Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Χατζιδάκις και Κύρκος

Μάνος Χατζιδάκις: Καιρός λοιπόν για την τελευταία μου, βαθύτατα πολιτική ερώτηση: Σε ακούσαμε να σφυρίζεις μέρος από την Ένατη στη συγκέντρωση της Ομόνοιας. Μπορείς να μου πεις ποια είναι η σχέση των μελών του ΚΚΕ Εσωτερικού με την Ένατη και γενικώς με τη μουσική του Μπετόβεν; Γιατί π.χ. στο ΚΚΕ Εσωτερικού ταιράζει ο Μπετόβεν κι όχι ο ερωτικός Μότσαρτ;

Λεωνίδας Κύρκος: Είναι και λίγο προσωπικό το θέμα. Πάντως, να σου πω, έχεις δίκιο. Μας αρέσει και από ιδιοσυγκρασία αυτό το ηφαίστειο, αυτή η επαναστατική ρώμη που υπάρχει στη μουσική του Μπετόβεν. Η οποία έχει όμως κι όλα τα άλλα στοιχεία.

Μ.Χ.: Μια έξαρση που με πολλή ευκολία θα την ονόμαζα επική, όπως και πολύ εύκολα θα΄λεγα τον Μότσαρτ ερωτικό. Αλλά ήθελα να σας αποδώσω ένα επιπλέον στοιχείο ευγενείας, να σας αποδώσω ερωτικό αίτημα και στη μουσική - δεν θα τολμούσα να το πω αυτό σε καμιά άλλη κομματική νεολαία.



από το "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι"

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

iii

Σκαρφάλωσε το φεγγάρι πίσω από τις πολυκατοικίες, η μαμά έβαλε καρέκλες στη βεράντα. Άσπρο, λαμπερό, τέλεια γραμμένο στον κύκλο του, μου θύμισε την σκληρή λέξη 'αμνησία'. 

Η θεία μου η Μαρίκα, εντάξει είμαι όσο η σύνταξη μού φτάνει για ταξί και για τσιγάρα, καλά είμαι μια χαρά είμαι, τα ταξί μόνο να έχω, όχι το λεωφορείο δεν το μπορώ το γόνατό μου έχω Μαιρούλα ναι, κι από τον οδηγό ν'ανέβω, δόξα τω θεώ μπορώ να παίρνω ταξί.


Ο υπερσυντέλικος ενός ρήματος, συζητούσε μια κοπέλα στην ηλικία της αδερφής μου στο λεωφορείο. 

Πότε αρχίσαμε να ζυγίζουμε τα πράματα; 

Αντέγραψα την ΣΤΕΡΝΑ του Σεφέρη σ'ένα κόκκινο τετράδιο με σκοπό κάποια στιγμή να το δώσω. Έβαλα και μια αφιέρωση - κάτι μ'ένα νησί - τα γνωστά όνειρα των νέων σε χώρες παραθαλάσσιες - έρωτας στην ακροθαλασσιά - τέλος πάντων - θα πετάξω το τετράδιο ως έχει.

Είχα σημειώσει, είχα υποσχεθεί, ο υπερσυντέλικος κι η δράση που ακόμη να συντελεστεί. 

ii

Άρα έχουμε και λέμε: 
Νύχτα στο κέντρο της πόλης - ασκήσεις γραφής - άπλετος χρόνος, στενός χώρος - χθες το φεγγάρι ήταν δικό μας, Σοφία - μια φορά που δεν μπορούσα να κοιμηθώ ρωτούσα μονολογώντας "μα πώς γίνεται να πεθαίνουν τα μάτια;" - θέλησα να σου στείλω όσους στίχους μ'ολόγιομη σελήνη ξέρω μα λίγο το αλκόολ λίγο η αφέλειά μου, αποκοιμήθηκα τέλος πάντων - στα είκοσι - κρίμα να μην είσαι εδώ. 

Από τέτοια άλλα τίποτα:
Ανήμπορη φόρμα - αδύνατη σκέψη - γιαγιά μαμά κόρη να τραγουδάμε το ελληνικό τραγούδι - όταν γαλουχίζεται κανείς στη νοσταλγία δεν έχει παρά αυτή την ίδια να φοβηθεί - και να ξέρουμε πως αυτό μας ξαναενώνει με τους δεσμούς αυτούς που λέμε του αίματος - και τώρα που επί του γυρισμού όπως λέω η νοσταλγία έπαψε, την έπαψε ο ήλιος - η ζωή χωρίς εμένα - το κουφάρι του πόνου που περιμένει να ανθίσει - τείνω να το ξεχάσω. 


i

Η βαλίτσα ακόμη ανοιχτή - φωνάζει η μαμά και η τακτική αδερφή μου. Συνήθως μου παίρνει δυο βδομάδες για να αδειάσω και τις δυο βαλίτσες εντελώς. Έτσι λοιπόν τους λέω πως τώρα, στην έκτη μέρα επί της επιστροφής, πρέπει να'ναι ευχαριστημένοι που κατέβασα την πρώτη στην αποθήκη και τη δεύτερη τη λιβανίζω ανοιχτή στη μέση του δωματίου.

Tέλος πάντων, μερικά από αυτά που θέλω να κάνω είναι να γράψω ένα κείμενο για τον Charles Mingus. Πρέπει να δουλέψω τη γλώσσα, και νομίζω πως μεταφράσεις της αδιάβατης jazz θα ήταν μια καλή άσκηση. Έπειτα προσπαθώ να τελειώσω τον Μεγάλο Γκάτσμπι προτού πάψει το θερινό να παίζει την ταινία με τον Ντι Κάπριο. Όμως γύρισα λαχταρώντας τα Ελληνικά, και δυσκολεύομαι να επιμείνω σε περιγραφές της Νέας Υόρκης και της ευφορίας του μεσοπολεμικού υλισμού.

Η αλήθεια είναι πως τα γραψίματα δω πέρα είναι περιορισμένα από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα - περιορισμένα ως προς το περιεχόμενο. Αμβλύνθηκαν τα όρια, είναι αλήθεια, και η συνέπεια των εαυτών ολοένα και καταργείται καθώς περνάει ο καιρός... Και πάλι όμως. Λιγάκι μάταιη μου φαίνεται η ημερολογιακή καταγραφή. Πάρτι στη φιλοσοφική και στο αστεροσκοπείο, ένας χρόνος έπειτα.







Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Mάτση Χατζηλαζάρου

Από το Παρίσι, για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που τόσο αγάπησε.

Απόψε πονάω σ' όλες μου τις απογνώσεις.

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το όνειρο που αργεί να ξεδιαλύνει...

Tα βλέπεις στις ταινίες

κι εγώ τα περπατώ σαν να είμασταν μαζί

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Pensées d'une jeune fille

Έφτασε είκοσι του Απρίλη;

Κάθε μέρα που ξυπνώ: θα μπορούσα να'μαι ελεύθερη. 

Εικόνες της suburbia: το μπλουζ κλαμπ Bayou λίγο πάνω από το σταθμό του Fleetwood, το καφέ στο κέντρο του Bronxville που παίζει  Eddie Vedder, το deli με τις σαλάτες αβοκάντο και τα κεφτεδάκια στο πλαστικό. Εδώ όλα είναι ήσυχα.

Προχθές, στο μπλουζ κλαμπ λοιπόν, έπαιζαν κάτι γνωστοί από το πανεπιστήμιο ροκ εν ρολ. Το κοινό ήταν κυρίως συμφοιτητές που'χαν έρθει για υποστήριξη, για το shrimp wrap και την μπύρα Νέας Ορλεάνης. Παρά το νεαρό της υπόθεσης, προς το τέλος της βραδιάς, πρόσεξα πως κανείς μας δεν περνούσε καλά - κινήσεις εθιμοτυπικές περισσότερο κι εκφράσεις πονεμένες, βλέμματα ερευνητικά. Λέω με συγχωρείς στην Τζαμέικα δίπλα μου, δίνω μιά, πιάνω τη χορεύτρια Ανάχιτα από το διπλανό τραπέζι και ξεκινάμε να χορεύουμε. Άλλο που δεν ήθελε.

Δειλά δειλά σηκώθηκαν κι άλλοι. Όσοι δεν σηκώθηκαν, θα ήθελαν να μπορούσαν να σηκωθούν. Νομίζω πως έσωσα ένα ολόκληρο κλαμπ από βέβαιη κι ανομολόγητη ανία. 


"La vérité, l'âpre vérité."

Με ζορίζει η λογοτεχνία. Περνώ σκυφτή γύρω στη μία ώρα πάνω από κάθε κεφάλαιο - διαβάζω από τα μέσα Φεβρουαρίου το 'Το Κόκκινο και το Μαύρο' του Στεντάλ. 

Πρόκειται για την πιο αναλυτική ψυχογραφία. Η διαφάνεια της πρόζας μού μοιάζει απαράμιλλη. 

Αυτές τις βδομάδες τις καταληκτικές, λιγάκι προτού επιστρέψω στο σπιτάκι μου, πρέπει να συνάξω τις εντυπώσεις μου από το μυθιστόρημα και να γράψω μια εργασία της προκοπής. Για τι να μιλήσω; Μήπως για τη νοσταλγία των αλλοτινών εποχών που χαρακτηρίζει τη δεκαεννιάχρονη μόλις Ματίλτ;

Κοκορευόμουν πως ήθελα να σπουδάσω Συγκριτική Λογοτεχνία. Τώρα που σκουραίνουν τα πράματα να με δω.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Πρώτο πληθυντικό πρόσωπο / είμαστε προιόντα των καιρών / ΤΕΑCHER DON'T TEACH ME NO NONSENSE

Φίλοι, ένα σημείωμα.

