Πέμπτη 8 Μαρτίου 2018

Γράμμα στον Ορχάν Π.

Ορχάν Π., 

Χθες περπάτησα στους κήπους του Λουξεμβούργου μετά τη δουλειά. Επωφελήθηκα από την ηλιοφάνεια κι όσο διήρκησε θέλησα να περπατήσω. Πήρα ένα μονοπάτι και το ακολούθησα χωρίς να σκέφτομαι πού με πάει. Κουράστηκα πιο γρήγορα απ΄ό,τι περίμενα κι όταν βρήκα μια αδέσποτη καρέκλα που προφανώς κάποιος είχε τοποθετήσει με καπρίτσιο ανάμεσα στα δέντρα κάθισα μ'ανακούφιση. Από την απρόβλεπτη αυτή θέση έβλεπα μπροστά μου τα γήπεδα του τένις όπου έπαιζαν δυο μικρά παιδιά και διαγωνίως στο βάθος το γήπεδο του μπάσκετ όπου παίζαν έφηβοι και νεαροί άνδρες. Οι άνδρες μού θύμισαν τους συμμαθητές μου στο λύκειο που έπαιζαν ματς που τα έλεγαν "φιλικά" στο διάλειμμα. Ένιωσα μια νοσταλγία για το λύκειο τις μέρες που νιώθαμε την άφιξη της άνοιξης.  Κατάλαβα ότι δεν ήταν άλλο παρά τη νοσταλγία γι'αυτούς τους άνδρες. Αυτή η τυχαία τοποθέτηση στο χώρο μ'έκανε να σκεφτώ τ'άστρα, για την ακρίβεια την αγγλική λέξη "constellation" κι έπειτα την ελληνική έκφραση "γραφτό", τουτέστιν "ήταν γραφτό να γίνει". Σκέφτηκα τα ζώδια και θυμήθηκα πως είστε δίδυμος, ή όπως είναι το σωστό, είστε Δίδυμοι. 

Τι σημασία να έχει για σας, δεν ξέρω, αλλά οφείλω να σας πω πως έχω ερωτευτεί πολλούς δίδυμους. Φυσικά από ένα σημείο και μετά ενδεχομένως να μ'ελκύει το σύνολο των στοιχείων που αποδίδω στο άτομο ως δίδυμος μόνο και μόνο επειδή ανήκει σ'αυτό το ζώδιο. Είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις το άτομο πιο γρήγορα. Να πάψει πιο γρήγορα να'ναι ξένος. Άσε που δεν ξέρω κι αν πιστεύω στα ζώδια. Αλλά είναι μια όμορφη ιδέα να πεις πως ο καιρός που γεννήθηκες κι ο συσχετισμός των άστρων τη συγκεκριμένη στιγμή στον ουρανό είχαν κάποια επιρροή στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ατόμου στη γη.

Γιατί σας γράφω, αγαπητέ Ορχάν; Προβάρω μια "φαινομενική απλότητα" που εξασκείτε κι εσείς στα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά σας. Μέχρι να σας μάθω (μου πήρε λίγες σελίδες), μου φαινόταν πως οι προτάσεις σας επαναλάμβαναν πράγματα πρόδηλα. Κι όμως, καθώς το κείμενο-σώμα αναπτύσσεται, φωτίζονται οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες και η ζωή γεμίζει νόημα. Με συγκινεί, αγαπητέ Ορχάν, ο τρόπος που προφέρετε τη λέξη "ευτυχία". Την βρήκα στα τούρκικα και την έγραψα στην πρώτη σελίδα της ατζέντας μου: mutluluk. 

Πριν πέντε χρόνια είχα ζητήσει στους γονείς μου να πάμε στην Ιστανμπούλ για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Είχα ερωτευτεί έναν τουρκοιταλό που γνώριζα από το πανεπιστήμιο κι ήλπιζα πως θα τον έβρισκα έστω για μια μέρα στην πόλη του. Το όνομα αυτού - αλίμονο - Ναδίρ. Του έγραψα στο facebook με το που εγκατασταθήκαμε στο ξενοδοχείο μετά από προτροπή της μαμάς μου (ίσως αυτό να σας φανεί περίεργο, ίσως πάλι και όχι). Μου απάντησε αμέσως και μάλιστα μ'ενθουσιασμό! Βρεθήκαμε την επομένη (στον χάρτη του βιβλίου σας Το Μουσείο της Αθωότητας προσπάθησα να βρω την ταβέρνα -διότι ταβέρνα ήταν- που μου'πε να βρεθούμε αλλά μάταια, τα τοπωνύμια τα ξέχασα). Να μην τα πολυλογώ, συναντηθήκαμε την επομένη και την παρεπόμενη και την παρεπόμενη ακόμη. Ένα βράδυ με πήρε μαζί του σε μια συνάντηση με φίλους. Εκεί, αγαπητέ Ορχάν, γνώρισα την κόρη σας που ξέρω πως πολύ αγαπάτε. Τότε βέβαια δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ήταν η κόρη σας ούτε πως τ'όνομά της σήμαινε όνειρο.

