Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

File d'attente

 Είδε κάτι που εκείνη την στιγμή τής έμοιαξε σαν τη μεγαλύτερη αδικία. Περίμενε στην ουρά για μια έκθεση. Ήταν αργία. Η ουρά ήταν μεγάλη. Προφανώς πολύς κόσμος διάλεξε να δει την έκθεση ανήμερα, ειδικά αφού τα περισσότερα μουσεία ήταν κλειστά. Μπροστά της περίμενε ένα ζευγάρι. Ένας ψηλός, κοντοκουρεμένος τύπος, ντυμένος ωραία, με κουστούμι, ίσως με καταγωγή από τις Αντίλλες. Δίπλα του μια νεαρή κοπέλα με μακριά καστανόξανθα περιποιημένα μαλλιά, βαμμένη προσεχτικά με eyeliner και ματ κόκκινο κραγιόν. Όσο εκείνος πληκτρολογούσε στο κινητό του, η κοπέλα είχε το χέρι της ψηλά στο πίσω μέρος του μηρού του και τον χάιδευε ή τον κρατούσε σφιχτά. Εκείνος όταν έβαλε το κινητό στην τσέπη άρχιζε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του στην πλάτη της πάνω από το παλτό. Είχε μεγάλη παλάμη.
 Εκείνη περίμενε υπομονετικά - δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να παρατηρήσει το ζευγάρι. Ένιωσε όμως (κατάλαβε) πως είχε μια ανάλογη εμπειρία με την κοπέλα επίσης την προηγουμένη, και αισθάνθηκε μια θλιμμένη κι ακατανίκητη ταύτιση μαζί της. Η κοπέλα κρατούσε μια κίτρινη τσάντα. Πήγαινε με τα μαύρα της ρούχα και τις φλογίτσες-ανταύγειες των μαλλιών της. Μόνο που (κι εδώ εκείνη που καθόταν από πίσω και παρατηρούσε ένιωσε να της κόβεται το στομάχι στα δύο) είχε ξεχάσει να βγάλει από το λουρί της τσάντας το πλαστικό από το καρτελάκι. Δεν ήταν τελείως φανερό μα λίγο αν πρόσεχες το'βλεπες. Χθες, όταν θα είχε πάει να ψωνίσει ενόψει του ραντεβού της με τον ψηλό άνδρα, θα είδε την κίτρινη, χτυπητή μα όσο πρέπει τσάντα στα πλαστικά κουτιά λίγο πριν το ταμείο, και θα σκέφτηκε να την αγοράσει. Ήθελε καιρό μια τέτοια τσάντα, όχι πολύ μεγάλη, κατάλληλη για μια βραδινή έξοδο, όπου σε νοιάζει να πάρεις το προτοφόλι σου, το μέικ-απ ίσως, μαντηλάκια ντεμακιγιάζ σε περίπτωση που δεν κοιμηθείς στο σπίτι σου και τίποτε άλλο. Και να'τοι μαζί τώρα, μέρα αργίας. 
 Η κοπέλα που περίμενε από πίσω - πονούσε η μέση της. Κάτι που'μεινε από την εμπειρία της προηγουμένης. Θα μπορούσε να'χει αλλάξει θέση, να'χει κουνηθεί την στιγμή εκείνη,  μα δεν ήθελε να χαθεί η ενέργεια της στιγμής, να μην αλλάξει ο τρόπος... Και τώρα αυτός είχε πάει στις Βερσαλλίες, να κάνει ποδήλατο στην εξοχή και να αδράξει την ελεύθερη μέρα του. Έβαζε φωτογραφίες στο facebook. Όλες φιλτραρισμένες. Κίτρινες, σέπια. Εκείνη μισούσε τα φίλτρα, την έπιανε το στομάχι της. Τι περιττή επεξεργασία! Φίλτρα στο φθινοπωρινό τοπίο! Ένιωθε να τον αντιπαθεί μ'όλο της το σώμα εξαιτίας των πειραγμένων φωτογραφιών που συσσωρεύονταν λεπτό με το λεπτό στο newsfeed της. Λες κι ήταν ξένοι. Λες και το προηγούμενο βράδυ δεν την είχε υποδεχτεί στο σπίτι του μ'ένα βαθύ φιλί, και μια ανάγκη... Λες κι η νύχτα δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. Μα ένιωθε πως ζαλιζόταν, - εκεί στην ουρά που όλο και προχωρούσε πιο κοντά στην είσοδο- πως ανακατευόταν το στομάχι της. Και το κομμάτι από πλαστικό στην κίτρινη τσάντα της κοπέλας... Τον αντιπαθούσε που της είχε πει πως είχε όρεξη να πάει να κάνει ποδήλατο στο δάσος κι όταν εκείνη τον ρώτησε αν θα πάει με φίλους, ελπίζοντας να την πάρει μαζί του, ή μάλλον να το προτείνει, την ρώτησε αν έχει δικό της ποδήλατο. Το ήξερε πως δεν έχει δικό της ποδήλατο. Και τώρα έκανε στάσεις κάθε λίγο στη βόλτα του για να αναρτήσει φιλτραρισμένες φωτογραφίες από τα πεσμένα φύλλα κι από ένα καφέ με μαυρισμένους (αν φαινόταν καλά) από τον καιρό καθρέφτες. 
 Η κοπέλα μπροστά της πιάνει πάλι το πόδι του φίλου της. Το χαιδεύει. Τον κρατάει. Όπου να'ναι θα μπουν κι αυτοί. Μετά είναι η σειρά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου