Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014
Το ψηλοθόλωτο κύμα/ Σιθωνία, Βιέννη, Παρίσι και πάλι πίσω

Είναι η μέρα του Kokoschka σήμερα.
Στάθηκα μπρος από αυτόν του τον πίνακα, In the Garden II, του 1934. Θέλω να πω τη λέξη 'καταιγισμός' μα χωρίς να ξέρω γιατί ακριβώς. Σταύρωσα τα χέρια. Δεν ήξερα τι ακριβώς ένιωθα εμπρός σ'αυτή την ελαιογραφία. Εστίαση που σ'οδηγεί ερμητικά προς τον νεαρό ή τη νεαρή, λες και τα υπόλοιπα, μαζί με τις ανθρώπινες φιγούρες και τη θάλασσα ανήκουν στο ντεκόρ - ή στο ονειρώδες - ή στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Ο θεατής ανήκει στη πρωταγωνιστική φιγούρα, θα χρειαστεί να ταυτιστεί και να αναπολήσει επίσης. Το συνοδευτικό κείμενο εξηγούσε πως πρόκειται για μια ματιά στη ζωή μιας έφηβης και στα πρώτα της ερωτικά ρεμβάσματα. Σημειώνε μάλιστα πως ένα από τα κλειδιά της ανάγνωσης του έργου βρίσκεται στο κοχύλι που ακουμπά η άλλη φιγούρα στο αυτί της πρωταγωνίστριας (ή του πρωταγωνιστή, επιμένω στην αμφισημία ως προς το φύλο. Εξάλλου, δεν είναι άτοπο να ισχυριστεί κανείς πως κάπου μπορούμε να δούμε τη μορφή του καλλιτέχνη, ξανθιά κι εύσωμη).
Το πρώτο ξύπνημα... Καλοκαίρια στην άκρη της θάλασσας. Κάτω από τα πεύκα. Να αφουγκράζεσαι τη θάλασσα και σύμπαντα τον κόσμο ακουμπώντας το άνοιγμα του κοχυλιού στο αυτί. Ναι, θυμάμαι.
Γράφει ο Σικελιανός τον Αλαφροΐσκιωτο, κάπου είκοσι χρόνια προγενέστερα του Κόκοσκα κι αποσπασματικά θυμάται και διαβάζει κανείς στεντόρεια:
Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος·
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.
Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.
Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει.
Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!
Entartete Kunst
Εντυπώσεις μιας πολιτείας. Εντυπώσεις απλώς μιας πόλης, πιο πολύ για την καθιερωμένη άσκηση γραφής, για ένα πρωινό σαν και τούτο, λιακάδας. Ο βορράς της Ευρώπης, αυτή η zone, τοπίο με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά και πρώτο πρώτο τον υψηλό, πιο ψηλό από μας, ορίζοντα και τις άγριες κορυφογραμμές, έτσι όπως τις μιμήθηκαν τα μυτερά καμπαναριά των καθεδρικών ναών. Στη Βιέννη ανακάλυψα τον Kokoschka που πιο πολύ ακόμη κι από το έργο του, το θεώρατο και τερατώδες επί χρωμάτων και πταισμάτων, συγκινεί με το πρόσωπό του. Γεωμετρικό, με μεγάλα μάτια, και ρουθούνια που προκαλούσαν τους ζηλόφθονες σχολιαστές τους, τον αποκαλούσαν τέρας με δυο τρύπες στη θέση της μύτης. Ερωτευμένος με τη γυναίκα του Μάλερ, καταδικασμένος κι αυτός για την "εκφυλισμένη τέχνη" του, εξορισμένος σε μια εξορία που περιφρονούσε με όλη του τη ρώμη. Να'τος στα φωτογραφικά του πορτραία, μειδιών, μες στους καμβάδες τους, με θέα τον Τάμεση, η αγέρωχη σκέψη που δεν έχει τίποτα να φοβάται.
Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014
Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014
Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013
I
« Θα σου πω εγώ την αλήθεια. Δεν υπάρχει πόλη να γυρνάς. Ψέμματα κάνεις. Υπάρχει μόνο ένα στριφογύρισμα από το'να σημείο στο άλλο, κι αυτό το λες βόλτα. Κι εσύ, επειδή είσαι και φαντασμένος, το λες βόλτα με το σκοπό από πάνω της πατριδογνωσίας. Μόνο που σ'αυτό το πεδίο - να πώς λέγεται η πόλη σου - μόνο που σ'αυτό το πεδίο λαμβάνει χώρα μια δυστυχία που εσύ, ο μόνος τρόπος για να την φανταστείς, είναι να σου την παρομοιάσουν με έναν έρωτα που'χασες πριν δυο-τρία χρόνια. Μα αν βγεις από το κουκούλι σου, και δεν ξέρω αν θέλεις να βγεις από το κουκούλι σου, θα δεις πως η πολιτεία δεν καταρρέει επειδή το δικό σου, ένα, μόνο, μοναχικό, αδιαίρετο κι αμοίραστο παρελθόν σε σπρώχνει μακριά του - δηλαδή επιτέλους προς τα μπρος. Καταρρέει, παραπαεί, πώς να το πω, συντρίβεται διότι δεν υπήρξε ποτέ αυτή η πόλη πολιτεία, μα χαμόσπιτα διεσπαρμένα, από δω κι από κει. Γι'αυτό κοίταξε, αλήθεια σου το λέω, να μην αφήσεις τη διασπορά μέσα σου να μεγαλώσει. Κράτα κοντά σου όσους έχεις. »
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















