Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Eric Dolphy

Και Julio Cortazar. Τα ημερολόγια του Battersea. 














Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Το μεγαλύτερο κακό

Το μεγαλύτερο κακό που έχει κάνει αυτή η κυβέρνηση το βρήκα χθες στις ειδήσεις, στην εξής φράση : 'οι ύποπτοι αλληλέγγυοι'. Συνοψίζεται εδώ εύσχημα η συστηματική κι εργαλειακή διαστρέβλωση των εννοιών που ζούμε τόσο έντονα τον τελευταίο ένα χρόνο. Και βέβαια αποτυπώνεται τόσο γλαφυρά, μέσα σ'αυτή την παροξυσμική φράση, αυτή η λυκοφιλική συμμαχία της δήθεν αριστεράς με την ακροδεξιά. Ο αλληλέγγυος έγινε ύποπτος. Ήταν θέμα χρόνου.

Κινδυνεύουμε από δαύτους. Αποχαυνωμένοι τους κοιτάμε. Κανείς δεν σαλεύει, δεν κάνει να πει κάτι. Μας παίρνουν τη γλώσσα, κι είμαστε ακόμη πιο ακρωτηριασμένοι. Κι ως συνήθως, βλάπτονται πρώτα οι πιο αδύναμοι κι απροστάτευτοι. 

Τέλος πάντων, δεν θα κάνω τώρα λογοτεχνία με πράγματα της επικαιρότητας (γιατί όχι βέβαια). 



Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Λέξεις που δεν υπάρχουν


Καλησπέρα σας. Θα γράψω αυτό το κείμενο σαν ραδιοφωνικό εκφώνημα. Καλησπέρα σας, κι ο βόμβος της πόλης, η τύρβη, οι λέξεις. Καλησπέρα σας από το κέντρο της Αθήνας, οδός Φιλελλήνων γωνία με Ναυάρχου Νικοδήμου. Να ζήσουν οι μέρες σαν κι αυτές! Αναπνέω ξανά. Στο μπαλκόνι αυτό. Όλοι δηλώνουν σε κατάθλιψη, και είναι, κι εγώ φωνάζω πως αναπνέω. Δεν θέλω να γυρίσω στο Λονδίνο! Να πάει να καεί. Απαίσια πόλη. Απαίσια. Γράφω και ζητώ την καταστροφή - περπατώ εκεί και ζητώ την καταστροφή! Αν είναι να μου ταιριάζουν τα μικρά, ας έχει. Δεν θέλω πολλά πράματα φαντάζομαι. Δεν το ξέρω διότι λαμβάνω όλη την οικονομική στήριξη από τους γονείς μου. Όμως φαντάζομαι πως δεν θέλω πολλά πράματα. Σήμερα στηλώθηκα. Επισκέφτηκα το ΕΛΙΑ και διάβασα χειρόγραφες επιστολές της Βακαλό. Μετά έκανα μάθημα Ισπανικών με τον Χ. στο “Θερβάντες” όπου δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα στροβιλιζόμουν σε μια δίνη λέξεων, που δεν χρειάζονται υπεράσπιση, από τον Λόρκα και τον Θερνούδα. Και μετά μεσημεριανό στη γωνία Νίκης με Ναυάρχου Νικοδήμου, σκηνικά από τον Καβάφη. Μετά βόλτα στον Εθνικό Κήπο. Στο Θρόνο της Αμαλίας, την πέτρα απ’όπου αγναντεύεις το Θησείο, δυο κοπέλες φιλιόντουσαν. Και μετά ο τσολιάς της Προεδρικής Φρουράς, το μουστάκι του και το τσαρούχι του, και μετά η στεγνή Ισπανική κρήνη, αλλού τα νερά κελαρύζουν, στα αυλάκια πιο πολύ, όπου έχουν πέσει νεράντζια στους μικρούς αυτούς καταρράκτες. Τι σημασία έχει αν γράφω καλά. Απόψε αισθάνομαι. Γύρισα πριν από λίγο αφού αγόρασα μερικά φρούτα. Άκουσα έναν άνδρα, ψηλό και μελαχρινό, να λέει πόσο ζουμερά είναι αυτά τα μανταρίνια που του δώσανε. Καθώς έβαζα δυο “γκόλντεν” στη σακούλα, του είπα, με συγχωρείτε, ποια είναι αυτά τα μανταρίνια που είπατε; Μου φάνηκε πως ξαφνιάστηκε, μετά μου τα έδειξε. Μεγάλα, πλακουτσωτά, με μαύρες κηλίδες, δεν σου γεμίζουν το μάτι με τίποτα. Εγώ είμαι μανταρινάς, μου κάνει, αυτά είναι πολύ ζουμερά. Έβαλα τέσσερα πέντε στη σακούλα, διάφορα μεγέθη, τα πασπάτευα πρώτα, όλα ήταν με σκληρή φλούδα όπως τα φανταζόμουν. Ο τύπος είπε στη μανάβισσα, από την κοπέλα θέλω ποσοστό, κι εκείνη κάτι είπε πως τότε είναι που θα την βάλει μέσα η εφορία μια και καλή. Η κυρία μπροστά μου ζητούσε ένα ώριμο μάνγκο για αύριο το πρωί, μα δεν είχαν, αποκρίθηκε η μανάβισσα, το΄δωσαν και το τελευταίο καλό. Πλήρωσα κι εγώ, κι ο άνδρας μου’πε, καλοβράδυ. Καλοβράδυ. Καλή διασκέδαση. Διασκέδαση; ρώτησα κι έφυγα πρώτη φορά με ερώτηση. Τέλος πάντων, τώρα ανέβηκα στο δωμάτιο με όρεξη πολλή να γράψω, να αναπνεύσω, να μείνω για πάντα εδώ, στην άνοιξη αυτή της γλισίνας και της νεραντζιάς. Να γράψω ένα χρονογράφημα για την πόλη που όλοι λένε, και το βλέπω κι εγώ, πως μαραζώνει. Και θα ήταν λανθασμένο, επιβλαβές μάλλον, να πεις ρομαντικά πράματα για αυτήν την πτώση. Μα έλα που μέσα σ’αυτό το χάος υπάρχει τόση ποίηση. Σ’αυτό το ακανόνιστο πράμα, τώρα θα γεννηθεί μπόλικη ποίηση, τώρα γεννιέται και γίνεται. Όχι κατά παραγγελία όπως μάς θέλουν διάφοροι σταλινικοί κι ανέραστοι υπουργοί, μα γιατί το πράμα πάλλεται. Έρχομαι από μια μητρόπολη στείρα. Που δυστυχώς έχει δώσει τα ακανόνιστα της προς όφελος μιας ζωής πιο κατανομημένης, που φαινομενικά κυλάει. Μα εμένα δεν μου φαίνεται πως κυλάει, το αντίθετο