Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

File d'attente

 Είδε κάτι που εκείνη την στιγμή τής έμοιαξε σαν τη μεγαλύτερη αδικία. Περίμενε στην ουρά για μια έκθεση. Ήταν αργία. Η ουρά ήταν μεγάλη. Προφανώς πολύς κόσμος διάλεξε να δει την έκθεση ανήμερα, ειδικά αφού τα περισσότερα μουσεία ήταν κλειστά. Μπροστά της περίμενε ένα ζευγάρι. Ένας ψηλός, κοντοκουρεμένος τύπος, ντυμένος ωραία, με κουστούμι, ίσως με καταγωγή από τις Αντίλλες. Δίπλα του μια νεαρή κοπέλα με μακριά καστανόξανθα περιποιημένα μαλλιά, βαμμένη προσεχτικά με eyeliner και ματ κόκκινο κραγιόν. Όσο εκείνος πληκτρολογούσε στο κινητό του, η κοπέλα είχε το χέρι της ψηλά στο πίσω μέρος του μηρού του και τον χάιδευε ή τον κρατούσε σφιχτά. Εκείνος όταν έβαλε το κινητό στην τσέπη άρχιζε να ανεβοκατεβάζει το χέρι του στην πλάτη της πάνω από το παλτό. Είχε μεγάλη παλάμη.
 Εκείνη περίμενε υπομονετικά - δεν είχε ιδιαίτερη όρεξη να παρατηρήσει το ζευγάρι. Ένιωσε όμως (κατάλαβε) πως είχε μια ανάλογη εμπειρία με την κοπέλα επίσης την προηγουμένη, και αισθάνθηκε μια θλιμμένη κι ακατανίκητη ταύτιση μαζί της. Η κοπέλα κρατούσε μια κίτρινη τσάντα. Πήγαινε με τα μαύρα της ρούχα και τις φλογίτσες-ανταύγειες των μαλλιών της. Μόνο που (κι εδώ εκείνη που καθόταν από πίσω και παρατηρούσε ένιωσε να της κόβεται το στομάχι στα δύο) είχε ξεχάσει να βγάλει από το λουρί της τσάντας το πλαστικό από το καρτελάκι. Δεν ήταν τελείως φανερό μα λίγο αν πρόσεχες το'βλεπες. Χθες, όταν θα είχε πάει να ψωνίσει ενόψει του ραντεβού της με τον ψηλό άνδρα, θα είδε την κίτρινη, χτυπητή μα όσο πρέπει τσάντα στα πλαστικά κουτιά λίγο πριν το ταμείο, και θα σκέφτηκε να την αγοράσει. Ήθελε καιρό μια τέτοια τσάντα, όχι πολύ μεγάλη, κατάλληλη για μια βραδινή έξοδο, όπου σε νοιάζει να πάρεις το προτοφόλι σου, το μέικ-απ ίσως, μαντηλάκια ντεμακιγιάζ σε περίπτωση που δεν κοιμηθείς στο σπίτι σου και τίποτε άλλο. Και να'τοι μαζί τώρα, μέρα αργίας. 
 Η κοπέλα που περίμενε από πίσω - πονούσε η μέση της. Κάτι που'μεινε από την εμπειρία της προηγουμένης. Θα μπορούσε να'χει αλλάξει θέση, να'χει κουνηθεί την στιγμή εκείνη,  μα δεν ήθελε να χαθεί η ενέργεια της στιγμής, να μην αλλάξει ο τρόπος... Και τώρα αυτός είχε πάει στις Βερσαλλίες, να κάνει ποδήλατο στην εξοχή και να αδράξει την ελεύθερη μέρα του. Έβαζε φωτογραφίες στο facebook. Όλες φιλτραρισμένες. Κίτρινες, σέπια. Εκείνη μισούσε τα φίλτρα, την έπιανε το στομάχι της. Τι περιττή επεξεργασία! Φίλτρα στο φθινοπωρινό τοπίο! Ένιωθε να τον αντιπαθεί μ'όλο της το σώμα εξαιτίας των πειραγμένων φωτογραφιών που συσσωρεύονταν λεπτό με το λεπτό στο newsfeed της. Λες κι ήταν ξένοι. Λες και το προηγούμενο βράδυ δεν την είχε υποδεχτεί στο σπίτι του μ'ένα βαθύ φιλί, και μια ανάγκη... Λες κι η νύχτα δεν είχε συμβεί μεταξύ τους. Μα ένιωθε πως ζαλιζόταν, - εκεί στην ουρά που όλο και προχωρούσε πιο κοντά στην είσοδο- πως ανακατευόταν το στομάχι της. Και το κομμάτι από πλαστικό στην κίτρινη τσάντα της κοπέλας... Τον αντιπαθούσε που της είχε πει πως είχε όρεξη να πάει να κάνει ποδήλατο στο δάσος κι όταν εκείνη τον ρώτησε αν θα πάει με φίλους, ελπίζοντας να την πάρει μαζί του, ή μάλλον να το προτείνει, την ρώτησε αν έχει δικό της ποδήλατο. Το ήξερε πως δεν έχει δικό της ποδήλατο. Και τώρα έκανε στάσεις κάθε λίγο στη βόλτα του για να αναρτήσει φιλτραρισμένες φωτογραφίες από τα πεσμένα φύλλα κι από ένα καφέ με μαυρισμένους (αν φαινόταν καλά) από τον καιρό καθρέφτες. 
 Η κοπέλα μπροστά της πιάνει πάλι το πόδι του φίλου της. Το χαιδεύει. Τον κρατάει. Όπου να'ναι θα μπουν κι αυτοί. Μετά είναι η σειρά της.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Μαρία-Λουκία Χ.


Ο Χατζιδάκις γράφει για τη Μάτση: "...Σαν ήμουν πολύ νέος, τη ζούσα από μακριά. Ήταν φίλη του φίλου μου Ανδρέα Καμπά. Και ήταν απλησίαστη. Ένα αληθινό ερωτικό όνειρο, έτσι καθώς γελούσε, γέρνοντας το κεφάλι της στον ώμο του Ανδρέα. Πάντα ξεχνούσε τ᾽όνομά μου. Δεν ήμουν μέσα στην τροχιά της. Μα εγώ τη ζούσα από μακριά κι επαναλάμβανα τους στίχους της, την ώρα που επέστρεφα το βράδυ σπίτι μου..."

(πληροφορίες από http://annagelopoulou.blogspot.fr/2012/05/blog-post_24.html)


Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Nathalie

SARRAUTE
I think that in every book we put a lot of experience that we have ourselves lived more or less, or imagined ourselves, that there is not a single book that doesn't contain an experience. Even with Kafka. Kafka didn't live The Trial, but there is a whole universe in which he lived, which was close to him and which he translated inThe Trial, or The Castle. It's a transposition; it's a metaphor for something that he felt very strongly, and that we all feel as well.

INTERVIEWER
But it seems sometimes there is a sort of mistrust of autobiography.

SARRAUTE
When it's a real autobiography. That is, one wants to display everything one has felt, how one has been. There is always a mise en scéne, a desire to show oneself in a certain light. We are so complex and we have so many facets, that what interests me in an autobiography is what the author wants me to see. He wants me to see him like that. That's what amuses me. And it's always false. I don't at all like Freud and I detest psychoanalysis, but one of Freud's statements I have always found very interesting, and true, is that all autobiographies are false. Obviously, because I can do an autobiography that will show a saint, a being who is absolutely idyllic, and I could do another that will show a demon, and it will all be true. Because it's all mixed together. And in addition, one can't even attain all that. When I wrote Childhood, I stopped at the age of twelve, precisely because it's still an innocent period in which things are not clear and in which I tried to recover certain moments, certain impressions and sensations. 