Όπως με τους Διδύμους έτσι και με τους Τούρκους ξέρω πως ερωτεύομαι ένα σύνολο στοιχείων που υπάρχει ήδη στο μυαλό μου. Μια αδιόρατη νοσταλγία. Κάτι που δεν ξέρω αλλά στ'οποίο ελκύομαι. Μία αίσθηση βάθους, ίσως παρελθόντος. 

Στο δωμάτιο του τούρκου φίλου μου δεν πίστευα ποτέ να βρεθώ. Και όμως, αγαπητέ Ορχάν. Ούτε στο πιο τρελό μου όνειρο, κάτι που φυσικά του το εξομολογήθηκα την τελευταία νύχτα στην Ιστανμπούλ. Στους τοίχους του δωμάτίου του, δεν θα το πιστέψετε, είχε γράψει με μαύρο πινέλο αποσπάσματα από τους Αδερφούς Καραμαζώφ. Όπως δεν θυμάμαι τα τοπωνύμια των περιοχών όπου με πήγε, έτσι δεν συγκράτησα μέσα στην ταραχή μου και τα συγκεκριμένα χωρία, κι όσο κι αν ξαναδιάβασα το βιβλίο από τότε, δεν βρίσκω αυτά που είχε διαλέξει. Η νύκτα της Ιστανμπούλ, παρ΄ό,τι κρύος χειμώνας, ήταν απαλή.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Urban life was





made for cinematic representations



Συναντήσεις αυτές τις γιορτές

23 Δ. 2017, Θεσσαλονίκη (πλατεία Αριστοτέλους)

Αν ξαφνικά μου πουν πως οι πόλεις είναι όντα άψυχα, δεν θα το πιστέψω. Ένα φως καθαρό, υπέροχο, διαλύει την παγωνιά. Έφτασα παραλιακά χωρίς να κρυώσω, παρά τo βοριαδάκι. Τέσσερις κυρίες που μιλούν μια γλώσσα που μοιάζει με γεωργιανά ήρθαν και  κάθισαν δίπλα μου στο παγκάκι. Καπνίζουν. Φορούν ρούχα λίγο πιο καλά. Διαβάζουν τις ταμπέλες στο απέναντι κτίριο: Φροντιστήριο. Έχουν στηθεί καστανάδες και μαλλί της γριάς. Και μια μακρόστενη τέντα που γράφει Απόδραση στους Παγετώνες. 
Το αίνιγμα της επιστροφής: παλιά τετράδια, φωτογραφίες σε φακέλους, φωτογραφίες σε άλμπουμ, το δωμάτιό μου που βαραίνει με πράγματα παλιά, έγγραφα. Ο χρόνος που γίνεται αίφνης ψηλαφητός. Συσσωρεύεται σε μια γωνιά σαν τη σκόνη. Τόσο απλά, κοινά.
Νέοι που ζουν με τους γονείς τους, φορούν τη σάκα που έμεινε από το λύκειο, αυτοκίνητα από κοινού, αγόρια που μεγαλώνουν. Από τις σπουδές γυρνούν στο πατρικό. Λογιών λογιών επιστροφές κι όμως μία.
Ελατάκι που στερέωσαν στην πλατεία (ο Τσέχωφ για τα έλατα στον Βάνκα: "Τα νεαρά έλατα, σκεπασμένα με πάγο, στέκονταν ακίνητα, περιμένοντας να δουν ποιο θα πέθαινε".)Προσπαθώ να κοιτάξω καλά, να παρατηρήσω, να επωφεληθώ από το βλέμμα που'χει ξεσυνηθίσει. Να καταλάβω κάτι περισσότερο για τον τόπο που αλλάζει. 
Σκονίστηκαν κι άλλο οι πράσινες τέντες. 
Στον γερανό στο λιμάνι κρέμασαν μια ελληνική σημαία. Φαίνεται ωραίο το λιμάνι μας.
Να παρατηρήσεις, να δεις, να πεις απλά...
Ξαφνικά πείνασα. Σου ανοίγει την όρεξη ο γυρισμός.
Να πεις απλά.
Μου άνοιξε η όρεξη, ναι.
"Μεταφορές - μετακομίσεις Ακύλας Τσάνταλης"
Signatures of all things I'm here to read.
Θεσσαλονίκη - Δουβλίνο
Το πνεύμα μιας πόλης που όλο θα διαφεύγει...
Ίσως ο χαρακτήρας, θα νόμιζε κανείς, solidifies on the waterfront, όταν φτάνει στο παραλιακό όριο.
Κοιτάζω προς τα πάνω, ανάμεσα στα κτίρια του Eμπράρ και του Ποζέλι, εκεί που η πόλη σκαρφαλώνει. Πρέπει να δεις τόσο ώσπου να σου φανερωθούν κι αυτά που καταργήθηκαν. Που αποκόπηκαν.
Κι αυτά που πέρασαν. Η σκόνη, τα μικροσωματίδια που έμειναν απ'όσους πέρασαν.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Afterword