μάλλον, μου φαίνεται πως μαγκώνει σε κάθε αναποδιά. Κι αναποδιές συμβαίνουν. Δεν φτάνει το λεωφορείο στα πέντε λεπτά που θέλαμε και μας χαλά η μέρα, δεν κοιτάμε πια κανέναν. Ίσως να ακούγομαι σαν να γράφω από το 1821. Αλλά να πούμε και κάτι: και στο 2016 που φτάσαμε, βλέπω πως κάνουμε τρία πράματα λιγότερο απ’ό,τι παλιότερα: σπάνια διαβάζουμε ενότητες κειμένου, παρά μόνο θραύσματα, ένα· σπάνια γράφουμε, παρά μόνο κατευθείαν στο δημόσιο μάτι, στη βιαστική ανάρτηση, δύο· και τρία, σπάνια μας βλέπω να κάνουμε αυτό που λέμε ωραία στα αγγλικά “come together”. Ο καθένας μόνος του κυρτός. Περνούν οι μέρες μας έτσι. Δεν νομίζω πως είμαι εγώ η οπισθοδρομική… Βέβαια, πόσο να αντισταθεί κανείς σε παγκόσμιες ταχύτητες που μοιάζουν πια τετελεσμένες. Γιατί γράφω, θέε μου; Να ζήσω σ’άλλους καιρούς πριν το ίντερνετ δεν μπορώ. Να ζήσω σ’άλλη χώρα, αν το θέλω, μπορώ. Και αν δεν είχα στερηθεί οικειοθελώς την Ελλάδα για τέσσερα-πέντε χρόνια τώρα, αυτά που λέω δεν θα τα’λεγα το πιθανότερο. Θα πρέπει να διαλέξω. Έχω η ίδια ευθύνη πια. Κανείς άλλος. Βλέπω τι λένε όλοι: εδώ δεν υπάρχει μέλλον. Φύγε όσο έχεις καιρό. Ή, στην χειρότερη, κάνε τη ζωή σου έτσι ώστε να μπορείς να έρχεσαι. Να έρχεσαι. Αέρας αρωματισμένος, με ζεμυαλίζει απόψε. Κατάλαβα και τη μαμά μου από το τηλέφωνο, με το που άρχισα να της λέω για τα λουλούδια και την άνοιξη που την νιώθεις, θα κούνησε το κεφάλι και είπε κάτι, πως, σαν την άνοιξη της Αθήνας δεν έχει, με μια νοσταλγία που δεν θα την περίμενες από μια γυναίκα που έχει δει κι αποδεί τα τελευταία πέντε έξι και βάλε χρόνια μες στην ελληνική πήχτρα. Μα έτσι ζούμε. Δεν ξέρω. Διάλεξα να πάω στην Αμερική γιατί με έπνιγε το σχολείο, δεν ήθελα με τίποτα το ελληνικό πανεπιστήμιο, και διαισθανόμουν μια εξαίσια μεγαλότητα, πώς να πω, άπλα, εκεί έξω. Και την βρήκα! Μα τω θεώ. Μα βρήκα μαζί και την πρώτη χώρα. Και μετά στο Παρίσι… Στο Παρίσι ερωτεύτηκα τη λογοτεχνία, επιβεβαιώθηκα πως έχω τα πάθη μου μέσα στη γλώσσα. Βρήκα ανθρώπους που ένιωθαν αυτόν τον παλμό στο σώμα τους! Ίσως στο Παρίσι να πρέπει να καταλήξω. Αθήνα Παρίσι για μένα είναι το ίδιο, αλήθεια. Σε πόσους θα ακούγεται παρανοικό αυτό, επικίνδυνο στην αφέλειά του. Εξιδανικεύω - λέξη που χρησιμοποίησε ο Χ. σήμερα. Ο Χ. κι ο Καβάφης. Να διαβάσω τον ποιητή, φυλάει τις απαντήσεις, όχι με έναν τρόπο κρυμμένου θησαυρού ή εργαλιακής γνώσης, θέε μου, όπως θα το ήθελε ο υπουργός, μα με μια κάψα ζωής και της δοκιμασμένης τέχνης. Τέλος πάντων, γράφω έτσι, πολύ απλά, σημειώσεις μιας νύχτας που θέλω να μείνει. Μέσα βαθιά στη γλώσσα, ελληνικά κι ισπανικά ακόμη, στα δρομάκια, στις σκιές, τα πλακόστρωτα, το γέλιο αυτό στον δρόμο, η Φιλελλήνων κι έπειτα η Συγγρού. Αν είναι να μας φάει το μαράζι, η προσφορά μου δεν θα μπορούσε να’ναι αυτός ο ενθουσιασμός; Αναρωτιέμαι με το χέρι στην καρδιά. Το ζήτημα του βιοπορισμού μπαίνει εδώ, τι θα κάνω για να ζήσω γαμώ το κεφάλι μου; Κάτι θα βρω. Το Γαλλικό Ινστιτούτο, το ένα τ’άλλο, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αν δεν τα γαμήσει ο Φίλης. Δίνουμε την χώρα σε άλλους. Δεν πρέπει. Χίλιες λέξεις μονορούφι έγραψα. Ο ανθοπώλης από κάτω ξεφορτώνει το αγροτικό του και βάζει τις γλάστρες μέσα στο μαγαζάκι του. Μάλλον θα κλείσει για απόψε σύντομα. Κέντρο απόκεντρο. Όχι πολλά, μια ήσυχη, γι’απόψε, ευτυχία.




