Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

(Κι άλλα ακόμη) επεισόδια

i. Το ταξίδι μου εξελίχθηκε μέσα σ'αυτή τη μακέτα σκηνικού φτιαγμένη από τον Τσαρούχη. Ένα χαρτόνι, κομμένο στρόγγυλα, περασμένο από μια τρυπούλα σ'ένα πολύ λεπτό σκοινάκι για να μπορεί ν'ανεβοκατεβαίνει χειροκίνητα, είναι το φεγγάρι μπροστά από μπλε φόντο, πίσω από τον Λυκαβηττό. Αυτό το φεγγάρι κι αυτόν τον βράχο τους είδα προχθές από το ταξί καθώς γυρνούσα δυο το ξημέρωμα από την ταβέρνα στα Εξάρχεια όπου μιλούσαμε με τον Χρήστο και την Αλεξάνδρα ως αργά. Αυτή η μπλε Αθήνα, αυτή η μεταμεσονύκτικα "κατάσταση", λέξη που είπαμε με τον Χρήστο πολλές φορές όπως κατεβαίναμε την Θεμιστοκλέους. Κοντά στην πιάτσα των ταξί, κάτω από τη Ροζαλία, σ'ένα μικρό γήπεδο με μια μπασκέτα, μικρά παιδιά, έφηβα αγόρια, παίζαν. Μιλούσαν λίγο απ'όλα, γαλλικά αγγλικά ελληνικά. "Εδώ, εδώ ρε, πάσα". Διασκέδαζαν το σκοτάδι, της μπλε πόλης, των ποιητών που αργά αργά γυρνούσαν στα σπίτια τους. Για μία ακόμη φορά να ξέρω πως αυτό που με νοιάζει είναι να γράφω: να μου συμβαίνουν πράματα και να γράφω. Μία νέα, εξαίσια ελευθερία αρθρώνεται σπονδυλωτά μπροστά μου, λες και δεν υπάρχει πια λόγος να τρελαίνομαι ή ν'απελπίζομαι, παρά μόνο λόγος να υπομείνω. "Γράφ'το, αυτό γράφ'το" έλεγαν εναλλάξ η Αλεξάνδρα κι ο Χρήστος για τα πιο απλά - λες και το μόνο που'χεις να κάνεις είναι να, σαν σώμα, δεχτείς, απλωμένος, αν γίνεται, αφημένος σε κάποια όχθη ή, αν όχι, κέντρο απόκεντρο. Να λογαριάζω; Να μετρώ; Πώς θα το μπορούσα; Δυστυχώς δεν είμαι κάποιος που μπορεί να μετρήσει. Το καταλαβαίνω και πάλι αυτό. Είμαι ίσως πιο πολύ κάποιος που λογίζει, εννοεί ως τέχνη τη συναναστροφή, ακόμη κι αν αυτή την εύχεται, ενδεχομένως, πού και πού, να τη δει να γκρεμίζεται.




Kenji Mizoguchi traveling through Europe, 1953



ii. Η αγάπη που είχε για την πόλη δεν θα μπορούσε να'ναι επιφανειακή, ακόμη κι αν τη διαλαλούσε αυτή την αγάπη όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν φαινομενικά ελαφρά τη καρδία. Η πόλη είχε καταλάβει την πιο βασική της κι ανομολόγητη αδυναμία, τον φόβο της μοναξιάς της και την άγρια χαρά για την ανυπότακτη ελευθερία της. 

Απέφευγε τις γυναίκες γιατί φοβόταν την αυτολύπηση που θ'αντίκρυζε στα πρόσωπα και στα σώματά τους. Κι όμως, είχε τόσο μεγάλη ανάγκη από μια γυναίκα (στιβαρή, και σβέλτη, κι ανθρώπινη) φίλη. Έβγαινε με τους άνδρες φίλους της, και περνούσε η ώρα πραγματικά χωρίς να το καταλάβει, μα δεν αρκούσε. Τη φιλία των γυναικών τελικά την έψαχνε πιο πολύ καιρό, και πιο μάταια, από την αγάπη των ανδρών. Μα ναι, τώρα τις γυναίκες τις απέφευγε για τα καλά - δυστυχώς δεν άντεχε και τη δική τους μελαγχολία. Αν έπαιρνε λιγότερο κατάκαρδα (κατάσαρκα) τα πράματα, ίσως... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου