Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Λιμάνι

Ξεκίνησα τη Πλήξη του Μοράβια. 
Επισκέφθηκα τη photobiennale στο λιμάνι. Ξεχώρισα τον Χριστόφορο Δουλγέρη με το φωτογραφικό του κύκλο "Σχολεία". 
Κατά τ'άλλα: η αγριότητα της επιθυμίας να φωτογραφίσεις τα πάντα, το καφέ ΜΥΘΟΣ στον Έβρο π.χ., ώστε να τα σκαλίσεις, να τα απομαγεύσεις, να τα λερώσεις, να τα μετατρέψεις, να τα σχίσεις σε κομμάτια, να τα ξεριζώσεις, να τα κάνεις δικά σου. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να παραβλέψω τον φακό ως ξένο σώμα που ενίοτε εισβάλλει. Ψιλά γράμματα, βέβαια...
Από την άλλη, μπροστά από κάποια άλλα έργα, σκεφτόμουν πως το ξέρω το θέμα, το'χω ζήσει, δεν αντέχω την αναπαράστασή του (έφυγε ο φωτογράφος για λίγους μήνες στο εξωτερικό, αεροδρόμιο Μακεδονία, Βενιζέλος, Γκάτουικ κλπ) - μα αυτό έγκειται σε μία δική μου διάθεση της στιγμής. Είχε και ζέστη, είναι κι η αργία του μήνα... Το σύμβολο: επινόηση για μια ελευθερία μπρος στο κοινό βίωμα. Αν μιλούσε ο Σεφέρης για τον ξεριζωμό δίχως τα σύμβολα, δεν θα άντεχε κανείς να τον διαβάσει.
Ανέμπνευστοι συλλογισμοί. 



Δημοτικό Μεγαλοχώριον
Χριστόφορος Δουλγέρης

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Saudade

Η πρώτη λέξη που'μαθα. Η πρώτη λέξη που μου'πε, στο πλακόστρωτο προς το σπίτι. Γελούσα μέσα μου, μας τα'παν κι άλλοι, έλεγα, τα ξέρω και στην ελληνική, έλεγα. Δεν πρωτοτυπούν τόσο πολύ οι πορτογαλέζοι, my darling. Τραυματισμένη σας ήρθα, να ξέρετε. Και δώσ'του να γελώ. Γελούσα καθ'όλη τη διάρκεια. Παρίσι βορράς, Παρίσι νότος. Μα δώσ'του να φυσάει ο άνεμος, κι εγώ να γιορτάζω αχόρταγα, να κοιτώ τις λατίνες και να μαθαίνω να χορεύω κι εγώ έτσι θελκτικά, να παραπατώ μεθυσμένη, απ'το κύμα απ'το κρασί κι από τ'όνειρο, βγαίνοντας από τις μαούνες του Σηκουάνα. Να συλλαβίζω τον ρυθμό της samba μήπως και καταφέρω ποιητικό μέτρο. Τά-τα-τα τα-τα-τα. Και δώσ'του να χτυπάει το agogo, αυτές οι δυο καμπάνες των Γιορούμπα (φυσικά στη σύξευξη της Βραζιλίας με την Αφρική είναι που κατάφερα να βρω κι εγώ τον δρόμο μου).  


Τα θυμήθηκα αυτά, δεν θα τα θυμόμουν, γιατί έχει απόψε αφιέρωμα στις λατίνες ντίβες στο τρίτο πρόγραμμα. Μετά τις χανούμισσες, να κάτι που θα'θελα να'μουν.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Αnne Carson, και το δώρο από την Αθήνα


Short Talk On the Youth at Night 

The youth at night would have himself driven around the scream. It lay in the middle of the city gazing back at him with its heat and rosepools of flesh. Terrific lava shone on his soul. He would ride and stare.

[από τη συλλογή Short Talks]

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Blue Note και λίστες αλά High Fidelity

Ποιους ανακάλυψα αυτούς τους μήνες. Τα γράφω στα ελληνικά για το χάζι. Kόκοσκα, Ταρσίλα, Μπάντεν Πάουελ, Πετρουτσιάνι, Ρον Κάρτερ, Γιουρσενάρ. Να τους θυμάμαι με κάτι από τη νιότη μου στις συντροφιές à venir που είθε να μου κρατήσουν. 

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Il fait gris

Ιl fait gris à Paris, κι όλο ο νους δραπετεύει κι ονειρεύεται τη Λεωφόρο Νίκης, και ξέρω πως όταν θα'μαι στη Νίκης θα ψάχνω για άλλη χώρα: μοίρα και φύση. Σκέφτομαι την Μάτση, τη γ υ ν α ί κ α ποιήτρια που κάποτε έζησε εδώ κι αφιέρωσε μετά τα γαλλικούλια της στον Ανδρέα Εμπειρίκο, tu m'abysses. Κι η Γιουρσενάρ που τώρα έχω μπρος μου, αφιερώνει τα Διηγήματα της Ανατολής στον ίδιο άνδρα André L. Embiricos, στην πρώτη πρώτη σελίδα τυπωμένο το γνώριμο όνομα. 

