Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Cruel. Her nature.

Όταν είχε έρθει ο Ανδρέας τον Μάη στο Λονδίνο, πήγαμε σ'ένα πάρτυ. Κάπου βόρεια, δεν θυμάμαι, είχε πολύ κόσμο, παίζαν μουσική με κουμπιά, μινιμάλ μινιμάλ γλυφιτζουράκια. Ήπια πολλές μπύρες, ήταν ωραία, χορέψαμε. Σε κάποια φάση βρέθηκα στο δωμάτιο που κρατούσαν τα πανοφώρια, και πάνω στο ντιβάνι με το βουνό απ'τα μπουφάν (είχε κρύο ακόμη;), κάθισα να ξεθολώσω και δίπλα μου κάθισε μια γάτα. Δεν είχα ξαναπαίξει στην πραγματικότητα με γάτα και η γλώσσα της μου φάνηκε αφύσικα τραχιά. Ήταν φιλική, κι αδιάφορη, ευτυχώς. 

Θυμήθηκα τη γλώσσα της γάτας σήμερα το πρωί, όπως έπιασα να διαβάζω το δεύτερο μέρος από τον Οδυσσέα του Τζόυς. Στο απόσπασμα, ο Λεοπόλδος Μπλουμ καθώς ετοιμάζει το πρωινό μιλάει με τη γάτα.

MR LEOPOLD BLOOM ATE WITH RELISH THE INNER ORGANS OF BEASTS and fowls. He liked thick giblet soup, nutty gizzards, a stuffed roast heart, liver slices fried with crustcrumbs, fried hencod's roes. Most of all he liked grilled mutton kidneys which gave to his palate a fine tang of faintly scented urine.
Kidneys were in his mind as he moved about the kitchen softly, righting her breakfast things on the humpy tray. Gelid light and air were in the kitchen but out of doors gentle summer morning everywhere. Made him feel a bit peckish.
The coals were reddening.
Another slice of bread and butter: three, four: right. She didn't like her plate full. Right. He turned from the tray, lifted the kettle off the hob and set it sideways on the fire. It sat there, dull and squat, its spout stuck out. Cup of tea soon. Good. Mouth dry. The cat walked stiffly round a leg of the table with tail on high.
-- Mkgnao!
-- O, there you are, Mr Bloom said, turning from the fire.
The cat mewed in answer and stalked again stiffly round a leg of the table, mewing. Just how she stalks over my writing-table. Prr. Scratch my head. Prr.
Mr Bloom watched curiously, kindly, the lithe black form. Clean to see: the gloss of her sleek hide, the white button under the butt of her tail, the green flashing eyes. He bent down to her, his hands on his knees.
-- Milk for the pussens, he said.
-- Mrkgnao! the cat cried.
They call them stupid. They understand what we say better than we understand them. She understands all she wants to. Vindictive too. Wonder what I look like to her. Height of a tower? No, she can jump me.
-- Afraid of the chickens she is, he said mockingly. Afraid of the chookchooks. I never saw such a stupid pussens as the pussens.
Cruel. Her nature. Curious mice never squeal. Seem to like it.
-- Mrkrgnao! the cat said loudly.
She blinked up out of her avid shameclosing eyes, mewing plaintively and long, showing him her milkwhite teeth. He watched the dark eyeslits narrowing with greed till her eyes were green stones. Then he went to the dresser, took the jug Hanlon's milkman had just filled for him, poured warmbubbled milk on a saucer and set it slowly on the floor.
-- Gurrhr! she cried, running to lap.
He watched the bristles shining wirily in the weak light as she tipped three times and licked lightly. Wonder is it true if you clip them they can't mouse after. Why? They shine in the dark, perhaps, the tips. Or kind of feelers in the dark, perhaps.
He listened to her licking lap. Ham and eggs, no. No good eggs with this drouth. Want pure fresh water. Thursday: not a good day either for a mutton kidney at Buckley's. Fried with butter, a shake of pepper. Better a pork kidney at Dlugacz's. While the kettle is boiling. She lapped slower, then licking the saucer clean. Why are their tongues so rough? To lap better, all porous holes. Nothing she can eat? He glanced round him. No.

Η γάτα από κείνο το βράδυ.



Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Variations on a day













Ώ πώς πέρασε η ώρα! Έτσι δεν τελειώνουν κάποια ποιήματα, με την κατακλείδα να σημαίνει σαν ρολόι το πέρασμα μιας ώρα που -αλίμονο- έγινε ζωή. Στάθηκα στη γέφυρα απόψε στο σούρουπο, έτυχε να περνώ, και σκέφτηκα να παίξω με τη φωτογραφική του κινητού μου. A, στην αρχή, αδιάφορες, εικόνες, δεν έδιναν κάτι. Μα το φως άλλαζε, φυσικά, βράδιαζε. Με κομμένο το στομάχι, αόριστα, χωρίς λόγο κι αιτία, από κάποιο ennui κι απ'τους φίλους που λείπουν στην εξοχή - μέχρι που έστρεψα την κάμερα και προς εμένα, αν κι η έκφραση αυτή είναι πια παρωχημένη. Πάτησα 'front facing' και κάτι κουνήθηκε, χωρίς τον εξωγενή ήχο. Απτική ανάδραση. Με κλαρίνο και τουμπερλέκια μια παρέα κάτω από τη γέφυρα αυτοσχεδιάζουν. Τους πλησιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σας πω για τον κλαρινετίστα. Μια Ήπειρος κι ένας Eric Dolphy μαζί. Η σωτηρία μου θα'ναι αν γράφω, αν από κει πιαστώ. Le malaise, από το πολύ ίντερνετ. Καταναλώνουμε τις ζωές των άλλων δίχως σκέψη και συμπόνοια ποτέ. Να'ναι καλά ο Τσαγκαρουσιάνος που γράφει γι'αυτά τα φαινόμενα, τολμάει να πει για τη λίγη μας ζωή και κάπως όλα απαλύνουν. Τι λόγο έχω - ένα φωταγωγημένο bateau mouche μόλις περνάει και μας κάνει όλους να λάμψουμε, παιδιά καθισμένα στην όχθη, les amoureux des bancs publics. Ω θέε μου. Εδώ που είμαι αυτό που κάνω. Ένα ακόμη μπατώ μύγα αυτή τη φορά σκοτεινό με πορτοκαλιά φώτα, οι επιβάτες στο κατάστρωμα μιλάνε κινέζικα. Γιατί γράφεις; Ποιος στο'πε; Ποιος δαίμονας ή ποιος ψυχίατρος. Σκέφτομαι το αυτοπορτραίτο μου. Σκυθρωπή μα σοβαρή μα μόνη. Πέρασε ένας χρόνος και κάτι, ήμουν και πέρσι εδώ. Ήμουν και πρόπερσι - μα όχι το καλοκαίρι. Ναι, αν μπορούσα να σας πω τι βάλσαμο είναι αυτή η μουσική τώρα. Δίσκος της ECM μα καλύτερα! Και το αεράκι... Ομορφιά που δεν σου επιβάλλεται. Τώρα ένα μπατώ μύγα disco! Privé party. Η ποπ του μας καλύπτει. Αν είχα λίγο, έστω λίγο, από το ταλέντο του Κορτάσαρ, ή της Κλαρίς. 












Μα από την άλλη έζησαν κι αυτοί πριν την ωμότητα αυτή: ίντερνετ, όπλα, συνδεσιμότητα, φωτογραφημένα κι αναρτημένα φεγγάρια. Ποια πανσέληνος: το τηλεφώνημα από την Ελλάδα. Η Νίκη στο Ντακάρ - πόσο την σκέφτομαι. 












Η παρέα μου. Τώρα πια νύχτωσε. Οι μουσικοί έχουν περάσει σε μια παραλλαγή του θέματος - σουρούπωνε αργά, στην άκρη του 
μπεντίρ το πρώτο χτύπημα και το 
δεύτερο, μαλακά, στο κέντρο. 





Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Νεράντζια και πέτρες

  Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli. 

Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Tu prenais des plaisirs à faire des ronds dans l´eau




I'm writing to you from the metro, and will hopefully finish the letter and send it off from my apartment. I'm coming back from Belleville tonight, where I met with a friend. Her name is Maria, she took me tonight to a small, lovely square called St. Marthe's. Do you know it? The Martha and the Marias, as concretely and painfully real as some Velasquez painting. The atmosphere has been festive; on est en finale, les filles!, a young woman was shouting in the metro gleefully. The French made it to the final.