Nathalie Sarraute, The Art of Fiction No. 115

Interviewed by Shusha Guppy, Jason Weiss; Paris Review

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Οι Αρένες της Λουτέτσια


Μια ιστορία (ό,τι και να’ναι: μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα) θα μιλάει για τη ζωή χωρίς αξιώσεις… Ή μάλλον για τη σύνδεση δυο ανθρώπων εκ των οποίων, «φαινομενικά» όπως λέμε, ο ένας δεν ζητάει πολλά και μαθαίνει στον εαυτό του να είναι ικανοποιημένος ενώ ο άλλος δεν μπορεί να κατευνάσει τα εμπύρετα, σχεδόν, κι άυπνα όνειρα επιτυχίας (θέλει να γίνει συγγραφέας, άνθρωπος των γραμμάτων). Πρώτη διαφορά που πιο πολύ φαίνεται παρά είναι διότι ανακαλύπτουμε πως ο πρώτος διατηρεί μια σθεναρή μελαγχολία γι’αυτά που στη ζωή του δεν έκανε. Προσδίδουμε «ίσο» βάθος και στους δυο (όχι εμείς, η ιστορία).

Όμως μια δεύτερη ανισότητα, ή, ας πούμε, διαφορά συμπεριφοράς θ’απασχολήσει το κείμενο και την άυπνη συγγραφέα (που το βράδυ γράφει στο μυαλό της, αφού δεν θέλει και δεν μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι). Ο ένας από τους δυο μπορεί να αγαπήσει πιο πολύ. Πώς το ξέρει άραγε αυτό η συγγραφέας, πώς έχει καταλήξει σ’αυτό το συμπέρασμα; Πάει να πει πως βρίσκει σημαντικό έλλειμα στον σύντροφό της. Του καταλογίζει ρηχότητα. Κάτι που τις πιο κρίσιμες ώρες το ξεχνάει διότι εκεί ισοφαρίζουν μα που στην υπόλοιπη κοινή ζωή τους, κι ακόμη πιο πολύ ακόμα στις ιδιωτικές της ώρες, την τσινγκλάει, κι έρχεται κι ενώνεται αυτός ο εκνευρισμός με τα ισχνά κείμενα που κατορθώνει αυτές τις μέρες και νιώθει σαν ένας τεράστιος, παραγεμισμένος όγκος που δεν χωράει πουθενά. Η ιστορία προς θεού δεν θέλει να κρίνει ή να προσεταιριστεί τις απόψεις ή την οπτική κάποιου. Είναι πρωί Σαββάτου, και φτιάχνει τον καφέ της, μ’αργές κινήσεις, εξαίσια ησυχία στη γειτονιά (αν και την ξύπνησαν οι σκουπιδιάρηδες -καημένοι κι αυτοί, σκέφτεται- στις οκτώ. Μετά κάπως ξανακοιμήθηκε αλλά είδε έναν ερωτικό εφιάλτη που σχετιζόταν με τον μπαμπά μιας φίλης της κι όταν ξαναξύπνησε, ήταν πιο αβέβαιη ακόμη κι απ’ό,τι ήταν πριν αποκοιμηθηεί την προηγουμένη). Μια γιαγιά στην απέναντι πολυκατοικία ασχολείται με τις ορτανσίες της. Αυτή δεν έχει παρά μια λεβάντα. Δεν θέλει παραπάνω. Την πήρε από κάτι Κινέζες, πολύ ευγενικές, στη rue Vavin. Την λεβάντα την λέει Λουσία, η μάνα της κι η τυφλή κόρη του James Joyce. Διαβάζει αυτές τις μέρες τον Οδυσσέα. Τι έξαψη! Πηγαίνει τα βράδια, αφού τελειώσει με τη δουλειά, στη βιβλιοθήκη της Sainte-Géneviève στο Πάνθεον κι ανάμεσα στα νεαρά καλωδιωμένα Γαλλάκια βγάζει το βαρύ βιβλίο -προσοχή να μην τσακιστούν οι σελίδες- κι αρχίζει και το πασπατεύει αποφεύγοντας ακόμη να το διαβάσει με τη σειρά. Αν είναι τυχερή γύρω στις οκτώ ο φίλος της που θα’χει τελειώσει κι εκείνος από τη δουλειά, θα της στείλει μήνυμα. Θα την καλεί σπίτι του. Τότε η έξαψη του Joyce θα βρει αντίκρυσμα λιγότερο μοναχικό από τη χαρά που συνήθως κρατάει, διατηρεί, μόνη της. Θα βάλει το βιβλίο στην τσάντα προσεκτικά αλλά γρήγορα, θα μαζέψει τα σβηστήρια απ’το τραπέζι και θα κατευθυνθεί προς την έξοδο εκεί όπου εκτείνεται η «αμαρτία του Παρισιού», όπως γράφει ο Δουβλινέζος. Τι χαρά που θα’χει, πεινασμένη, θα θέλει να τον δει. Θα πάρει ένα ποδήλατο από την πλησιέστερη στάση, θα κατηφορίσει ως το Λουξεμβούργο (τι μαλακός αέρας απόψε! Εύκολα τα πράματα!) και μετά θ’ανηφορίσει ως τη Denfert-Rochereau κι από κει μια ευθεία ως την Alesia. Κοντά στο σπίτι του φίλου της υπάρχει ένα ψιλικατζίδικο όπως θα λέγαμε στα ελληνικά, και μικρό μανάβικο μαζί. Από κει θα πάρει ένα φτηνό (μα καλό) κόκκινο κρασί κι ίσως ένα camembert. Σεπτέμβρη παίρνει ένα τσαμπί σταφύλια. Τον Μάη παίρνει κεράσια, κι όλο και κάποιος λεκιάζεται έπειτα. Περπατάει ως την πόρτα του φίλου της λες κι είναι τρελή, τυφλή, από άλλη ζωή. Δεν ανησυχεί για τίποτε διότι ο χρόνος εξανεμίζεται ως παράμετρος. Είναι ένα κύμα που μες στην πόλη θα τους φέρει κοντά. Δύο σώματα που καλύτερα κιόλας να μην έχουν μιλιά, να μην έχουν λόγο. 