Ενδεχομένως υπεροπτικό κατά τόπους.

Ο αγράμματος άνθρωπος είναι ξύλο απελέκητο. Νέοι είκοσι χρόνων δεν αξίζουν και δεν πρέπει να αξίζουν καμία λύπηση. Η συμπόνοια δεν προορίζεται για όσους σφύζουν από ενέργεια, για όσους αναπνέουν τον ήλιο του μεσογειακού μεσημεριού.

Επί τω έργω, σημασία έχουν οι συζητήσεις ιδεών. Να θριαμβέψει και πάλι η ιδέα: η θεωρία - το εναργές και δυνατό βλέμμα. Η πράξη, η αλληλέγγυα. 

Καταλαβαίνω πια πως είναι άξιος της μοίρας του όποιος επιλέγει να εθελοτυφλεί. Είναι εις βάρος της ελεύθερης σκέψης ο προσηλυτισμός. Κακά τα ψέματα - είναι πανεύκολο να περπατά κανείς μέσα στο κοπάδι, να ακολουθεί - ελπίζοντας επιπλέον σε μια κενή και ματαιόδοξη ανέλιξη, ή ανάδειξη.

Οφείλουμε να αμφισβητούμε με πάθος την ιδέα, το διδάγμα, τη γλώσσα την ίδια. 
Κυρίως τη γλώσσα που χειρίζονται οι παρατάξεις. Τα σχήματα ταυτολογίας είναι επικίνδυνα, ακριβώς επειδή είναι γοητευτικά εύκολα (Ο Ρολάντ Μπαρτ γράφει, The stalinist universe no longer aims at founding a Marxist version of the facts, or a revolutionary rationale of actions! It involves immediate condemnation). 

Πρέπει να σμιλέψουμε τη γλώσσα. Πρέπει να ξαγρυπνήσουμε πάνω από βιβλία, πρέπει να καταβροχθίσουμε όλες τις ταινίες του κόσμου, πρέπει να ακούσουμε τη μουσική των άλλων. Πρέπει να ασκηθούμε. Πρόκειται για την Ελλάδα του 2013. 

Eπίσης. Αν μου επιτρέπετε. Εμείς, της Αριστεράς, ας μην ξεχνάμε πως ο ναζισμός, όπως είπε ο ένας κι ο μοναδικός, δεν είναι οι άλλοι. Ο ναζισμός είμαστε εμείς. Ας κοιταχθούμε αναμεταξύ μας κι ας το καταλάβουμε μια και καλή. Ο ναζισμός είναι φαινόμενο μιας κοινωνίας που νοσεί. Όχι δυο ατόμων που, λες κι είναι λεπροί, θα τους κηρύξουμε συλλογικά σε καραντίνα και το πρόβλημα θα λυθεί ως δια μαγείας. Ο ναζισμός είμαστε εμείς που ξηλώσαμε τα κείμενα από τη θέση τους, που δεχτήκαμε ελαφρά τη καρδία την εικόνα της Παναγιάς πάνω από τον σχολικό πίνακα επί χρόνια, που αψήφιστα καταταχθήκαμε στην πρώτη φοιτητική παράταξη ώστε να κοιμόμαστε καλύτερα τα βράδια και να επαναστατήσουμε τάχα έναντι στους μπουρζουά γονείς. Που δεν καταλαβαίνουμε πως δηλώσεις φιλολαικές όπως 'οι Γερμανοί είναι εκ φύσης τους τούτο και το άλλο' δεν είναι παρά εγγενώς ρατσιστικές. Φέρουμε ίση, αν όχι μεγαλύτερη, ευθύνη με τον δεκαεννιάχρονο που απέτυχε στις πανελλήνιες, που μίσησε όλα τα μαθήματα στο λύκειο έτσι στεγνά κι απαίσια που τα διδάσκουν, που είναι παιδί άνεργων γονιών, που μεγάλωσε με κύριο ερέθισμα το mega channel, του οποίου οι αγαπημένοι παππούδες πέθαναν όταν ήταν γύρω στα δέκα, και σήμερα συχνάζει με οπαδούς του Μπαρμπαρούση.

Ας σοβαρευτούμε, ας αναλάβουμε ευθύνη, κι ας δούμε τι θα κάνουμε. Και καλό θα ήταν να φυλλομετρούμε περισσότερες από μια εφημερίδες.



Πρώτη γω, θέλω να πιστεύω, σαρκάζω το ύφος σταλινιστικού μανιφέστου που ίσως να επιδεικνύω σε σημεία. Ο επαναστατικός ζήλος, φίλε μου!