Φωτογραφία αποσπάσματος από επιστολή της Ε. Βακαλό στον Θράσο και την Ελπίδα Καστανάκη. Η ποίητρια γράφει (δυσανάγνωστα), Τι να γίνη όμως. Θα φέξη πάλι. πηγή: ΕΛΙΑ

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

163 W 10th

Ήθελα πολύ να γίνω συγγραφέας. Να ξοδέψω την ζωή μου με λέξεις, μέσα σε λέξεις, με φούρια και πάθος και κύματα που έρχονται από μακριά. Μερικά μυστικά με εμπόδισαν να γράψω με το όνομά μου, και μερικές άλλες αγκυλώσεις δεν μ'άφησαν παραπάνω να πω. Θα βρουν τα μέιλ μας πιστεύω, κάποιος μελλοντικός αρχαιολόγος που δεν θα'χει πια πού να σκάψει. Κάτι το αποκωδικοποίητο θα είμαι. Ένα μάγμα, μια χαμένη γλώσσα. Ρωγμές, χαλασιές που δεν πρόλαβαν να γίνουν, δυο τρεις πόλεις. Θεσσαλονίκη πρώτα. Το κλαμπ στη Νέα Υόρκη, εκεί που υπήρξα. Ελπίζω να μην πρόκειται για φτηνό κοσμπολιτισμό έτσι που παρατάσσω ονόματα. Για έρωτα πρόκειται, για τόσο πόσο αντέχω. Από δω ως εκεί. 



Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Πολυάσχολη ζωή

Οι πρώτες λέξεις οι πιο δύσκολες. Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια τραγωδία; Κάθομαι μπρος στην οθόνη σαν καημένο κουτάβι. Θυμάμαι τον Dubuffet. Μετά το Ολοκαύτωμα ήταν αδύνατο να αποτυπώσεις με πιστότητα μια ανθρώπινη φιγούρα. Σκέφτομαι την Βακαλό, σκέφτομαι τους φίλους μου. Τώρα εδώ, άνθρωποι ξεθεωμένοι, ξεχυμένοι στην Εθνική Οδό, περπατούν πάνω στην άσφαλτο χωρίς να ξέρουν στο λιγότερο πού θα τους βγάλει τόσος μα τόσος κόπος, τόση κούραση. Καθόμαστε και τους χαζεύουμε. Θα προσπεράσουμε το καραβάνι με το αυτοκίνητο. Καθόμαστε και χαζεύουμε. Δεν είναι λύση να καταρρακωθούν οι συγγραφείς μας και να μην ξαναγράψουν, όχι. Αλλά αυτό το ξερίζωμα... Η καρδιά τους... Η άσφαλτος.
Πόσο θυμωμένη είμαι. Χάσκουμε μπρος στην εικόνα. Στο Τσέλσι ανακοινώθηκαν έξι νέα διαμερίσματα πολυτελείας. Τι υλικό θα κατεργαστεί ο συγγραφέας, τι θα πει; Ένα impasto, μια χοντρή μπογιά απλωμένη όπως όπως, με μανία και χωρίς πολλή ασχολία. 





















La Vie affairée - Jean Dubuffet 1953



Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

I was so happy I didn't feel like me

15/2/2016

Μία αναπάντεχη διαύγεια με βρήκε σήμερα στον καλό καιρό του Λονδίνου και τον βόρειο ήλιο που σε τυφλώνει. Παρέλαβα το δέμα που μου έστειλε η μαμά. Μέσα είχε βάλει ένα σωρό έντυπα, καρποί δικής της έρευνας και συλλογής. Δύο ποιητικές συλλογές (Η Έννοια των Τυφλών και Επιλεγόμενα), δύο τεύχη του Ζυγού, ένα του Εντευκτηρίου και φωτοτυπημένα αντίγραφα κριτικών της Βακαλό σε διάφορα άλλα μέρη. 