I walked in your steps tonight, the painting on the wall of the African woman carrying her baby wrapped around her back, an almost iconography, opposite the cafe marked by the November attacks, a figure you have photographed and sent to me, she told me so. The cafe was particularly busy, more than others, filled with people with painted flags on their cheeks. Just now two young boys entered the metro with speakers blasting 'celebrate tonight, come on!'. 


As Maria and I were walking alongside the Canal St. Martin, talking of the past events, we were struck by an unusual sight. A heterogeneous crowd of people were hosting what seemed like an improvised vigil right under one of the ponts. A woman all dressed in black, wearing a black veil over her head, featured prominently. Next to her, a man of 'Parisian air' and flair was standing, sipping from his glass of red wine. A few young people in their late teens were sitting at the edge of the dark canal. In front of them, in the water, a series of a picture of a man in dark sun glasses, floating, was adorned with pink carnations and candles. Floating candles started to populate the whole upper part of the canal. Maria and I passed through the silent crowd (their mood was 'ambivalent' or αμφίθυμος, ('of two moods'), as my friend commented) and climbed on the bridge so that we could have a better view of the gathering, and try to understand... Was that an homage to the victims of the attacks, tastelessly coinciding with the Euro football match between France and Germany, and even more tastelessly, now converging with cheers and frenzied festivities all over the city? But if that was the case, why was the honored dead only one person, and even, multiplied with some rather over-the-top sensibility? As I was looking around I read out loud, mindlessly, the sign on a building just behind the vigil. Centre culturel iranien. But that's it!, cried Maria. Kiarostami! And only now, that I've reached home, and have googled him, do I realize that indeed, the director appears with dark sunglasses in all of his photos, iconic in a distinct, unpretentious way.


Among the Olive Trees... Gil's favorite movie of Kiarostami's. Something extraordinary. Only Kiarostami and the brothers Taviani have shown the olive trees in all their life-giving splendor.



Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Πήρα απ'το χέρι σου νερό...

Τι έχω πάθει με τον Άκη Πάνου! Τα λόγια του καθηγητή μου από το Κονγκό για να περιγράψει τους Αδερφούς Καραμαζώφ μου'ρχονται στο νου: je n'ai jamais lu quelque chose de si ample, de si déchirant. O Aλιόσα που σκύβει κι υποκλίνεται και φιλάει τη γη και της ρίχνει τα δάκρυά του με έκσταση και συντριβή. 

Κι έπειτα, αυτή η βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων και των καημών που μόνο σε μεστά, βαθιά και βαριά μυθιστορήματα βρίσκει κανείς. George Eliot και Joyce. Μα είναι δυνατόν; 

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


Τελευταίες μέρες εδώ. 

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016



Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Eric Dolphy

Και Julio Cortazar. Τα ημερολόγια του Battersea. 














Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Το μεγαλύτερο κακό

Το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει αυτή η κυβέρνηση το βρήκα χθες στις ειδήσεις, στην εξής φράση : 'οι ύποπτοι αλληλέγγυοι'. Συνοψίζεται εδώ εύσχημα η συστηματική κι εργαλειακή διαστρέβλωση των εννοιών που ζούμε τόσο έντονα τον τελευταίο ένα χρόνο. Και βέβαια αποτυπώνεται τόσο γλαφυρά, μέσα σ'αυτή την παροξυσμική φράση, αυτή η λυκοφιλική συμμαχία της δήθεν αριστεράς με την ακροδεξιά. Ο αλληλέγγυος έγινε ύποπτος. Ήταν θέμα χρόνου.

Κινδυνεύουμε από δαύτους. Αποχαυνωμένοι τους κοιτάμε. Κανείς δεν σαλεύει, δεν κάνει να πει κάτι. Μας παίρνουν τη γλώσσα, κι είμαστε ακόμη πιο ακρωτηριασμένοι. Κι ως συνήθως, βλάπτονται πρώτα οι πιο αδύναμοι κι απροστάτευτοι. 