Για τα χρόνια που περνάμε στο ίντερνετ, για τα χρόνια που περνάμε μακριά, για τα χρόνια που κρυβόμαστε, για τα χρόνια που περπατάμε μέχρι το σπίτι ελπίζοντας πως από την ίδια κι απαράλλακτη μελαγχολία θα γεννηθούν κάποτε κείμενα που θα μας κάνουν παρέα. 

18

Παράξενο: κοιμηθήκαμε με το παράπονο πως δεν ακούμε τα πουλιά στην πόλη. 
Και το επόμενο πρωί, την πρώτη μέρα του χρόνου, ξυπνήσαμε με μια απορία για ένα κελάηδισμα που δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε. Nόμιζε πως ήταν καρακάξα, εγώ επέμενα πως είναι η δεκαοκτούρα. Κοιτάξαμε βίντεο στο youtube. Στην πραγματικότητα, είπε, δεν είχε ακούσει κανένα πουλί να κελαηδά, είχε μόνο θυμηθεί μια μέρα στην εξοχή στο σπίτι των παππούδων. Αν δεν πρόλαβε να θυμηθεί, τότε ονειρεύτηκε. Εγώ πάλι είχα ακούσει τη δεκαοκτούρα όπως μου τυχαίνει πολλά πρωινά λίγο πριν ξυπνήσω.

Κι είναι το μόνο πουλί που αναγνωρίζω, και πώς αλλιώς, με τόσο χαρακτηριστικό κελαήδισμα. Τη ντελικάτη μαύρη κορδέλα της στο λαιμό. Η πρώτη φορά που αναπάντεχα την άκουσα ένιωσα έντονα, βαθιά πως βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη. Έψαξα να δω πώς λέγεται στα γαλλικά (η σημασία του ονόματος ή το όνομα της σημασίας). Tourterelle turque. Στ'αγγλικά, Oriental turtle dove. Η ανατολή μέσα μου μέσα στη Θεσσαλονίκη και στα πουλιά που από μακριά φτάνουν ως εδώ. Ο παππούς μου, από μακριά, που έφτασε ως εδώ. Μου είχε εξηγήσει την προέλευση του ονόματος, τον μύθο. Η δεκαοκτούρα κλαίει και φωνάζει τα δεκαοκτώ παιδιά που έχασε. 

Δε-καο-κτώ. Συλλάβισα. Δεν ξέρω αν μ'άκουσε.
Λυγμός από μακριά έρχεται επικίζει.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Θέατρο Odéon (Choses vues)