Τώρα, στο καφέ μου στη Clapham, φυλλομετρώ τον Ζυγό. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συντακτική ομάδα με τονώνει, με φρεσκάρει! Ευθύβολη και παιχνιδιάρικη, βαθυστόχαστη αλλά με την ελαφρότητα όπως την περιγράφει ο Καλβίνο. Ίσως αναζωογονούμαι γιατί νιώθω κάποιες, ας πω, ορφανές μου ανησυχίες να συνδέονται - κι αυτό χάρη σ'ένα τεύχος του 1977! 

Συγκεκριμένα: η σύνταξη της Βακαλό, ανυπότακτη. Δίνει την εντύπωση πως συντάσσεται σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες. Στο κλείσιμο της πρότασης το νόημα βεβαίως ολοκληρώνεται κι αποδίδεται, μα μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είσαι σίγουρη. Θυμάμαι, λοιπόν, την Άντζη και την κουβέντα που είχαμε ακριβώς μια βδομάδα πριν (μεξικάνικο βραδινό στο Canterbury): στον γυναικείο λόγο (κατά το Écriture Féminine της Cixous) η σύνταξη έχει ήδη δοθεί, ως παράδοση. Αν ο λόγος είναι φαλλοκεντρικός (πες), τότε η σύνταξη είναι το πρώτο και τελευταίο εργαλείο που επιτηρεί αυτές τις δυνάμεις, τις ροπές, μέσα στη γλώσσα. Η Βακαλό σπάζει την σύνταξη και την κάνει δική της με τρόπο, συχνά, ριψοκίνδυνο. Ρισκάρει στην άρθρωση. Για παράδειγμα: 

Τρίτη λοιπόν κρίση - πρόβλεψη για τον Σταύρο Ιωάννου (με όλα τα "υπό αίρεσιν" και "υπ'ευθύνη" του ίδιου). Γνήσια δύναμη και ανοικτή για τις δυνατότητες του έκταση ανάπτυξης. Που χρειάζεται όμως, για να "πιάσει" τα μέτρα που ενυπάρχουνε στη σύσταση της, ελευθέρωμα.[Ζυγός, τεύχος 25ο]



Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Σαββατόβραδο, νοτιοδυτικό Λονδίνο

Απείχανε μερικά σπίτια. Είχε η καθεμιά τις ιστορίες της. Για την Ι. είχε, από τον Δεκέμβριο, αναζωπυρώσει η αλληλογραφία της με τον πρώην φίλον της, έναν, όπως έλεγε, απίστευτα όμορφο αθλητή του βόλευ που είχε μέχρι και stalkers, νεαρές κοπέλες που μαθαίναν το κινητό του με άγνωστο τρόπο και του στέλνανε μηνύματα και τον παίρναν τηλέφωνο. Ο τύπος αυτός, ο αθλητής, δεν ήθελε πολλά πολλά skype και ζητούσε από την Ι. να ανταλλάσουν μέιλ. Μια μέρα που η Ι. του πρότεινε να μιλήσουν μέσω skype, με κάμερα και τα λοιπά, ο αθλητής της το αρνήθηκε λέγοντας πως μόνο αν βρει να βάλει ένα αποκριάτικο κουστούμι που θα τον κάνει αγνώριστο θα μπορέσει να μιλήσει μαζί της κατά αυτόν τον τρόπο.
Η Ε., από την άλλη, είχε απόψε γυρίσει σπίτι νωρίς γιατί - όσο κι αν το ανέβαλλε- είχε να γράψει ένα μέιλ πολύ δύσκολο, πολύ σκληρό. Το σκεφτόταν με βαριά καρδιά όλη τη βδομάδα. Έπρεπε να το γράψει, δεν υπήρχε αμφιβολία. Θα ξεκινούσε κάπως έτσι: Δεν σου γράφω τόσο καιρό διότι δεν θέλω να το γράψω αυτό που πρέπει να γράψω. Αυτό που μοιάζει, εξωτερικά, για παράνοια, καμιά φορά έχει τις ευγενής του ρίζες στην προσπάθεια να συμφιλιώσεις τα ασυμφιλίωτα, σε έναν μοναχικό (πώς αλλιώς;) αγώνα. Και η αγωνία τα βράδια. 
Ψάχναν κι οι δυο για περισπασμό. Κάτι κατάφερναν, Παρασκευές στα μπαρ, Σάββατα στα σπίτια.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Tελευταίες σημειώσεις του χρόνου


