Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

I

« Θα σου πω εγώ την αλήθεια. Δεν υπάρχει πόλη να γυρνάς. Ψέμματα κάνεις. Υπάρχει μόνο ένα στριφογύρισμα από το'να σημείο στο άλλο, κι αυτό το λες βόλτα. Κι εσύ, επειδή είσαι και φαντασμένος, το λες βόλτα με το σκοπό από πάνω της πατριδογνωσίας. Μόνο που σ'αυτό το πεδίο - να πώς λέγεται η πόλη σου - μόνο που σ'αυτό το πεδίο λαμβάνει χώρα μια δυστυχία που εσύ, ο μόνος τρόπος για να την φανταστείς, είναι να σου την παρομοιάσουν με έναν έρωτα που'χασες πριν δυο-τρία χρόνια. Μα αν βγεις από το κουκούλι σου, και δεν ξέρω αν θέλεις να βγεις από το κουκούλι σου, θα δεις πως η πολιτεία δεν καταρρέει επειδή το δικό σου, ένα, μόνο, μοναχικό, αδιαίρετο κι αμοίραστο παρελθόν σε σπρώχνει μακριά του - δηλαδή επιτέλους προς τα μπρος. Καταρρέει, παραπαεί, πώς να το πω, συντρίβεται διότι δεν υπήρξε ποτέ αυτή η πόλη πολιτεία, μα χαμόσπιτα διεσπαρμένα, από δω κι από κει. Γι'αυτό κοίταξε, αλήθεια σου το λέω, να μην αφήσεις τη διασπορά μέσα σου να μεγαλώσει. Κράτα κοντά σου όσους έχεις. »

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

(Εν τω μεταξύ, στη Συρία...)

Που λέει κι ο ποιητής, ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς; Τώρα που τείνω να ξεχάσω. Μια εντολή φαντάζουν όλα, σημαντικά βοηθούμενη  από τοπία που αλληλοδιαδέχονται. 
Φέτος το καλοκαίρι δοκίμασα να μείνω. Τώρα που το καλοκαίρι δύει, ήρθε η ώρα να φύγω.

Oι ταράτσες αυτής της πόλης

Έψαχνα χθες το αγκάθι του φεγγαριού: δεν το βρήκα.

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

ΠΕΣ ΕΝΑ ΑΝΕΚΔΟΤΟ
παρακαλώ

Ολυμπία, η πριγκίπισσα της νύχτας





H μυσταγωγία του θερινού μεσημεριού. Τόπος καμίνι. Το χαλικάκι γδέρνει, το θυμάμαι ξυπόλητη.


Πρόσκυνημα στους παλιούς θεούς, κι η κορνίζα της πρωθιέρειας στα λευκά πάνω από το κρεβάτι. Σ'άλλα μέρη της Ελλάδας, στην ίδια θέση καρφωμένα είναι τα εικονίσματα με τους λιγνούς άνδρες και τα σκελετωμένα δάχτυλα.

Στην Ολυμπία ο ρασοφόρος ιερέας μονιάζει τη μαύρη και λιτή του ορθοδοξία με το εναργές, εκτυφλωτικό και κάποτε βαρύ φως που χρόνια τώρα πέφτει σαν χιτώνας στους γυμνούς ώμους.