Ένα χρόνο και κάτι μήνες μετά επέστρεψα σ'αυτό το θέατρο. Πέρσι ένας Δον Ζουάν που δεν με συγκίνησε. Ο πρωταγωνιστής ήταν ελαφρύς, καθόλου φιλοσοφημένος σ'αυτό που διέπρατε.
Απόψε οι Τρεις Αδερφές του Τσέχωφ σε σκηνοθεσία κι απόδοση του Αυστραλού Simon Stone. 
Αν ήταν εδώ ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου* θα περιέγραφε την εξαίσια σάλα όπου το κοινό "se restaure" πριν την παράσταση, το "φουαγιέ". Τα μαρμάρινα στρόγγυλα τραπεζάκια με το ένα πόδι (οι μοναχικοί να μην προδίδονται, και οι συνοδευόμενοι ίσα ίσα να πληρούν τον χώρο), τον χρυσό χιτώνα ενός αγάλματος που μισοφαίνεται στον από πάνω όροφο, οι τεράστιοι καθρέφτες στις δυο άκρες που σε συναντούν όπως ανεβαίνεις τις σκάλες και νιώθεις λίγη από την αίγλη των ηθοποιών ή από την ανησυχία τους όταν δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα σ'ένα καινούριο καμαρίνι όπου αιωρείται σκόνη από τις σκιές ματιών ή μέσα σ'έναν χιλιοπαιγμένο ρόλο. Το μάρμαρο των κιόνων κίτρινου χρώματος, φλουριού. Τα τελειώματα των κάδρων, τα πορτραία του Ρακίνα, το μωσαϊκό. Απέναντι από το μπαρ ένα πολυτελές τζάκι καταλήγει σε δυο σφίγγες (να ξεκινήσω τον κατάλογο με τα οριενταλιστικά σημεία σ'αυτή την πόλη, τίτλος "Λουξόρ"). 
Αυτά άμα ήμουν ο Ζ.Π. Χάρη στα κείμενά του, ξυπνώ λίγο, αναθαρρώ και σηκώνω το βλέμμα να παρατηρήσω τα επιμέρους. Είμαι, όμως, τελικά άνθρωπος με βαριά ψυχολογία. Μία δύναμη λες αντίρροπη στο ένστικτο της ζωής με τραβά προς τα κάτω, προς την tristeza, τη μελαγχολία, που λέει και το βραζιλιάνικο τραγούδι του Tom Jobim. Όχι πως ο Ζ.Π. δεν θα είχε δοκιμάσει πάμπολλες φορές την tristeza, την "gouffre" (για να θυμηθούμε τον Δον Ζουάν) που ανοίγει κάτω από τα πόδια μας... Κάθε άλλο.
Κυρίες και κύριοι, η αίθουσα έχει ανοίξει.

*Ο Χρήστος φυσικά μου χάρισε τα Παρισινά Γράμματα του Ζ.Π. Τέτοιο ελαφρύ χέρι συγγραφέα δεν έχω ξαναδεί! Θα περιγράφει τον θάνατο κι όμως θα κρατιέται όρθιος, αλέγκρος για χάρη του έργου. Κοντοστέκεται στον δρόμο, αφουγκράζεται, κι ύστερα ελαφρά πάνω στα πράματα γράφει. "Η ψυχή μας είναι με τα φύλλα που πέφτουν, με το άφθονον, βραδύ και υπορριγηλόν φυλλορρόημα των Παρισινών δένδρων". 

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

L'élargissement proposé comme méthode

Αυτή είναι ωραία ώρα στο γραφείο.
Το φως πέφτει στα παράθυρα της πτέρυγας ακριβώς απέναντι.
Η ώρα που αναζητούν λίγη ποίηση (λίγη ύλη επί της πραγματικότητας).
Το σώμα τους πονάει. Ξεκινούν ένα καινούριο μέιλ.
Ψάχνουν το πιο ντελικάτο τρόπο για να διατυπώσουν μια φράση.
Το πρόσωπό τους καίει λόγω της διαφοράς θερμοκρασίας μεταξύ των εξωτερικών και των εσωτερικών χώρων.

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Volta



Τα ονομάζουν "blues της Κυριακής". Αυτά τα ανεξήγητα που συμβαίνουν μόλις το μεσημέρι αρχίζει να φεύγει. Η λεωφόρος Magenta. Η ηθοποιός υποδύεται μια Αλγερινή μέλλουσα νύφη που χορεύει στο άδειο souk bar. Χίλιες και μία νύχτες: να μην ξημέρωνε. Το απαραίτητο σινεμά. Magenta chaussures, magenta color imprimerie, magenta assurance, rodes de soirée magenta. Τα μαγαζιά της λεωφόρου έχουν χωρίς εξαίρεση δανειστεί το χρώμα για όνομα. Volta querido. Η ηθοποιός μού θύμισε τη Reem και μου θύμισε εμένα. Η αίθουσα ήταν φίσκα. Και το βράδυ το ραδιόφωνο μιλάει για τον Baden Powell. 
Διέσχισε την δυτική πλευρά με τα πόδια. Οι μεγάλες λεωφόροι. 