Τέλος πάντων, δεν θα κάνω τώρα λογοτεχνία με πράγματα της επικαιρότητας (γιατί όχι βέβαια). 



Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Λέξεις που δεν υπάρχουν


Καλησπέρα σας. Θα γράψω αυτό το κείμενο σαν ραδιοφωνικό εκφώνημα. Καλησπέρα σας, κι ο βόμβος της πόλης, η τύρβη, οι λέξεις. Καλησπέρα σας από το κέντρο της Αθήνας, οδός Φιλελλήνων γωνία με Ναυάρχου Νικοδήμου. Να ζήσουν οι μέρες σαν κι αυτές! Αναπνέω ξανά. Στο μπαλκόνι αυτό. Όλοι δηλώνουν σε κατάθλιψη, και είναι, κι εγώ φωνάζω πως αναπνέω. Δεν θέλω να γυρίσω στο Λονδίνο! Να πάει να καεί. Απαίσια πόλη. Απαίσια. Γράφω και ζητώ την καταστροφή - περπατώ εκεί και ζητώ την καταστροφή! Αν είναι να μου ταιριάζουν τα μικρά, ας έχει. Δεν θέλω πολλά πράματα φαντάζομαι. Δεν το ξέρω διότι λαμβάνω όλη την οικονομική στήριξη από τους γονείς μου. Όμως φαντάζομαι πως δεν θέλω πολλά πράματα. Σήμερα στηλώθηκα. Επισκέφτηκα το ΕΛΙΑ και διάβασα χειρόγραφες επιστολές της Βακαλό. Μετά έκανα μάθημα Ισπανικών με τον Χ. στο “Θερβάντες” όπου δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα στροβιλιζόμουν σε μια δίνη λέξεων, που δεν χρειάζονται υπεράσπιση, από τον Λόρκα και τον Θερνούδα. Και μετά μεσημεριανό στη γωνία Νίκης με Ναυάρχου Νικοδήμου, σκηνικά από τον Καβάφη. Μετά βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Στο Θρόνο της Αμαλίας, την πέτρα απ’όπου αγναντεύεις το Θησείο, δυο κοπέλες φιλιόντουσαν. Και μετά ο τσολιάς της Προεδρικής Φρουράς, το μουστάκι του και το τσαρούχι του, και μετά η στεγνή Ισπανική κρήνη, αλλού τα νερά κελαρύζουν, στα αυλάκια πιο πολύ, όπου έχουν πέσει νεράντζια στους μικρούς αυτούς καταρράκτες. Τι σημασία έχει αν γράφω καλά. Απόψε αισθάνομαι. Γύρισα πριν από λίγο αφού αγόρασα μερικά φρούτα. Άκουσα έναν άνδρα, ψηλό και μελαχρινό, να λέει πόσο ζουμερά είναι αυτά τα μανταρίνια που του δώσανε. Καθώς έβαζα δυο “γκόλντεν” στη σακούλα, του είπα, με συγχωρείτε, ποια είναι αυτά τα μανταρίνια που είπατε; Μου φάνηκε πως ξαφνιάστηκε, μετά μου τα έδειξε. Μεγάλα, πλακουτσωτά, με μαύρες κηλίδες, δεν σου γεμίζουν το μάτι με τίποτα. Εγώ είμαι μανταρινάς, μου κάνει, αυτά είναι πολύ ζουμερά. Έβαλα τέσσερα πέντε στη σακούλα, διάφορα μεγέθη, τα πασπάτευα πρώτα, όλα ήταν με σκληρή φλούδα όπως τα φανταζόμουν. Ο τύπος είπε στη μανάβισσα, από την κοπέλα θέλω ποσοστό, κι εκείνη κάτι είπε πως τότε είναι που θα την βάλει μέσα η εφορία μια και καλή. Η κυρία μπροστά μου ζητούσε ένα ώριμο μάνγκο για αύριο το πρωί, μα δεν είχαν, αποκρίθηκε η μανάβισσα, το΄δωσαν και το τελευταίο καλό. Πλήρωσα κι εγώ, κι ο άνδρας μου’πε, καλοβράδυ. Καλοβράδυ. Καλή διασκέδαση. Διασκέδαση; ρώτησα κι έφυγα πρώτη φορά με ερώτηση. Τέλος πάντων, τώρα ανέβηκα στο δωμάτιο με όρεξη πολλή να γράψω, να αναπνεύσω, να μείνω για πάντα εδώ, στην άνοιξη αυτή της γλισίνας και της νεραντζιάς. Να γράψω ένα χρονογράφημα για την πόλη που όλοι λένε, και το βλέπω κι εγώ, πως μαραζώνει. Και θα ήταν λανθασμένο, επιβλαβές μάλλον, να πεις ρομαντικά πράματα για αυτήν την πτώση. Μα έλα που μέσα σ’αυτό το χάος υπάρχει τόση ποίηση. Σ’αυτό το ακανόνιστο πράμα, τώρα θα γεννηθεί μπόλικη ποίηση, τώρα γεννιέται και γίνεται. Όχι κατά παραγγελία όπως μάς θέλουν διάφοροι σταλινικοί κι ανέραστοι υπουργοί, μα γιατί το πράμα πάλλεται. Έρχομαι από μια μητρόπολη στείρα. Που δυστυχώς έχει δώσει τα ακανόνιστα της προς όφελος μιας ζωής πιο κατανομημένης, που