Κάθε μέρα περπατώ τη Froidevaux. Κατά μήκος του κοιμητηρίου. Δυό φορές, ίσως και τρεις τέσσερις. Δεν έχω πολλά να πω. Είναι οι λαχτάρες του Μαγιού, που λέει κι η Μάτση, που ασφυκτιούν και περπατούν περίλυπες τέτοιες μέρες γκρίζες. Καρτερώ τα γλυκά απόβραδα.


Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Δεσμός

Δεν ήξερα ότι όταν 
παύουν να σ'αγαπούν 
παύει κι η γραφή. 


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

April is the cruelest month


Reading abandoned
Felix Vallotton

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

τελευταίες αναφορές κι αναμνήσεις

Ο Lee Hazlewood κι η σελήνη. 
Ο Μαύρος Ορφέας κι η Ευριδίκη του, η ταινία του Marcel Camus, κομφετί ολόγυρα.
Aυτή η γειτονιά του Παρισιού, όλες μου οι ανέλπιστες παρέες. Τα κοκκινωπά της φώτα, το βράδυ, που σμίγουν με τον ουρανό, και τα πρωινά στεκόμαστε στο περβάζι προτομή μιας περασμένης φιγούρας. Πώς να ξεχάσει ποτέ κανείς τις πόλεις που του κράτησαν συντροφιά;


Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, στις δικές σου εξωτικές ερήμους,
σαν τον φίλο μου τον Μάθιου που χθες μου περιέγραφε πώς διέσχισε πέντε πολιτείες σε δεκατέσσερις ώρες με μία στάση για ανάπαυση σε ένα ερημωμένο diner. Αυτό θα πει μυθολογία ενός τοπίου. Τραγούδα, Lee, αγόρι μου, φέρε μας ό,τι απέμεινε από μια εποχή στην κόλαση, un sejour aux etats-unis. Να ζήσουμε ψηλά βουνά, να ευτυχήσουμε. Τραγούδα, Lee, μην μας πάρει και μας σηκώσει.

The hurt I hurt is nothing like the hurts I've hurt before
The things I feel do not feel like things I've felt before
And the loneliness and the emptiness and the hopelessless are fine
Because some times my cloudy brain remembers for one moment you were mine

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Το σαξόφωνο του Τελευταίο Τανγκό a Parigi






Το ψηλοθόλωτο κύμα/ Σιθωνία, Βιέννη, Παρίσι και πάλι πίσω



Είναι η μέρα του Kokoschka σήμερα. 
Στάθηκα μπρος από αυτόν του τον πίνακα, In the Garden II, του 1934. Θέλω να πω τη λέξη 'καταιγισμός' μα χωρίς να ξέρω γιατί ακριβώς. Σταύρωσα τα χέρια. Δεν ήξερα τι ακριβώς ένιωθα εμπρός σ'αυτή την ελαιογραφία. Εστίαση που σ'οδηγεί ερμητικά προς τον νεαρό ή τη νεαρή, λες και τα υπόλοιπα, μαζί με τις ανθρώπινες φιγούρες και τη θάλασσα ανήκουν στο ντεκόρ - ή στο ονειρώδες - ή στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Ο θεατής ανήκει στη πρωταγωνιστική φιγούρα, θα χρειαστεί να ταυτιστεί και να αναπολήσει επίσης. Το συνοδευτικό κείμενο εξηγούσε πως πρόκειται για μια ματιά στη ζωή μιας έφηβης και στα πρώτα της ερωτικά ρεμβάσματα. Σημειώνε μάλιστα πως ένα από τα κλειδιά της ανάγνωσης του έργου βρίσκεται στο κοχύλι που ακουμπά η άλλη φιγούρα στο αυτί της πρωταγωνίστριας (ή του πρωταγωνιστή, επιμένω στην αμφισημία ως προς το φύλο. Εξάλλου, δεν είναι άτοπο να ισχυριστεί κανείς πως κάπου μπορούμε να δούμε τη μορφή του καλλιτέχνη, ξανθιά κι εύσωμη). 
Το πρώτο ξύπνημα... Καλοκαίρια στην άκρη της θάλασσας. Κάτω από τα πεύκα. Να αφουγκράζεσαι τη θάλασσα και σύμπαντα τον κόσμο ακουμπώντας το άνοιγμα του κοχυλιού στο αυτί. Ναι, θυμάμαι.

Γράφει ο Σικελιανός τον Αλαφροΐσκιωτο, κάπου είκοσι χρόνια προγενέστερα του Κόκοσκα κι αποσπασματικά θυμάται και διαβάζει κανείς στεντόρεια: 

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά.
Στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...

Bοή του πελάου πλημμυρίζει
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος· 
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι.
Δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα.
Γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα.

Σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα 
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια.

Mια βοή φτάνει απόμακρα·
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είν' ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου
- και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει. 

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Bλέπω γύρα. Tο Iόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!