Οδός Βάκχου 1 με 13





Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

σημεία των καιρών, εν τη ρύμη του λόγου

Χυδαίοι διασκεδαστές, 
τηλεοπτικοί αστέρες της γρήγορης κατανάλωσης, fast food για μεσημεριανό, μπρος στην τηλεόραση, μάγειρες προγάστωρες, με χοντρά δάχτυλα, δίνουν οικονομικές συνταγές, βάζουν το φαί στο φούρνο με σπόνσορες. Μπαρμπά-Στάθης, το αποτέλεσμα των πανελληνίων, οι περήφανες μαμάδες κι ο δρόμος προς την κομματική νεολαία, η γραμμή
στραβή κι η λόξα του καθενός. Ο δικηγορικός σύλλογος, η διψασμένη ομογένεια κι ο πόνος για τον πομπό της δημοκρατίας που τείθεται σε λαικό προσκύνημα. Το μοιρολόι, να φιλήσει τη σωρό ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος, ο πρωθυπουργός, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο αρχηγός του χωριού, μέχρι κι ο Μπέμπε Γκρίλο. Άμεση δημοκρατία, καλέ, σου λέει. Η πλατεία του Συντάγματος δεν γέμισε, θα'παιζε ματς φαίνεται. Ύφος αυταρχικό, σκέψη απαίδευτη, μουλιασμένη σε κακοδιδαγμένο, στραπατσαρισμένο δόγμα του Χέγκελ. Ο μαρασμός του περιεχομένου, όταν τους ποιητές πια δεν τους διαβάζουμε. Στα σχολεία, βλέπω, διδάσκουν τα αίτια της αθείας, ο εγωισμός του ανθρώπου νούμερο ένα. Το τέλος της φόρμας και του σφιχταγκαλιασμού. Οι ανίκανοι κυβερνήτες, επίσης προγάστωρες μερικοί, που όμως δεν τους ψέγεις μην τυχόν κι απαξιώσεις τους παραπαίοντες θεσμούς. Οι εκπομές της Μενεγάκη κυκλοφορούν σε συλλεκτική έκδοση, διπλή πολυτελής κασετίνα, για τους νοσταλγούς των 90s και του Σώτη Βολάνη. Ασφαλίτες, μπάτσοι, εν τω μεταξύ, και λοιπή ορολογία της γενιάς που νόμιζε πως διάβαζε Βάρναλη όταν καλύτερα αναμασούσε όνειρα της Δαμανάκη, στις άκρες λιγάκι ξεφτισμένα - η γλωσσική μανιέρα, αλλιώς, της ταυτολογίας και της ισοπεδωτικής, toujours άσκεφτης εξίσωσης - το τέλος της σκέψης στην Ελληνική επικράτεια.

Και ποια η θέση μου, μεταξύ του Αιγαίου και της τηλεόρασης της σήψης και της μήνης; Μεταξύ της λυρικής, αναστοχαστικής ανάγνωσης και της αγωνίας των εκλογών και της 'επόμενης μέρας'. Γνωστοί και φίλοι, με προσωπεία σταστισμένα, κομπάζουν να πουν δυο λόγια, να σχηματίσουν βρε παιδί μου μια ιδέα για τον κόσμο. Σαν φοβισμένα ζωάκια του δάσους ρωτούν περιφερόμενα, τι να κάνω εγώ; Μήπως δεν είμαι αρκετά πολιτικοποιημένος εγώ; Και τους βλέπεις, όχι αφ'υψηλού προς θεού, τους βλέπεις με τρυφερότητα, κάποτε και με συμπόνοια, να πνίγονται σε μια κουταλιά νερό.

Μαζεύω παραμάσχαλα το Εν Λευκώ του Ελύτη, βάζω ένα ποτήρι με νερό της βρύσης, και κάθομαι στο μπαλκονάκι μου. Ήσυχη. Τελείωσα με το πανεπιστήμιο, έχω χρόνο να διαβάσω τα δικά μου. Μήπως σμιλέψω τον λόγο, μήπως φτιάξω συνείδηση π ο λ ί τ η. Μοναχικός κι αλληλέγγυος.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Τerra Incognita

Μια καθαρή καρδιά, μια ακριβής λέξη - απόβραδο καλοκαιριού, χαζεύω την απέναντι πολυκατοικία, ο γερτός ηλικιωμένος στο δωμάτιο με το άρρωστο ημίφως, ακριβώς από πάνω οι δυο νέοι, γυμνοί από τη μέση και πάνω, μ'αρέσει να τους κοιτώ να περνούν από παράθυρο σε παράθυρο. Στήνουν άθελά τους παράσταση, τους χαζεύω και πιπιλίζω τη φράση 'η ζωή των άλλων'. 
Να'χει κανείς αγέρωχο σώμα και δυνατή ψυχή. Η αυτάρκεια κι η δίψα κάποτε κοντεύουν η μια την άλλη, γνωρίζονται καλά. 

Προσχέδια - για εσωτερική κατανάλωση. Στίγματα, λίγο πριν βγω για το ραντεβού με τη Nικόλ μου στην Καμάρα.

Ατενίζοντας μια εξαίσια ελευθερία. Η ευτυχία της σκέψης που ελευθερώνεται, έρημη, γυρνάει όπου θέλει, μετά από καιρό... Βράδια που όλοι συγγενεύουν. Γείτονες και φίλοι κι άνθρωποι που καπνίζουν στα μπαλκόνια τους.