φαινομενικά κυλάει. Μα εμένα δεν μου φαίνεται πως κυλάει, το αντίθετο μάλλον, μου φαίνεται πως μαγκώνει σε κάθε αναποδιά. Κι αναποδιές συμβαίνουν. Δεν φτάνει το λεωφορείο στα πέντε λεπτά που θέλαμε και μας χαλά η μέρα, δεν κοιτάμε πια κανέναν. Ίσως να ακούγομαι σαν να γράφω από το 1821. Αλλά να πούμε και κάτι: και στο 2016 που φτάσαμε, βλέπω πως κάνουμε τρία πράματα λιγότερο απ’ό,τι παλιότερα: σπάνια διαβάζουμε ενότητες κειμένου, παρά μόνο θραύσματα, ένα· σπάνια γράφουμε, παρά μόνο κατευθείαν στο δημόσιο μάτι, στη βιαστική ανάρτηση, δύο· και τρία, σπάνια μας βλέπω να κάνουμε αυτό που λέμε ωραία στα αγγλικά “come together”. Ο καθένας μόνος του κυρτός. Περνούν οι μέρες μας έτσι. Δεν νομίζω πως είμαι εγώ η οπισθοδρομική… Βέβαια, πόσο να αντισταθεί κανείς σε παγκόσμιες ταχύτητες που μοιάζουν πια τετελεσμένες. Γιατί γράφω, θέε μου; Να ζήσω σ’άλλους καιρούς πριν το ίντερνετ δεν μπορώ. Να ζήσω σ’άλλη χώρα, αν το θέλω, μπορώ. Και αν δεν είχα στερηθεί οικειοθελώς την Ελλάδα για τέσσερα-πέντε χρόνια τώρα, αυτά που λέω δεν θα τα’λεγα το πιθανότερο. Θα πρέπει να διαλέξω. Έχω η ίδια ευθύνη πια. Κανείς άλλος. Βλέπω τι λένε όλοι: εδώ δεν υπάρχει μέλλον. Φύγε όσο έχεις καιρό. Ή, στην χειρότερη, κάνε τη ζωή σου έτσι ώστε να μπορείς να έρχεσαι. Να έρχεσαι. Αέρας αρωματισμένος, με ζεμυαλίζει απόψε. Κατάλαβα και τη μαμά μου από το τηλέφωνο, με το που άρχισα να της λέω για τα λουλούδια και την άνοιξη που την νιώθεις, θα κούνησε το κεφάλι και είπε κάτι, πως, σαν την άνοιξη της Αθήνας δεν έχει, με μια νοσταλγία που δεν θα την περίμενες από μια γυναίκα που έχει δει κι αποδεί τα τελευταία πέντε έξι και βάλε χρόνια μες στην ελληνική πήχτρα. Μα έτσι ζούμε. Δεν ξέρω. Διάλεξα να πάω στην Αμερική γιατί με έπνιγε το σχολείο, δεν ήθελα με τίποτα το ελληνικό πανεπιστήμιο, και διαισθανόμουν μια εξαίσια μεγαλότητα, πώς να πω, άπλα, εκεί έξω. Και την βρήκα! Μα τω θεώ. Μα βρήκα μαζί και την πρώτη χώρα. Και μετά στο Παρίσι… Στο Παρίσι ερωτεύτηκα τη λογοτεχνία, επιβεβαιώθηκα πως έχω τα πάθη μου μέσα στη γλώσσα. Βρήκα ανθρώπους που ένιωθαν αυτόν τον παλμό στο σώμα τους! Ίσως στο Παρίσι να πρέπει να καταλήξω. Αθήνα Παρίσι για μένα είναι το ίδιο, αλήθεια. Σε πόσους θα ακούγεται παρανοικό αυτό, επικίνδυνο στην αφέλειά του. Εξιδανικεύω - λέξη που χρησιμοποίησε ο Χ. σήμερα. Ο Χ. κι ο Καβάφης. Να διαβάσω τον ποιητή, φυλάει τις απαντήσεις, όχι με έναν τρόπο κρυμμένου θησαυρού ή εργαλιακής γνώσης, θέε μου, όπως θα το ήθελε ο υπουργός, μα με μια κάψα ζωής και της δοκιμασμένης τέχνης. Τέλος πάντων, γράφω έτσι, πολύ απλά, σημειώσεις μιας νύχτας που θέλω να μείνει. Μέσα βαθιά στη γλώσσα, ελληνικά κι ισπανικά ακόμη, στα δρομάκια, στις σκιές, τα πλακόστρωτα, το γέλιο αυτό στον δρόμο, η Φιλελλήνων κι έπειτα η Συγγρού. Αν είναι να μας φάει το μαράζι, η προσφορά μου δεν θα μπορούσε να’ναι αυτός ο ενθουσιασμός; Αναρωτιέμαι με το χέρι στην καρδιά. Το ζήτημα του βιοπορισμού μπαίνει εδώ, τι θα κάνω για να ζήσω γαμώ το κεφάλι μου; Κάτι θα βρω. Το Γαλλικό Ινστιτούτο, το ένα τ’άλλο, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αν δεν τα γαμήσει ο Φίλης. Δίνουμε την χώρα σε άλλους. Δεν πρέπει. Χίλιες λέξεις μονορούφι έγραψα. Ο ανθοπώλης από κάτω ξεφορτώνει το αγροτικό του και βάζει τις γλάστρες μέσα στο μαγαζάκι του. Μάλλον θα κλείσει για απόψε σύντομα. Κέντρο απόκεντρο. Όχι πολλά, μια ήσυχη, γι’απόψε, ευτυχία.