Θα άρχιζα ποτέ ένα μυθιστόρημα στον υπολογιστή; Μέχρι τώρα τα πιο σοβαρά μου γραψίματα τα έκανα στα ημερολόγιά μου. Η τρελή, η πιο τρελή ιδέα, θα ήταν να δημοσιεύσω τα κείμενα εκείνα. Η πιο τρελή αλλά κι η πιο πιστή στη γραφή μου. Θα άλλαζα τα ονόματα, ίσως να έβαζα αρχικά. Αν είχα επιμονή, θα μετέτρεπα τα ημερολόγια σε μυθιστόρημα. Όμως η αλήθεια εκείνων των κειμένων βρίσκεται στην ημερολογιακή τους ένταση. Οι μέρες που δεν περνούν, οι ώρες οι στεγνές, οι ώρες που περιμένω, οι ώρες που έρχονται. Οι συναντήσεις, οι συνευρέσεις, όλα αυτά περιγράφονται είτε ως όνειρο είτε ως γεγονός, αφού συνέβη, δηλαδή πάλι σαν όνειρο. Η γραφή που κάνω, η γραφή που κατορθώνω δεν έχει αξιώσεις, να πω την αλήθεια. Η γραφή μου φιλοδοξεί για περισσότερη ζωή, κι εκεί μέσα εξαντλείται. Αυτό είναι το παράδοξο, ας πούμε. Στενή κι απλωμένη μαζί, αυτή η γραφή θέλει όλα να τα συνάξει, όπως λέει και η Μάτση. Προπαραμονή πρωτοχρονιάς σήμερα, στη Θεσσαλονίκη μόλις ξεκίνησε να βρέχει. 

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Για το Παρίσι

Αδειάζει το καφέ. Σκοτείνιασε κιόλας. Σκαλίζω πραματάκια στο τετράδιό μου.
Γράφω από το Battersea. Δεν έχει πολλά φώτα εδώ. Ό,τι δίνει ο ποταμός. Οι άνθρωποι δεν κοιτούν, δεν βλέπουν. 

Τέτοια νοσταλγία που μ'έζωσε πάλι... Αυτές οι επικίνδυνες μέρες. Ένα τοπίο ολόκληρο, η οδός Raymond Losserand. Το Entrepôt που ό,τι ώρα και να το περάσεις, υπάρχει, ζωηρό, συνοικιακό. Κι ο μπάρμαν μέσα, κι αυτός. Parigi, Parigi, το σαξόφωνο του Gato. Parigi parigi parigi parigi parigi parigi. Όταν κατάλαβα πως η γλώσσα μου μ'απέμεινε με λίγα στοιχεία, στο ελάχιστο δομικά, μα αβρά και τρεμάμενα, οι δρόμοι ακόμη υπήρχαν. Ενώ εδώ - 
Ενώ εδώ, ενώ αλλού, τι σημασία έχουν αυτά. Έτσι κι αλλιώς όλα τα επίθετα κοινότυπα δεν ακούγονται πια, αφού τα χρησιμοποιήσαν όλοι οι τουριστικοί οδηγοί κι όλες οι εταιρίες καλλυντικών και ρούχων και τα λοιπά; Το Παρίσι το ένα, το Παρίσι το άλλο, το Λονδίνο έτσι κι αλλιώς, η Θεσσαλονίκη προορισμός, και τα λοιπά. Δεν έχω το κουράγιο ούτε ένα σωστό κατάλογο να συντάξω. 
Στη Νadja του Breton το μάτι δεν πρωταγωνιστεί; Θέλω να πω, η πόλη είναι το βλέμμα. Προτιμώ the gaze παρά το τίποτα. Αυτό που περνά ο κόσμος και κανείς δεν κοιτάζει, κανείς δεν ρωτά, αυτό δεν είναι καλό. 




Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Α central oyster of perceptiveness


















Battersea, London. 
Σήμερα είμαι κάτι άλλο. Ο τίτλος, περικοπή από το δοκίμιο Street Haunting της Virginia Woolf.