic in a distinct, unpretentious way.
Among the Olive Trees... Gil's favorite movie of Kiarostami's. Something extraordinary. Only Kiarostami and the brothers Taviani have shown the olive trees in all their life-giving splendor.
Ετικέτες
parigi
Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014
Saudade
Η πρώτη λέξη που'μαθα. Η πρώτη λέξη που μου'πε, στο πλακόστρωτο προς το σπίτι. Γελούσα μέσα μου, μας τα'παν κι άλλοι, έλεγα, τα ξέρω και στην ελληνική, έλεγα. Δεν πρωτοτυπούν τόσο πολύ οι πορτογαλέζοι, my darling. Τραυματισμένη σας ήρθα, να ξέρετε. Και δώσ'του να γελώ. Γελούσα καθ'όλη τη διάρκεια. Παρίσι βορράς, Παρίσι νότος. Μα δώσ'του να φυσάει ο άνεμος, κι εγώ να γιορτάζω αχόρταγα, να κοιτώ τις λατίνες και να μαθαίνω να χορεύω κι εγώ έτσι θελκτικά, να παραπατώ μεθυσμένη, απ'το κύμα απ'το κρασί κι από τ'όνειρο, βγαίνοντας από τις μαούνες του Σηκουάνα. Να συλλαβίζω τον ρυθμό της samba μήπως και καταφέρω ποιητικό μέτρο. Τά-τα-τα τα-τα-τα. Και δώσ'του να χτυπάει το agogo, αυτές οι δυο καμπάνες των Γιορούμπα (φυσικά στη σύξευξη της Βραζιλίας με την Αφρική είναι που κατάφερα να βρω κι εγώ τον δρόμο μου).
Τα θυμήθηκα αυτά, δεν θα τα θυμόμουν, γιατί έχει απόψε αφιέρωμα στις λατίνες ντίβες στο τρίτο πρόγραμμα. Μετά τις χανούμισσες, να κάτι που θα'θελα να'μουν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