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Λίγο

Στο διάλειμμα από τη δουλειά τρώω βλέποντας συνεντεύξεις συγγραφέων στο youtube.  Σήμερα ο Ishiguro. 
Ξέρετε πώς ήταν την εποχή πριν εφευρεθούν τα αεροπλάνα; Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να φτιάξουν μηχανές που πετούν. Κι έμοιαζαν αυτές περίεργα κι αδέξια κατασκευάσματα. Έτσι νιώθω κι εγώ. Στην πίσω αυλή του σπιτιού μου προσπαθώ να φτιάξω μια μηχανή που θα πετάει. 
Την απογείωση και τον αποχωρισμό από τη γη προσπαθούν οι συγγραφείς, σκέφτομαι, και τα λεπτά του διαλείμματος σώζονται ένα ένα. Ο Καλβίνο που μιλάει για την περίφημη ελαφρότητα ως αξία και την ποίηση του Cavalcanti. Να'μαστε σαν πούπουλα σ'αυτή την επαφή και χημεία που λέμε ζωή.
Βιαστικές σημειώσεις στην χαρτοπετσέτα που δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με τη  βαρύτητα, με την επανάληψη, με την αυτοματοποιημένη κίνηση και τους ώμους και την ωμοπλάτη που σφίγγουν... Όπου να΄ναι το ξυπνητήρι θα χτυπήσει. Θα επιστρέψω. 

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Γράφω τελικά μόνο στα τρένα του γυρισμού...

Άλλοι κοιμούνται, άλλες διαβάζουν, άλλοι κουβεντιάζουν.
Στιγμές ευδαιμονίας παρά την κούραση και τα μάγουλα που καίνε. 
Του πήρα ένα τυρί της περιοχής και μια μεγάλη "αρτιζανά" μπύρα.
Αυτή τη στιγμή διαβάζουν οι τρεις τους: Duras, Anaïs Nin, Hernaux. Γυναίκες που γράφουν. Γυναίκες που διαβάζουν. Ενώ είναι χαζή κι ανούσια αυτή η έκφραση, μου'ρχεται όλο στο νου πότε με το ένα φύλο πότε με το άλλο: Η ιστορία της ζωής μας είναι οι γυναίκες. Η ιστορίας της ζωής μας είναι οι άνδρες. Il faut beaucoup aimer les hommes. Να τους λατρεύεις. Να πέφτεις στα γόνατα σαν να προσεύχεσαι γι'αυτούς. Να μην τους χλευάζεις ποτέ. Να μην απομονώνεις την αδυναμία τους. Να τους θαυμάζεις που είναι δυνατοί μα να μην ξεχνάς πως έχουν στιγμές που αρρωσταίνουν. Και μάλιστα αρρωσταίνουν συχνά. Δεν εξηγούν την αρρώστια, τα γεγονότα της ζωής στον εαυτό τους, και συχνά θυμώνουν που πιάστηκαν απροετοίμαστοι - λες και θα γινόταν κι αλλιώς. Μα να τους αγαπάς άπειρα και σε κάθε τους σώμα να κοινωνείς κάθε φορά την ιδανική ζωή, την αποκλειστικότητα, την ενότητα, όσο μπορείς. Η απελπισία... Επειδή δεν την εξηγούν, δεν μπορούν να την αντιμετωπίσουν. Έχουν ανάγκη. Από πολλή αγάπη. Από λατρεία. Σιγά σιγά νυκτώνει. Τα τρένα φτάνουν στο Παρίσι. Σταυρώνουν οι σιδηροδρομικοί με τις γραμμές του μετρό. Να μοιράζεις τη ζωή σου δεν είναι εύκολο. Να λάμπεις από την κρυμμένη σου εσώτερη ζωή, έχει κι αυτό το τίμημά του. Να γράφεις και να αγαλλιάς με σήματα που οι άλλοι εκ πρώτης όψεως δεν καταλαβαίνουν, δυσκολεύει πού και πού τα καθημερινά. 
Δεν είναι μόνο τα μυθιστορήματα της Jane Austen... Δεν άντεξα να διαβάσω πάνω από δύο αλλά γιατί δεν ακούγεται εξίσου η τεράστια George Eliot; Τι αγάπη της είχε η E.D.! Όταν γράφουν οι γυναίκες -- 
Παύλες. Φιλίες που ονειρεύονται μεταξύ τους κι ας είναι ακατόρθωτες. Είδα το πρόσωπο της Σοφίας σε μια γυναίκα στον σταθμό της Lille όπως ξεφλούδιζα το πρώτο μανταρίνι της χρονιάς.