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

Cruel. Her nature.

Όταν είχε έρθει ο Ανδρέας τον Μάη στο Λονδίνο, πήγαμε σ'ένα πάρτυ. Κάπου βόρεια, δεν θυμάμαι, είχε πολύ κόσμο, παίζαν μουσική με κουμπιά, μινιμάλ μινιμάλ γλυφιτζουράκια. Ήπια πολλές μπύρες, ήταν ωραία, χορέψαμε. Σε κάποια φάση βρέθηκα στο δωμάτιο που κρατούσαν τα πανοφώρια, και πάνω στο ντιβάνι με το βουνό απ'τα μπουφάν (είχε κρύο ακόμη;), κάθισα να ξεθολώσω και δίπλα μου κάθισε μια γάτα. Δεν είχα ξαναπαίξει στην πραγματικότητα με γάτα και η γλώσσα της μου φάνηκε αφύσικα τραχιά. Ήταν φιλική, κι αδιάφορη, ευτυχώς. 

Θυμήθηκα τη γλώσσα της γάτας σήμερα το πρωί, όπως έπιασα να διαβάζω το δεύτερο μέρος από τον Οδυσσέα του Τζόυς. Στο απόσπασμα, ο Λεοπόλδος Μπλουμ καθώς ετοιμάζει το πρωινό μιλάει με τη γάτα.