Φωτογραφία αποσπάσματος από επιστολή της Ε. Βακαλό στον Θράσο και την Ελπίδα Καστανάκη. Η ποίητρια γράφει (δυσανάγνωστα), Τι να γίνη όμως. Θα φέξη πάλι. πηγή: ΕΛΙΑ

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

163 W 10th

Ήθελα πολύ να γίνω συγγραφέας. Να ξοδέψω την ζωή μου με λέξεις, μέσα σε λέξεις, με φούρια και πάθος και κύματα που έρχονται από μακριά. Μερικά μυστικά με εμπόδισαν να γράψω με το όνομά μου, και μερικές άλλες αγκυλώσεις δεν μ'άφησαν παραπάνω να πω. Θα βρουν τα μέιλ μας πιστεύω, κάποιος μελλοντικός αρχαιολόγος που δεν θα'χει πια πού να σκάψει. Κάτι το αποκωδικοποίητο θα είμαι. Ένα μάγμα, μια χαμένη γλώσσα. Ρωγμές, χαλασιές που δεν πρόλαβαν να γίνουν, δυο τρεις πόλεις. Θεσσαλονίκη πρώτα. Το κλαμπ στη Νέα Υόρκη, εκεί που υπήρξα. Ελπίζω να μην πρόκειται για φτηνό κοσμπολιτισμό έτσι που παρατάσσω ονόματα. Για έρωτα πρόκειται, για τόσο πόσο αντέχω. Από δω ως εκεί.