MR LEOPOLD BLOOM ATE WITH RELISH THE INNER ORGANS OF BEASTS and fowls. He liked thick giblet soup, nutty gizzards, a stuffed roast heart, liver slices fried with crustcrumbs, fried hencod's roes. Most of all he liked grilled mutton kidneys which gave to his palate a fine tang of faintly scented urine.
Kidneys were in his mind as he moved about the kitchen softly, righting her breakfast things on the humpy tray. Gelid light and air were in the kitchen but out of doors gentle summer morning everywhere. Made him feel a bit peckish.
The coals were reddening.
Another slice of bread and butter: three, four: right. She didn't like her plate full. Right. He turned from the tray, lifted the kettle off the hob and set it sideways on the fire. It sat there, dull and squat, its spout stuck out. Cup of tea soon. Good. Mouth dry. The cat walked stiffly round a leg of the table with tail on high.
-- Mkgnao!
-- O, there you are, Mr Bloom said, turning from the fire.
The cat mewed in answer and stalked again stiffly round a leg of the table, mewing. Just how she stalks over my writing-table. Prr. Scratch my head. Prr.
Mr Bloom watched curiously, kindly, the lithe black form. Clean to see: the gloss of her sleek hide, the white button under the butt of her tail, the green flashing eyes. He bent down to her, his hands on his knees.
-- Milk for the pussens, he said.
-- Mrkgnao! the cat cried.
They call them stupid. They understand what we say better than we understand them. She understands all she wants to. Vindictive too. Wonder what I look like to her. Height of a tower? No, she can jump me.
-- Afraid of the chickens she is, he said mockingly. Afraid of the chookchooks. I never saw such a stupid pussens as the pussens.
Cruel. Her nature. Curious mice never squeal. Seem to like it.
-- Mrkrgnao! the cat said loudly.
She blinked up out of her avid shameclosing eyes, mewing plaintively and long, showing him her milkwhite teeth. He watched the dark eyeslits narrowing with greed till her eyes were green stones. Then he went to the dresser, took the jug Hanlon's milkman had just filled for him, poured warmbubbled milk on a saucer and set it slowly on the floor.
-- Gurrhr! she cried, running to lap.
He watched the bristles shining wirily in the weak light as she tipped three times and licked lightly. Wonder is it true if you clip them they can't mouse after. Why? They shine in the dark, perhaps, the tips. Or kind of feelers in the dark, perhaps.
He listened to her licking lap. Ham and eggs, no. No good eggs with this drouth. Want pure fresh water. Thursday: not a good day either for a mutton kidney at Buckley's. Fried with butter, a shake of pepper. Better a pork kidney at Dlugacz's. While the kettle is boiling. She lapped slower, then licking the saucer clean. Why are their tongues so rough? To lap better, all porous holes. Nothing she can eat? He glanced round him. No.

Η γάτα από κείνο το βράδυ.



Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Variations on a day













Ώ πώς πέρασε η ώρα! Έτσι δεν τελειώνουν κάποια ποιήματα, με την κατακλείδα να σημαίνει σαν ρολόι το πέρασμα μιας ώρα που -αλίμονο- έγινε ζωή. Στάθηκα στη γέφυρα απόψε στο σούρουπο, έτυχε να περνώ, και σκέφτηκα να παίξω με τη φωτογραφική του κινητού μου. A, στην αρχή, αδιάφορες, εικόνες, δεν έδιναν κάτι. Μα το φως άλλαζε, φυσικά, βράδιαζε. Με κομμένο το στομάχι, αόριστα, χωρίς λόγο κι αιτία, από κάποιο ennui κι απ'τους φίλους που λείπουν στην εξοχή - μέχρι που έστρεψα την κάμερα και προς εμένα, αν κι η έκφραση αυτή είναι πια παρωχημένη. Πάτησα 'front facing' και κάτι κουνήθηκε, χωρίς τον εξωγενή ήχο. Απτική ανάδραση. Με κλαρίνο και τουμπερλέκια μια παρέα κάτω από τη γέφυρα αυτοσχεδιάζουν. Τους πλησιάζω. Μακάρι να μπορούσα να σας πω για τον κλαρινετίστα. Μια Ήπειρος κι ένας Eric Dolphy μαζί. Η σωτηρία μου θα'ναι αν γράφω, αν από κει πιαστώ. Le malaise, από το πολύ ίντερνετ. Καταναλώνουμε τις ζωές των άλλων δίχως σκέψη και συμπόνοια ποτέ. Να'ναι καλά ο Τσαγκαρουσιάνος που γράφει γι'αυτά τα φαινόμενα, τολμάει να πει για τη λίγη μας ζωή και κάπως όλα απαλύνουν. Τι λόγο έχω - ένα φωταγωγημένο bateau mouche μόλις περνάει και μας κάνει όλους να λάμψουμε, παιδιά καθισμένα στην όχθη, les amoureux des bancs publics. Ω θέε μου. Εδώ που είμαι αυτό που κάνω. Ένα ακόμη μπατώ μύγα αυτή τη φορά σκοτεινό με πορτοκαλιά φώτα, οι επιβάτες στο κατάστρωμα μιλάνε κινέζικα. Γιατί γράφεις; Ποιος στο'πε; Ποιος δαίμονας ή ποιος ψυχίατρος. Σκέφτομαι το αυτοπορτραίτο μου. Σκυθρωπή μα σοβαρή μα μόνη. Πέρασε ένας χρόνος και κάτι, ήμουν και πέρσι εδώ. Ήμουν και πρόπερσι - μα όχι το καλοκαίρι. Ναι, αν μπορούσα να σας πω τι βάλσαμο είναι αυτή η μουσική τώρα. Δίσκος της ECM μα καλύτερα! Και το αεράκι... Ομορφιά που δεν σου επιβάλλεται. Τώρα ένα μπατώ μύγα disco! Privé party. Η ποπ του μας καλύπτει. Αν είχα λίγο, έστω λίγο, από το ταλέντο του Κορτάσαρ, ή της Κλαρίς. 












Μα από την άλλη έζησαν κι αυτοί πριν την ωμότητα αυτή: ίντερνετ, όπλα, συνδεσιμότητα, φωτογραφημένα κι αναρτημένα φεγγάρια. Ποια πανσέληνος: το τηλεφώνημα από την Ελλάδα. Η Νίκη στο Ντακάρ - πόσο την σκέφτομαι. 












Η παρέα μου. Τώρα πια νύχτωσε. Οι μουσικοί έχουν περάσει σε μια παραλλαγή του θέματος - σουρούπωνε αργά, στην άκρη του 
μπεντίρ το πρώτο χτύπημα και το 
δεύτερο, μαλακά, στο κέντρο. 





Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

Νεράντζια και πέτρες

  Les pèlerinages, eux, furent si fréquents que chacun de nous a sûrement des aïeux ayant cheminé vers Rome ou Compostelle, un peu par piété, un peu pour voir du pays et raconter au retour, en les exagérant, leurs aventures. Quant aux Croisades, tant de piétaille, de valets de chevaux, de ribauds, de pieuses veuves et de filles perdues se sont égaillés sur les routes à la suite de leur seigneur que nous pouvons touts nous flatter d'avoir participé par quelque ancêtre à l'une de ces équipées sublimes. Ceux-là ont connu la moutonnement des blés le long des routes de Hongrie, le vent et les loups dans les défilés pierreux des Balkans, l'encombrement et le mercantilisme des ports de Provence, les bourrasques sur la mer, agitant les oriflammes des princes comme autant de langues de feu, Constantinople toute dorée, ruisselante de pierreries et d'yeux crevés, et la visite aux Lieux Saints qu'on se sent un peu sauvé d'avoir vus une fois, même de loin, et dont, si on en revient, on se ressouviendra à son lit de mort. Ils ont fait l'expérience des filles brunes consentantes ou forcées, du butin conquis sur les Turcs infidèles ou les Grecs schismatiques, des oranges et des citrons doux-amers, aussi inconnus chez eux que les fruits du Paradis, et aussi des bubons qui violacent la peau et des dysenteries qui vident le corps, des agonies à l'abandon durant lesquelles on voit et on entend au loin sur la route la troupe qui poursuit son chemin en chantant, priant, blasphémant, et où toute la douceur et la pureté du monde semblent tenir dans une inaccessible gorgée d'eau. Nous ne sommes pas les premiers à avoir vu la poussière de l'Asie Mineure en été, ses pierres chauffées à blanc, les îles sentant le sel et les aromates, le ciel et la mer durement bleus. Tout a déjà été éprouvé et expérimenté à mille reprises, mais souvent sans avoir été dit, ou sans que les paroles qui les disaient subsistent, ou, si elles le font, nous soient intelligibles et nous émeuvent encore. Comme les nuages dans le ciel vide, nous nous formons et nous dissipons sur ce fond d'oubli. 

Marguerite Yourcenar, Archives du Nord (p.44-45)

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Tu prenais des plaisirs à faire des ronds dans l´eau




I'm writing to you from the metro, and will hopefully finish the letter and send it off from my apartment. I'm coming back from Belleville tonight, where I met with a friend. Her name is Maria, she took me tonight to a small, lovely square called St. Marthe's. Do you know it? The Martha and the Marias, as concretely and painfully real as some Velasquez painting. The atmosphere has been festive; on est en finale, les filles!, a young woman was shouting in the metro gleefully. The French made it to the final.


I walked in your steps tonight, the painting on the wall of the African woman carrying her baby wrapped around her back, an almost iconography, opposite the cafe marked by the November attacks, a figure you have photographed and sent to me, she told me so. The cafe was particularly busy, more than others, filled with people with painted flags on their cheeks. Just now two young boys entered the metro with speakers blasting 'celebrate tonight, come on!'. 


As Maria and I were walking alongside the Canal St. Martin, talking of the past events, we were struck by an unusual sight. A heterogeneous crowd of people were hosting what seemed like an improvised vigil right under one of the ponts. A woman all dressed in black, wearing a black veil over her head, featured prominently. Next to her, a man of 'Parisian air' and flair was standing, sipping from his glass of red wine. A few young people in their late teens were sitting at the edge of the dark canal. In front of them, in the water, a series of a picture of a man in dark sun glasses, floating, was adorned with pink carnations and candles. Floating candles started to populate the whole upper part of the canal. Maria and I passed through the silent crowd (their mood was 'ambivalent' or αμφίθυμος, ('of two moods'), as my friend commented) and climbed on the bridge so that we could have a better view of the gathering, and try to understand... Was that an homage to the victims of the attacks, tastelessly coinciding with the Euro football match between France and Germany, and even more tastelessly, now converging with cheers and frenzied festivities all over the city? But if that was the case, why was the honored dead only one person, and even, multiplied with some rather over-the-top sensibility? As I was looking around I read out loud, mindlessly, the sign on a building just behind the vigil. Centre culturel iranien. But that's it!, cried Maria. Kiarostami! And only now, that I've reached home, and have googled him, do I realize that indeed, the director appears with dark sunglasses in all of his photos, iconic in a distinct, unpretentious way.


Among the Olive Trees... Gil's favorite movie of Kiarostami's. Something extraordinary. Only Kiarostami and the brothers Taviani have shown the olive trees in all their life-giving splendor.



Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Πήρα απ'το χέρι σου νερό...

Τι έχω πάθει με τον Άκη Πάνου! Τα λόγια του καθηγητή μου από το Κονγκό για να περιγράψει τους Αδερφούς Καραμαζώφ μου'ρχονται στο νου: je n'ai jamais lu quelque chose de si ample, de si déchirant. O Aλιόσα που σκύβει κι υποκλίνεται και φιλάει τη γη και της ρίχνει τα δάκρυά του με έκσταση και συντριβή. 

Κι έπειτα, αυτή η βαθιά κατανόηση των ανθρώπινων και των καημών που μόνο σε μεστά, βαθιά και βαριά μυθιστορήματα βρίσκει κανείς. George Eliot και Joyce. Μα είναι δυνατόν; 

Μπορείς να κάνεις ό,τι θες
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίζεις όπου θέλεις τα φιλιά σου
Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δεν μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια
Εκεί που λιώνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


Τελευταίες μέρες εδώ. 

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016